Κλάους Μαν «Μεφίστο» (μτφ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, εκδ. Άγρα, 2020)

«Με μια σταξιά αίμα αν υπογράψης, φτάνει»: έτσι, με μια σταγόνα αίμα, κλείνει η διαβολική συμφωνία ανάμεσα στον Φάουστ και τον Μεφιστοφελή, που έχει βάλει το στοίχημά του με τον Κύριο, να εκμαυλίσει την ψυχή του Φάουστ: «Την άδεια μόνο δώστε μου, και ξέρω στα νερά μου σιγά πώς να τον φέρω» (Γκαίτε, Φάουστ, μτφ. Κων/νου Χατζόπουλου).
Το μυθιστόρημα του Κλάους Μαν Μεφίστο – Το μυθιστόρημα μιας καριέρας περιγράφει κι αυτό την ιστορία μιας μεταστροφής. Ενός ξεπεσμού. Ο Μαν, σε αυτό που θεωρείται το σημαντικότερο βιβλίο του, αφηγείται την ιστορία του ηθοποιού Χέντρικ Χέφγκεν: νεαρός κομμουνιστής (αν και «του σαλονιού», λέγανε κάποιοι) ηθοποιός στο Θέατρο Τέχνης του Αμβούργου (μιας και «τα τελευταία χρόνια του [Πρώτου] Παγκοσμίου πολέμου και τα πρώτα χρόνια με την Οκτωβριανή επανάσταση, το θέατρο τέχνης της Γερμανίας γνώρισε μεγάλη άνοδο»), ο οποίος ταυτόχρονα σχεδίαζε το «Επαναστατικό Θέατρο» (βρίσκοντας ωστόσο διαρκώς δικαιολογίες για να το αναβάλλει), χωρίς βεβαίως να παραλείπει να στηλιτεύει με «οργισμένους χαρακτηρισμούς τους διανοούμενους που από καθαρό οπορτουνισμό τάσσονται με το μέρος του επιθετικού εθνικισμού» και να καταγγέλλει «την άνευρη δειλία με την οποία τα κόμματα της κυβέρνησης της Βαϊμάρης στάθηκαν απέναντι στην απροκάλυπτη τρομοκρατία των ναζί», μπροστά στον κίνδυνο επιλέγει τη συμφωνία με τον Διάβολο. Όταν οι ναζί έρχονται στην εξουσία, όταν πια «η χώρα έχει βεβηλωθεί», όταν «η χώρα γίνεται φυλακή – ένα βρομερό μπουντρούμι», ο Χέφγκεν θα βρει τρόπο να τα βολέψει με τη συνείδησή του και να αρχίσει ένα γαϊτανάκι από διαδοχικούς συμβιβασμούς που αθροίζονται σε μια μεγάλη κατρακύλα, σε έναν μεγάλο ευτελισμό, για τον οποίο, τελικά, έχει απόλυτη επίγνωση: «Τώρα λερώθηκα πραγματικά… Πουλήθηκα πια… Είμαι πια σημαδεμένος». Θα ομολογήσει χαριτωμένα ότι ως νέο «τον είχαν αγγίξει κι εκείνον τα ανήθικα ρεύματα του μπολσεβικισμού» («ένα απλό καλλιτεχνικό καπρίτσιο!»), κάπου-κάπου μπορεί να βοηθάει κάποιον συνάδελφο που κινδυνεύει ή που βρίσκεται σε δύσκολη θέση («με κάτι τέτοιες σκέψεις καθησύχαζε τη συνείδησή του»), κάθε μέρα όμως, όσο κι αν η συνείδησή του μοιάζει κάποιες στιγμές να ξυπνάει, κάνει ασκήσεις υποταγής, «μια μαϊμού της εξουσίας, ένας παλιάτσος που διασκεδάζει δολοφόνους».

Μια άγρια εποχή

Με σκληρή γλώσσα, συχνά με λεπτή ειρωνεία, ο Κλάους Μαν στήνει μια πολύ πλούσια τοιχογραφία μιας δύσκολης εποχής στην οποία άρχιζαν σιγά-σιγά να κυριαρχούν όλοι εκείνοι που, μεθυσμένοι από τη βίαιη εξουσία τους, πίστευαν πως «ποτέ δεν θα πάρουν εκδίκηση οι βασανισμένοι». Έχει έτσι τη δυνατότητα να μιλήσει για τον αναδυόμενο και διαρκώς πιο επιθετικό αντισημιτισμό, τη σχέση τέχνης και πολιτικής και ειδικότερα τη σχέση των Γερμανών διανοούμενων με το ναζιστικό καθεστώς, την ιστορική ευθύνη των συγγραφέων και των καλλιτεχνών, τον ρόλο των ΜΜΕ («τους δημοσιογράφους, που έγραφαν τις γνώμες και τις απόψεις τους καθ’ υπαγόρευσιν του υπουργείου Προπαγάνδας») και το μοντέλο του δημοσιογράφου-εκβιαστή που ο πλούτος του οφειλόταν «στα χρηματικά ποσά που εισέπραττε για όσα δεν δημοσίευε στη στήλη του», για τους δημοκρατικούς πολιτικούς που αγνοούν τον ναζισμό και «ορκίζονται ότι ο εχθρός βρίσκεται αριστερά» και για τους αστυνομικούς που ενώ «θέλουν να λέγονται σοσιαλιστές, δίνουν άδεια για πυρ εναντίον εργατών». Σκιαγραφεί, έτσι, εκείνη την άγρια εποχή όπου, ενώ «το απολυταρχικό καθεστώς του άγριου στρατοκρατικού καπιταλισμού συνέχιζε τη φρικτή του δράση» και ενώ «τα πτώματα μαζεύονταν σωρό», «οι ξένοι που περνούσαν μια βδομάδα στο Βερολίνο –Άγγλοι λόρδοι, Ούγγροι δημοσιογράφοι ή Ιταλοί υπουργοί– επαινούσαν την άψογη καθαριότητα και την τάξη […] έβλεπαν μόνο χαρούμενα πρόσωπα και έβγαζαν το συμπέρασμά τους: Όλοι αγαπούν τον Φύρερ». Μια εποχή όπου «η νέα γενιά της Γερμανίας μάθαινε ότι η λέξη “ειρηνιστής” είναι βρισιά· η νέα γενιά της Γερμανίας δεν είχε πια ανάγκη να διαβάζει Γκαίτε και Πλάτωνα».

Μεταξύ αυτοβιογραφίας και μυθοπλασίας

Ένα μεγάλο θέμα που έχει συνοδεύσει τη ζωή του βιβλίου είναι το αν και σε ποιο βαθμό ο χαρακτήρας του Χέφγκεν συνδέεται με κάποιο πραγματικό πρόσωπο. Είναι κοινός τόπος πως, πράγματι, ο Χέφγκεν στηρίζεται στη φιγούρα του Γκούσταφ Γκρύντγκενς: ο Γκρύντγκενς, παλιός φίλος του Κλάους Μαν και πρώην σύζυγος της Έρικα, της αδελφής του, είχε πολιτική και καλλιτεχνική πορεία αντίστοιχη με εκείνη του Χέφγκεν. Αριστερός αρχικά, όταν οι ναζί ανέβηκαν στην εξουσία, φοβούμενος την αναγκαστική εξορία ή κάποια ακόμα χειρότερη πιθανότητα, στράφηκε προς αυτούς και έγινε προστατευόμενος του Χέρμαν Γκέρινγκ («ο επιρρεπής στη χλιδή χοντρομπαλάς», στο βιβλίο). Ανέβηκε γρήγορα όλες τις βαθμίδες και έφτασε να γίνει, το 1937, γενικός διευθυντής όλων των θεάτρων του Βερολίνου και «Πρώτος Ηθοποιός του Κράτους», σύμφωνα με τον τίτλο τιμής που δημιούργησε ο Γκέμπελς. Με βασικό επιχείρημα πως στην πραγματικότητα δεν ήταν ιδεολογικά ναζί και πως είχε βοηθήσει συναδέλφους του να σωθούν από αυτούς, τη γλίτωσε μετά την πτώση του χιτλερικού καθεστώτος, απαλλάχθηκε από τις κατηγορίες και μάλιστα τιμήθηκε με διάφορους τρόπους και διορίστηκε διευθυντής στο Κρατικό Θέατρο του Αμβούργου.
Βέβαια, πέρα από τη σύνδεσή της με αυτοβιογραφικά στοιχεία του Μαν, η φιγούρα του Χέφγκεν κουβαλάει και ένα μεγάλο συμβολικό βάρος: ένας θυμωμένος Κλάους Μαν συμπυκνώνει στη μορφή αυτού του καιροσκόπου ηθοποιού την οργή του για όσους συμπατριώτες του, είτε σιωπηρά είτε κραυγάζοντας, στήριζαν ή έστω ανέχονταν το ναζιστικό καθεστώς και ό,τι σήμαινε αυτό, αφού άλλωστε, όπως αναφέρεται στην εισαγωγή του βιβλίου, «όπως ακριβώς ο Χέφγκεν ενσαρκώνει την προδοσία των καλλιτεχνών απέναντι σε αξίες όπως η ομορφιά και η ηθική, έτσι και ο φασισμός αντιπροσωπεύει για τον Κλάους Μαν την προδοσία απέναντι σε όλα τα κοινωνικά και πολιτικά ιδεώδη».

Η εκδοτική περιπέτεια

Η εκδοτική ζωή του βιβλίου ήταν για πολλά χρόνια μια περιπέτεια, που περιγράφεται εξαιρετικά στα δύο πολύ κατατοπιστικά κείμενα της εισαγωγής. Το Μεφίστο δημοσιεύτηκε αρχικά σε συνέχειες σε εφημερίδα και κατόπιν σε βιβλίο, το 1936, στο Άμστερνταμ. Ενώ είχαν ήδη αρχίσει να υπάρχουν αντιδράσεις, ο Μαν βάζει τη σημείωση: «Όλοι οι χαρακτήρες του βιβλίου αντιστοιχούν σε ανθρώπινους τύπους και δεν αποτελούν προσωπογραφίες».
Όπως γράφει η μεταφράστρια του βιβλίου, Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, στο δικό της κείμενο, το βιβλίο «μόλις το 1981 μπόρεσε να κυκλοφορήσει ελεύθερα (και να γίνει μπεστ-σέλερ) στη Γερμανία, στη χώρα και στο κοινό στο οποίο σκόπευε να απευθυνθεί καταρχάς» (την ίδια χρονιά που προβλήθηκε και η, βραβευμένη με Όσκαρ, ομότιτλη κινηματογραφική ταινία του Ίστβαν Ζάμπο, με τη συγκλονιστική ερμηνεία του Κλάους Μαρία Μπραντάουερ). Αιτία της πολύχρονης απαγόρευσης ήταν η προσφυγή του θετού γιου και κληρονόμου του Γκρύντγκενς κατά του εκδοτικού οίκου, με επιχείρημα ότι το βιβλίο πρόσβαλλε το όνομα του νεκρού πια ηθοποιού. Το 1966 δευτεροβάθμιο δικαστήριο απαγόρευσε την κυκλοφορία του βιβλίου (αξίζει να διαβαστεί το σκεπτικό των δικαστών, που αναφέρεται στην εισαγωγή του βιβλίου), απαγόρευση που επικυρώθηκε το 1971 από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο της Γερμανίας.
Ο Κλάους Μαν, πρωτότοκος γιος του Τόμας Μαν, είχε ήδη φύγει από τη Γερμανία όταν έγραψε το Μεφίστο (η γερμανική υπηκοότητα του είχε αφαιρεθεί το 1934). Ζώντας μια ζωή «εκρηκτική, διαλυμένη, ασθματική» (σύμφωνα με τα λόγια του Μισέλ Τουρνιέ, σε κείμενό του που αποτελεί το επίμετρο του βιβλίου), πιεσμένος από πολλές πλευρές και για πολλούς λόγους, αυτοκτόνησε στις Κάννες το 1949, σε ηλικία 43 ετών.
Πέρα από αυτή την έκδοση, το Μεφίστο κυκλοφόρησε πρόσφατα και από τις εκδόσεις Έρμα, σε μετάφραση Σοφίας Αυγερινού.

Κώστας Αθανασίου Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2020 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet