Της Ελευθερίας Αγγέλη*

Η ενδιάμεση Έκθεση της Επιτροπής Πισσαρίδη ήρθε μέσα στον Αύγουστο να παρουσιάσει ένα «Σχέδιο Ανάπτυξης» για την ελληνική οικονομία, χωρίς όμως την ελληνική οικονομία. Το Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς επιδίωξε μέσω της έκδοσης της κριτικής επισκόπησης της ενδιάμεσης Έκθεσης της Επιτροπής Πισσαρίδη, να συμβάλει στο δημόσιο διάλογο σχετικά με το Σχέδιο Ανάπτυξης που προτείνεται. Έτσι λοιπόν, συλλέξαμε επτά κείμενα από επιστημονικούς συνεργάτες του Ινστιτούτου για τα επιμέρους θέματα που αγγίζει η Έκθεση. Συγκεκριμένα, η Μαρία Καραμεσίνη γράφει για «την απούσα ανεργία, την ευελιξία ως εμμονή, την κατάρτιση ως πανάκεια, την αυτοαπασχόληση ως πρόβλημα», η Βάλια Αρανίτου γράφει για «την ελληνική επιχειρηματικότητα στο σχέδιο Πισσαρίδη», η Μαρία Στεφάνου για «το περί χρηματοδότησης κεφάλαιο της Έκθεσης Πισσαρίδη», ο Θόδωρος Παρασκευόπουλος για τη μετατροπή της επικουρικής ασφάλισης σε αμιγώς κεφαλαιοποιητική, ο Μάκης Κουζέλης γράφει μια «επισκόπηση και κριτική του περί εκπαίδευσης κεφαλαίου της Έκθεσης Πισσαρίδη», η διευθύντρια του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς, Δανάη Κολτσίδα, για «μια κριτική ανάγνωση της Δημόσιας Διοίκησης στην Έκθεση Πισσαρίδη» και τέλος ο σύμβουλος τεχνολογίας Ε.Μ γράφει για «τις προτάσεις της Έκθεσης Πισσαρίδη περί ψηφιακής τεχνολογίας».
Η επιδερμική κατά τα άλλα ανάλυση καταγράφει ορισμένους τομείς στους οποίους τολμηρά, δήθεν, έρχονται οι νέες αναπτυξιακές πολιτικές να φέρουν τα πάνω κάτω και να δώσουν νέα πνοή, τόσο στην ελληνική επιχειρηματικότητα, όσο και στους μισθωτούς και συνταξιούχους. Θα περίμενε κανείς, λοιπόν, ειδικά με τόσο βαριά βιογραφικά (και ένα βραβείο Νόμπελ) που συνθέτουν την Επιτροπή, τουλάχιστον μια βαθύτερη κατανόηση τόσο της ελληνικής οικονομίας, που γονάτισε από σκληρή λιτότητα σχεδόν δεκαετίας, όσο και της παραγωγικής δομής της χώρας με τη μικρή και μεσαία επιχειρηματικότητα να έχουν ένα μεγάλο και ιστορικό ρόλο σε αυτή.

Έκθεση εκτός τόπου και χρόνου

Τουναντίον, η Έκθεση περιγράφει λύσεις σαν να μη χάθηκε ένα τεράστιο κομμάτι της παραγωγικής βάσης, σαν να μην υπήρξε χρηματοπιστωτική κρίση που βύθισε την ελληνική οικονομία και κοινωνία, σαν να μην καταγράφηκαν τρομακτικά ποσοστά ανεργίας και φτωχοποίησης και, τέλος, σαν να μην απευθύνεται σε μια οικονομία που πρόκειται να έλθει αντιμέτωπη με μια άγνωστη, σκληρή νέα πρόκληση εν όψει της πανδημίας του Covid-19. Αν δεν ήταν εξοργιστικό, θα ήταν τουλάχιστον αστείο, το γεγονός ότι αυτή η έκθεση θα μπορούσε να είναι προϊόν ενός ταξιδιού με χρονομηχανή στην Ελλάδα (ή καλύτερα σε μια άλλη χώρα) πριν 15-20 χρόνια. Επιπρόσθετα, θα περίμενε κανείς να δει και ένα ουσιαστικό, θετικό αποτύπωμα για την πλειοψηφία της ελληνικής κοινωνίας μέσα από την Έκθεση, εφόσον ο στόχος ήταν να περάσει από το δημόσιο διάλογο πριν τη χάραξη οικονομικής πολιτικής και εν τέλει να προσφέρει θετικά στην καθημερινότητα των πολιτών.
Επίσης, ο απώτερος σκοπός της Έκθεσης Πισσαρίδη, πέρα από τη χάραξη αναπτυξιακής πολιτικής, ήταν να είναι αυτή στο «πηδάλιο» της διαχείρισης των κονδυλίων που αντιστοιχούν στην Ελλάδα από το Ταμείο Ανάκαμψης με μια επιστημονικά θεμελιωμένη πρόταση για την αξιοποίησή τους. Κανένας τεκμηριωμένος λόγος, λοιπόν, για χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας με σχέδιο για τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα, την έρευνα, την καινοτομία και την πράσινη ανάπτυξη. Κανένας λόγος για παραγωγική ανασυγκρότηση. Εν τέλει, κανένας λόγος για εργαλεία πραγματικής αναπτυξιακής πολιτικής, αν αναλογιστούμε ότι η εσφαλμένη και ελλιπής έκθεση εστιάζει περισσότερο στα εργασιακά, το ασφαλιστικό και την παιδεία.

Χωρίς την κοινωνική διάσταση της ανάπτυξης

Η Έκθεση θέτει τη μεγέθυνση της ελληνικής οικονομίας σαν ύψιστη πολιτική προτεραιότητα. Με επιμονή, εμμονή θα λέγαμε, να μην ενσωματώνονται κοινωνικοί στόχοι στην αναπτυξιακή τους πολιτική, σαν να μην υπάρχει κοινωνική, ανθρώπινη διάσταση στην ανάπτυξη. Ο στόχος, όμως, της μεγέθυνσης για μια χώρα αποκτά περιεχόμενο μόνο αν αυτό συνεπάγεται μια μεγέθυνση, ανάπτυξη, η οποία λειτουργεί χωρίς αποκλεισμούς. Χωρίς να αφήνει πίσω της συντρίμμια. Απαιτείται, λοιπόν, και μια απόσταση από τα στενά αριθμητικά δεδομένα, που αφορούν τους «πυλώνες αναπτυξιακής πολιτικής», ώστε να φανεί και η ουσία. Η ουσία δεν είναι μόνο η επιλογή μιας μεταρρύθμισης χωρίς μακροπρόθεσμο ορίζοντα, αλλά και η επιλογή μιας συνολικής πολιτικής, η οποία, όπως γίνεται σαφές από την έκθεση-ευαγγέλιο της κυβέρνησης, σαφώς ακυρώνει και υπονομεύει καίρια στοιχεία τόσο της οικονομικής, όσο και κοινωνικής ισορροπίας στη χώρα. Εμμονή να μην ενσωματώνονται κοινωνικοί στόχοι σε μια αναπτυξιακή στρατηγική σα να μην υπάρχει κοινωνική, ανθρώπινη διάσταση στην ανάπτυξη.

Δίκη και καταδίκη για τους εργαζόμενους

Ας πάμε, όμως, να δούμε πιο συγκεκριμένα τους τομείς με τους οποίους στρατηγικά καταπιάνεται η Έκθεση. Πρώτον, το ασφαλιστικό, το οποίο αντικατοπτρίζει και μια θεμελιακή σύγκρουση στο εσωτερικό της κοινωνίας. Την πάλη για την κατανομή του εισοδήματος που παράγεται. Αρχικά πρέπει να αναφερθεί πως οι προτεινόμενες παρεμβάσεις στο ασφαλιστικό, σε συνθήκες ύφεσης ή ακόμα και στάσιμες περιόδους για τη μεγέθυνση της οικονομίας, προμηνύουν περαιτέρω φτωχοποίηση για συνταξιούχους και εργαζόμενους (η μετατροπή, δηλαδή, του ασφαλιστικού συστήματος της επικουρικής σύνταξης από «νοητά κεφαλαιοποιητικό» σε γνήσια κεφαλαιοποιητικό) σε μια λογική που τείνει προς ιδιωτικές ασφαλίσεις, υποχρεωτική για όσους μπαίνουν στην εργασία για πρώτη φορά, με μότο «όποιος έχει, πληρώνει».
Οι εργαζόμενοι αντιμετωπίζονται μέσα στην Έκθεση σαν κατηγορούμενοι, είτε επειδή έχουν χαμηλές δεξιότητες και επιδρούν αρνητικά στην παραγωγικότητα του κράτους, είτε επειδή δεν θέλουν να συμμετέχουν στο εργατικό δυναμικό, ιδιαίτερα οι γυναίκες, αλλά και επειδή εργάζονται πολλές φορές άτυπα. Η ανεργία και η επισφαλής εργασία, ωστόσο, φαίνεται να μην αποτελούν σοβαρό πρόβλημα, καθώς σχεδόν δεν αναφέρονται, πόσο μάλλον να γίνονται προτάσεις για την αντιμετώπισή τους. Συνδυαστικά και με το κομμάτι της παιδείας και της σύνδεσής της με την κατάρτιση, παρόλο που εκκινεί ορθά, αναγνωρίζοντας την ως συμπλήρωμα μιας ποιοτικής εκπαίδευσης και όχι σαν «διόρθωσή» της, έρχεται πάλι δυναμικά να προβάλει ιδιωτικά κέντρα κατάρτισης που θα αξιολογούν και θα αποκλείουν υποψήφιους. Σε γενικές γραμμές μπορούμε να πούμε ότι οι εργαζόμενοι αντιμετωπίζονται ως παραγωγικοί συντελεστές, τι νούμερα μπορούν να φέρουν στην οικονομία, χωρίς να συνεπάγονται υποχρεώσεις προς αυτούς και χωρίς να έχουν δικαιώματα.
Και φυσικά, παρουσιάζεται το φάντασμα της Δημόσιας Διοίκησης σαν το «μεγάλο ασθενή», όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην έκδοση του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς, τροχοπέδη στην ανάπτυξη και αποτρεπτική για τις επενδύσεις. Και πάλι η ιδεολογική μονομέρεια και η εμμονή κυριαρχούν στην Έκθεση παρουσιάζοντας τη Δημόσια Διοίκηση σαν μπαμπούλα, ανεπίδεκτο μαθήσεως, που ναι μεν αναφέρεται, αλλά με στρεβλούς όρους, ενώ αναμφίβολα είναι καταλυτικής σημασίας για τη βιώσιμη ανάπτυξη με ταξικά χαρακτηριστικά, που δεν αφήνει πίσω της κανέναν. Σε αυτόν, όπως και σε όλους τους υπόλοιπους τομείς, καθοριστικό ρόλο παίζει η ψηφιοποίηση, η οποία -ακολουθώντας το μοτίβο της υπόλοιπης Έκθεσης- παραμένει μόνο σε γενικόλογα και αερολογίες, χωρίς συγκεκριμένες προτάσεις που θα συμπεριλαμβάνουν τους πολίτες και θα εξορθολογούν πρακτικές.

Οικονομικός και κοινωνικός δαρβινισμός

Μια λέξη που θα μπορούσε να περιγράφει το αποτύπωμα της ενδιάμεσης Έκθεσης είναι ο δαρβινισμός. Νέοι εργαζόμενοι εναντίον συνταξιούχων, μαθητές και φοιτητές που μπορούν να αντέξουν μια ιδιωτική εκπαίδευση εναντίον αυτών που δεν μπορούν. Εξειδικευμένοι εργαζόμενοι εναντίον αυτών που δεν μπορούν να ακολουθήσουν την τεχνολογία και καινοτομία. Μικρές επιχειρήσεις στο χείλος της κατάρρευσης εναντίον αυτών που είναι έτοιμες να τις συγχωνεύσουν, να τις εξαγοράσουν και να τις «εξυγιάνουν». Δημόσια υγεία η οποία αντί να ενισχυθεί, απαξιώνεται και κατακερματίζεται, δίνοντας και πάλι τη σκυτάλη σε νέες ιδιωτικοποιήσεις. Μια περιρρέουσα ιδεολογία και ένα σκοτεινό επιχείρημα «τι να κάνουμε, η ζωή τα φέρνει έτσι που κάποιοι μένουν πίσω», ντυμένο με ένα φανταχτερό μανδύα ανάπτυξης. Και όλα αυτά συνοδευόμενα από ήττες. Της κοινωνικής προστασίας, της απασχόλησης, της παιδείας και εν τέλει της ίδιας της ανάπτυξης.
Η ενδιάμεση Έκθεση αυτή προκαλεί πλέον μεγαλύτερη ανησυχία, όχι μόνο διότι αναμένουμε να λάβουμε σύντομα την ολοκληρωμένη και ξεδιπλωμένη αποτύπωση ενός σκληρά νεοφιλελεύθερου σχεδίου για την ελληνική κοινωνία και οικονομία, αλλά και επειδή ουσιαστικά επικυρώθηκε από τις εξαγγελίες του πρωθυπουργού Κ. Μητσοτάκη στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης (ΔΕΘ). Πριν καν τη δημοσίευση της ολοκληρωμένης Έκθεσης, η οποία θα ετίθετο σε δημόσιο διάλογο πριν τη χάραξη της οικονομικής πολιτικής που θα προέκυπτε. Ο πρωθυπουργός, λοιπόν, με τους στόχους που έθεσε από το βήμα της ΔΕΘ, ήρθε εκ νέου να νοηματοδοτήσει τις «παροχές» με απαξιωτική χροιά οριακά, σαν μια εικόνα βασιλέων που δίνουν πουγκιά στους υπηκόους τους και όχι συνειδητές κοινωνικές πολιτικές για την προστασία των ασθενέστερων οικονομικά πολιτών. Ταυτόχρονα, επιμένει να δίνει την εικόνα της «χάρης» στη διαχείριση του δημοσίου χρήματος (βλ παράδειγμα σχολικής μάσκας «τουλάχιστον είναι δωρεάν»). Με μια πρόταση, σαν να χρωστάει η κοινωνία στην κυβέρνηση και όχι εκείνη να έχει χρέος προς την κοινωνία, σε μια περίοδο που η νέα οικονομική, κοινωνική και υγειονομική κρίση του Covid-19 είναι ήδη εδώ.

*Οικονομολόγος, ερευνήτρια στο Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς
Πρόσφατα άρθρα ( Πολιτική )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet