Με το ορόσημο της Συνόδου Κορυφής στις Βρυξέλλες την Πέμπτη να πλησιάζει ακάθεκτο, στενεύουν ασφυκτικά τα περιθώρια για τον κ. Μητσοτάκη να συμβιβάσει με το μικρότερο δυνατό πολιτικό κόστος για τον ίδιο και την κυβέρνησή του δύο ασύμβατες μεταξύ τους πραγματικότητες για τις οποίες φέρει ακέραιη την ευθύνη. Αφενός τη ρητή δέσμευσή του, στις παρασκηνιακές εν κρυπτώ διαβουλεύσεις, υπέρ ενός διάλογο με την Τουρκία υπό προϋποθέσεις και, αφετέρου, την δυσανεξία του εθνικο-πατριωτικού ακροατηρίου εντός του κόμματός του σε επιλογές όπως αυτή, δυσανεξία την οποία υποδαύλισε και εκμεταλλεύτηκε για να αναρριχηθεί στην πρωθυπουργία.
Η κυβέρνηση αφήνει να διαρρέεται, για εσωτερική κατανάλωση, το αφήγημα ότι θέτει ως προϋπόθεση μια ατζέντα διαλόγου με την Τουρκία για το Αιγαίο περιορισμένη στην υφαλοκρηπίδα, την ΑΟΖ και, κατ’ επέκταση, τα δικαιώματα αλιείας, κατ’ αναλογία της συμφωνίας με την Ιταλία για το Ιόνιο. Δεν υπάρχουν ούτε καν ενδείξεις ότι η θέση αυτή έχει τεθεί κατηγορηματικά και αμετακίνητα στις παρασκηνιακές διαπραγματεύσεις με το Βερολίνο. Βέβαιο μπορεί να θεωρηθεί μόνο ότι η καγκελάριος Μέρκελ δεν θα σταματήσει να πιέζει για μια διευρυμένη ατζέντα, όπως επιθυμεί η Άγκυρα. Η απόσυρση του Oruc Reis ως κίνηση καλής θέλησης εκ μέρους της γείτονος μόνο μια ερμηνεία επιδέχεται: η Τουρκία «εκβιάζει» ανάλογες υποχωρήσεις «καλής θέλησης» από την Ελλάδα.
Η κυβέρνηση των Αθηνών το γνωρίζει. Διάβασε το «μήνυμα» πριν αυτό αποσταλεί. Και αναζήτησε αντισταθμιστικά ερείσματα. Η Γαλλία είναι ένα από αυτά, μάλλον το μόνο διακριτό στον ορίζοντα των αναζητήσεών της.
Από την επομένη της ανάληψης των καθηκόντων του, ο πρόεδρος Μακρόν επιδόθηκε σε μια προσπάθεια να ανακτηθεί το πάλαι ποτέ κύρος της Γαλλίας ως παγκόσμιας, αυτεξούσιας δύναμης, συγκρίσιμης με τις ΗΠΑ, τη Ρωσία και την Κίνα – και υπολογίσιμης όσο αυτές, ως πυρηνική δύναμη όπως αυτές. Από τις δηλώσεις του περί «εγκεφαλικά νεκρού» ΝΑΤΟ έως την επίσκεψη στη Βηρυττό αμέσως μετά την τρομακτική έκρηξη, από την συμπόρευση με τις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου για την έκδοση κορωνομολόγου και τη σύσταση του Ταμείου Ανάκαμψης έως την δυναμική επανεμφάνιση στη Μεσόγειο και την ανοιχτή στήριξη της Ελλάδας έναντι της Τουρκίας, όλα υπαγορεύτηκαν από την απόφαση η Γαλλία να εγκατασταθεί στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής και διεθνούς γεωπολιτικής πραγματικότητας ως μια δύναμη ικανή να επιβάλλει τον σεβασμό στα συμφέροντά της. Φιλόδοξος σχεδιασμός, η επιτυχία του οποίου προϋποθέτει δύο τινά: Τον έλεγχο της Μεσογείου και την αναβάθμιση της Ευρώπης.
Σε ό,τι αφορά το δεύτερο, την αναβάθμιση της Ευρώπης, αναγκαία συνθήκη για την ισχυροποίηση της Γαλλίας είναι η περιστολή της γερμανικής κυριαρχίας μέσω της πολιτικής εμβάθυνσης και οικονομικής ενοποίησης της ευρωζώνης, προς υπέρβαση του γερμανικού μονόδρομου των δημοσιονομικών περικοπών και της λιτότητας — πάντα με την προσδοκία της συνηγορίας των χωρών του ευρωπαϊκού Νότου, που όμως δεν φαίνεται μέχρι στιγμής να υλοποιείται έμπρακτα. Προς υπέρβαση της υστέρησής της αυτής έναντι της Γερμανίας, η Γαλλία προσβλέπει στη δημιουργία μιας κοινής ευρωπαϊκής αμυντικής δομής, στην οποία η ίδια θα έχει προέχουσα θέση, όντας, μετά την αποχώρηση της Βρετανίας από την Ε.Ε., η μόνη στρατιωτική υπερδύναμη στην Ένωση, η μόνη ευρωπαϊκή χώρα μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, η μόνη με πυρηνικά όπλα και ισχυρό στόλο.
Σε ό,τι αφορά το πρώτο, τον έλεγχο της Μεσογείου —ο οποίος επιπλέον μπορεί να συμβάλει στην ισχυροποίηση της Γαλλίας ως προς το δεύτερο, δηλ. τη «γαλλική» αναβάθμιση της Ευρώπης—, η πρόκληση ακούσει στο όνομα Τουρκία. Όλα τα σημεία του μεσογειακού και ευρύτερου γεωστρατηγικού ορίζοντα στα οποία στρέφει εσχάτως τις βλέψεις του ο πρόεδρος Ερντογάν υπήρξαν κατά το παρελθόν χώροι προνομιακής επιρροής της Γαλλίας, στους οποίους εξακολουθούν να διακυβεύονται ζωτικά συμφέροντά της: Η Συρία, γαλλικό προτεκτοράτο μέχρι το 1941, μαζί με τον Λίβανο. Η Λιβύη, χώρα όμορη με το Μαρόκο, την Τυνησία και την Αλγερία, τρεις γαλλόφωνες πρώην αποικίες της Γαλλίας, αλλά και με μια σειρά από υποσαχάριες, επίσης γαλλόφωνες χώρες: Μαλί, Νίγηρας, Τσαντ…
Η Γαλλία έχει περισσότερους από έναν λόγους —ή μάλλον χώρους— να απλώνει χείρα συμπαθείας στην Ελλάδα. Η Ελλάδα πόσους λόγους έχει να προσδοκά κάτι ανθεκτικότερο από μια συγκυριακή υποστήριξη; Μια υποστήριξη «παρελκόμενο» της γαλλικής γεωπολιτικής ατζέντας, στην οποία προέχει η προάσπιση των συμφερόντων πετρελαϊκών εταιρειών, βιομηχανιών όπλων και λοιπών επιχειρήσεων γαλλικής ιθαγένειας.
Ακούστηκαν, μετά τη σύνοδο της Κορσικής και τις φιλελληνικές δηλώσεις του προέδρου Μακρόν, κάποιες εικασίες –έως και βεβαιότητες— από ενοίκους της λίστας Πέτσα περί επικείμενης σύναψης διμερούς αμυντικής συμφωνίας Γαλλίας-Ελλάδας. Δεν ξανακούστηκαν έκτοτε. Ευτυχώς.
Τα πράγματα είναι αρκετά σοβαρά για να περισσεύει χώρος για θεατρικότητες – σαν, ας πούμε, την απόφαση του προέδρου Μακρόν η Σύνοδος των Επτά του Νότου να λάβει χώρα στη γενέτειρα του Μεγάλου Κορσικανού, Ναπολέοντα Βοναπάρτη, επικεφαλής, το 1798, της γαλλικής εκστρατείας στην Αίγυπτο και τη Συρία, επαρχίες, τότε, της οθωμανικής αυτοκρατορίας, με σκοπό την προστασία των γαλλικών εμπορικών συμφερόντων και την παρεμπόδιση της πρόσβασης της Βρετανίας στην Ινδία και τις Ανατολικές Ινδίες — η οποία εκστρατεία, ειρήσθω εν παρόδω, έληξε με την ήττα του γαλλικού στόλου στη ναυμαχία του Νείλου, αλλά κυρίως εξαιτίας εσωτερικών πολιτικών διαφωνιών και συγκρούσεων.
Καιρός η κυβέρνηση Μητσοτάκη να αναζητήσει ερείσματα στο εσωτερικό. Καιρός για επεξεργασμένη εθνική στρατηγική. Καιρός για Συμβούλιο Πολιτικών Αρχηγών υπό την πρόεδρο της Δημοκρατίας. Καιρός για σοβαρότητα.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet