Για άλλη μια φορά μια κυβέρνηση, με ανησυχητική, άλλα όχι αφελή, ελαφρότητα όσον αφορά την εκτίμηση για το πώς προστατεύεται η ειρήνη στην περιοχή και η ασφάλεια της χώρας, με το μάτι και στην εσωτερική πολιτική, αποφασίζει ένα πρόγραμμα εξοπλισμών μαμούθ με το οποίο θα επιβαρύνει τα δημόσια οικονομικά μας με 10 δισ. ή και περισσότερα, εν μέσω κρίσης. Ελπίζουμε να μη μάθουμε σε λίγα χρόνια, όπως συνήθως, αν κάποιοι σημερινοί αξιωματούχοι εμπλέκονται στη ροή μαύρου χρήματος.
Εν τω μεταξύ, ίσως πρώτη φορά είναι τόσο πολλές οι αντιφάσεις, αλληλοσυγκρουόμενες τοποθετήσεις επίσημων, θεσμικές παρακάμψεις, απότομες στροφές στην επιλογή “στρατηγικών συμμάχων” στην εξωτερική πολιτική και άλλα πολλά. Μαζί έχουμε και άφθονη εθνική προπαγάνδα για να κρύβει τις συνέπειες στη ζωή των πολιτών. Χρυσή ευκαιρία είναι, ακόμη, για να ιδιωτικοποιηθούν και ελληνικές αμυντικές βιομηχανίες που έχουν έως τώρα επιβιώσει.

Εξαγγελίες με «περισσή αμετροέπεια»

Μετά από τις επίμονες διαρροές στον Τύπο για εξοπλιστικά προγράμματα μαμούθ, στα οποία παρελαύνουν κάθε είδους όπλα, ο πρωθυπουργός στη Θεσσαλονίκη έθεσε επισήμως το ζήτημα. Διαβεβαίωσε ότι το εξοπλιστικό πρόγραμμα θα είναι “φιλόδοξο” αλλά “εντός των οικονομικών δυνατοτήτων της χώρας”. Νωρίτερα, σε δημόσια δήλωσή του, ο Τομεάρχης Άμυνας του ΣΥΡΙΖΑ Θ. Δρίτσας είχε προειδοποιήσει ότι η κυβερνητική τακτική των “διαρροών” και των “ανακοινώσεων – πυροτεχνημάτων” δεν είναι η πρέπουσα για ένα τόσο σοβαρό ζήτημα όπως τα νέα εξοπλιστικά προγράμματα εν μέσω της κρίσιμης συγκυρίας της αύξησης των εντάσεων με την Τουρκία. Θύμισε ότι αυτά εγκρίνονται με συγκεκριμένη διαδικασία, μετά από εισηγήσεις των Ενόπλων Δυνάμεων και έγκριση της Βουλής.
Μετά την εξαγγελία επανήλθε και τη σχολίασε ως εξής από το CNN: «Ο πρωθυπουργός επέλεξε να αγνοήσει με χαρακτηριστικό τρόπο τις προχτεσινές σαφείς και στοχευμένες προειδοποιήσεις του ΣΥΡΙΖΑ. Με περισσή αμετροέπεια, εκτός ουσιαστικών και θεσμικών κανόνων, εξήγγειλε στην Θεσσαλονίκη ένα εξοπλιστικό πρόγραμμα μαμούθ, αποφεύγοντας να το κοστολογήσει, αν και οι διαρροές των προηγούμενων ημερών από κυβερνητικούς κύκλους το ανεβάζουν στο απίστευτο κόστος των 10 δισ. Μόλις πριν δύο μήνες η κυβέρνηση έλεγε επισήμως ότι ήταν απαγορευτικό το κόστος των τριών δισ. για τις γαλλικές φρεγάτες». Και επανήλθε, μαζί και με τον αναπληρωτή τομεάρχη Γιώργο Τσίπρα: “Αν και ο ίδιος ο Κ. Μητσοτάκης έκανε αναφορά σε μια παλιότερη περίοδο «πολυέξοδων και όχι πάντοτε εύστοχων εξοπλιστικών αγορών», οι εξαγγελίες του στην Θεσσαλονίκη παραπέμπουν ακριβώς στις ίδιες πρακτικές, δηλαδή στην αναγγελία πολυέξοδων εξοπλιστικών προγραμμάτων, χωρίς προηγούμενο σχεδιασμό, τήρηση των προβλεπόμενων διαδικασιών και το σημαντικότερο, χωρίς αυστηρή ιεράρχηση προτεραιοτήτων”.
Οι μεγαλύτερες αντιφάσεις προκύπτουν από τον τρόπο δικαιολόγησης της αγοράς εξοπλισμών ιδίως χάριν της ετοιμότητας του στρατεύματος στην παρούσα κρίση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις κτλ, κτλ. Είναι κωμικό από τη μια μεριά ένα χρόνο τώρα να έχει εγκαταλείψει η κυβέρνηση προγράμματα αναβάθμισης των υπαρχόντων οπλικών συστημάτων και να προσανατολίζεται για αγορές που αφορούν την περίοδο μετά το 2025! “Με βάση ποιον ακριβώς στρατηγικό σχεδιασμό προχώρησε ο πρωθυπουργός στις εν λόγω εξαγγελίες, όταν μάλιστα η κυβέρνηση της Ν.Δ., αμέλησε και καθυστέρησε ένα χρόνο τώρα, να θέσει σε εφαρμογή τον υφιστάμενο μέχρι χθες σχεδιασμό της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, ακόμα και για ζητήματα υψηλής προτεραιότητας των Ενόπλων Δυνάμεων;” σχολίασαν πηγές του ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία. “Για τις Ένοπλες Δυνάμεις της χώρας, αυτό που απαιτείται στην παρούσα φάση είναι η ενίσχυση της διαθεσιμότητας και αποτελεσματικότητας των υφιστάμενων οπλικών συστημάτων με στοχευμένες παρεμβάσεις και η στήριξη του ανθρώπινου δυναμικού τους, που επιτελεί επάξια το καθήκον του, σε εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες. Η μακροπρόθεσμη ενίσχυση της αποτρεπτικής ικανότητας της χώρας, δεν μπορεί να επηρεάσει την παρούσα κρίση με τη γείτονα και ως εκ τούτου, δεν μπορεί η κυβέρνηση να τη χρησιμοποιεί ως άλλοθι”.
Σ’ αυτές τις κριτικές οι κυβερνητικές πηγές απαντούσαν (ρεπορτάζ «Καθημερινής») ως εξής: “Όσον αφορά τα εξοπλιστικά και την κριτική που ασκεί η αντιπολίτευση πως το πρόγραμμα δεν αφορά άμεση ενίσχυση, όπως έχει ανάγκη η χώρα, αλλά είναι μακροπρόθεσμο, από την κυβέρνηση απαντούν πως τα όσα εξήγγειλε ο πρωθυπουργός δεν ήταν εντός του προϋπολογισμού, ούτε στο μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα, άρα αφορούν κάλυψη έκτακτων αναγκών”. Απορεί κανείς με την, ηθελημένη, απροσδιοριστία της απάντησης. Τα επιθετικά Ραφάλ, ιδίως, αλλά και τα πλοία επιφάνειας αντιμετωπίζουν έκτακτη ανάγκη;

Συμμαχίες... υψηλού κόστους

Η κυβέρνηση, βεβαίως, μας “κλείνει το μάτι” υπονοώντας ότι αυτό που προέχει είναι η εξασφάλιση συμμαχιών και οι εξοπλισμοί καλούνται αυτό να το υπηρετήσουν. Ιστορικά βέβαια, αυτό, διαψεύδεται πλήρως. Μάλιστα αυτή η οπτική είναι εμπόδιο για ορθολογικές αποφάσεις. Σε άρθρο του στα «Νέα» της περασμένης Τρίτης ο Θ. Δρίτσας αναφέρεται σε δυο εμπόδια που ανακύπτουν σ’ αυτές τις συμφωνίες: “Το ένα εμπόδιο είναι η περίφημη ‘διπλωματία των εξοπλισμών’, με βάση την οποία πολύ συχνά οι ελληνικές κυβερνήσεις προχωρούν σε εξοπλιστικά προγράμματα, με κριτήριο την εξασφάλιση αμφίβολης σταθερότητας συμμαχιών’’. Ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας, με την εμπειρία της πρωθυπουργικής του θητείας, μιλώντας στο φόρουμ του Economist, ευχαρίστησε τον Φρ. Ολάντ και με την ευκαιρία μίλησε καθαρά αναφερόμενος στην τωρινή συγκυρία. “Ο Φρανσουά (Ολάντ) συνέβαλε καθοριστικά, χωρίς να υπολογίζει κόστη και οφέλη και χωρίς να προσδοκά εξοπλιστικά προγράμματα και ανταλλάγματα” είπε με νόημα. Αυτή είναι η ουσία και ακριβώς σ’ αυτό το σημείο βρισκόμαστε ως χώρα και φυσικά θα πληρωθεί αδρά. Να θυμηθούμε ότι λίγες μέρες πριν είχε ναυαγήσει η προσέγγιση με τη Γαλλία το ίδιο “εύκολα”!
Αλλά ο πρωθυπουργός μας διαβεβαίωσε ότι θα διαπραγματευθεί σκληρά διότι οι ενδιαφερόμενοι είναι ισχυροί και πολλοί. “Θα υπάρξουν ανταγωνιστικές προσφορές” σημείωσε χαρακτηριστικά ενώ ο κ. Σ. Πέτσας συμπλήρωσε: “Η ελληνική πλευρά θα διαλέξει την καταλληλότερη (προσφορά) για την επιχειρησιακή ετοιμότητα των Ενόπλων Δυνάμεων”! Ούτε κι αυτοί το πιστεύουν με βάση την έως τώρα πείρα. Και ένα δεύτερο εμπόδιο που έχουν οι μικρές ιδίως χώρες όταν διαπραγματεύονται. “Το άλλο εμπόδιο που οδηγεί σε χειρότερο αποτέλεσμα, δηλαδή στην αδιαφάνεια και στη συναλλαγή, είναι οι επιρροές πανίσχυρων και ταυτόχρονα ανταγωνιστικών επιχειρηματικών συμφερόντων. Απέναντι σε αυτά, υπάρχουν άραγε άμυνες για χώρες σαν τη δική μας; Η απάντηση δεν είναι – και δεν πρέπει να είναι – ότι υπάρχουν ή δεν υπάρχουν. Είναι ότι πρέπει να κάνουμε τα πάντα για να υπάρχουν” σχολίαζε στο ίδιο άρθρο ο Θ. Δρίτσας.

Πρόχειρη απόφαση

Αν θέλουμε να δούμε πόσο ανειλικρινής ή πρόχειρη είναι η απόφαση της κυβέρνησης αξίζει να μεταφερθεί εδώ ένα απόσπασμα από ρεπορτάζ του έγκυρου αναλυτή Β. Νέδου από την «Καθημερινή» σχετικά με τα κριτήρια επιλογής της Γαλλίας ως συμμάχου, δηλαδή προμηθεύτριας. “Υπενθυμίζεται ότι η πιθανότητα προμήθειας μαχητικών αεροσκαφών ‘Rafale’ μπήκε στην εξίσωση των συζητήσεων αφού η Αθήνα είχε γίνει μάρτυρας της πολύ ουσιαστικής γαλλικής παρουσίας τόσο στην πρώτη φάση της τουρκικής προκλητικότητας (τέλη Ιουλίου), ιδιαίτερα, όμως στη δεύτερη (μετά τις 10 Αυγούστου), όταν η γαλλική αεροπορία απέσπασε συνολικά πέντε πολεμικά στη Σούδα αλλά και στην Πάφο, ενώ το γαλλικό ναυτικό εμφανίστηκε στα νότια της Κρήτης για ασκήσεις με το Πολεμικό Ναυτικό”. Σαφές.
Σημειώθηκε ήδη ότι στο τραπέζι έρχονται και οι ιδιωτικοποιήσεις. Τα ρεπορτάζ έχουν πλούσιο κατάλογο: αεροπορική εκπαίδευση, ΕΑΒ, ΕΑΣ, “Εθνικό Όχημα” (όπου θα αντικατασταθούν τα γέρικα Μερσεντές και Στάγερ στρατού ξηράς), “Εθνικό Τυφέκιο” (όπου θα αντικαταστήσουν το G3), ΕΛΒΟ. Εδώ, πραγματικά, ο ανταγωνισμός είναι πολύ μεγάλος. Αν “σωθούν”, θα είναι λόγω της υπερχρέωσής τους!

Όχι ευχαριστώ

Δια ταύτα; Μα φυσικά, ευχαριστούμε αλλά δεν θα πάρουμε! Ισχύουν όλα όσα παραθέτουμε από τις τοποθετήσεις του Θ. Δρίτσα και τα σχετικά ρεπορτάζ, που πείθουν για την προχειρότητα, τη σπατάλη, την ολιγωρία μπροστά στο καθήκον να αναβαθμισθούν τα υπάρχοντα, εν ενεργεία, αμυντικά οπλικά συστήματα, να νοικοκυρευτεί η αμυντική βιομηχανία και όχι να ιδιωτικοποιηθεί. Ο σχεδιασμός τώρα, είναι φανερό, απαντά σε άλλους στόχους. Αλλά το πιο σπουδαίο είναι ότι εγκλωβίζει την εξωτερική πολιτική της χώρας σε αδιέξοδη προοπτική μη ειρήνης, μη επίλυσης της ελληνοτουρκικής διένεξης στη βάση της γραμμής των δυο ωφελούμενων, των συμβιβασμών, κ.τ.λ. Ένας αξιόπιστος ειδικός σε ζητήματα εξοπλισμών και διεθνών σχέσεων σχολίαζε ότι η ελληνική κυβέρνηση έπρεπε, το πολύ, να προνοήσει για ευάριθμα πλοία επιφάνειας. Τα Ραφάλ είναι καθαρά επιθετικά όπλα. Προς τι;

 

Ειδικός συνεργάτης

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet