Ηταν λογικό και επόμενο. Από τη στιγμή που η κυβέρνηση επέλεξε να θέσει την επικοινωνιακή διαχείριση της πανδημίας πιο πάνω από την καθαρά υγειονομική και να δώσει προτεραιότητα στην εικόνα έναντι της ουσίας, το αδιέξοδο έμοιαζε προδιαγεγραμμένο. Και όταν παρατηρείται αδιέξοδο, έχει αποδειχθεί ότι η κυβέρνηση δεν διστάζει να καταφύγει στη δοκιμασμένη λύση των ψεμάτων.
Πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα από τον αριθμό των ΜΕΘ δεν θα μπορούσε να εντοπιστεί. Στην ενημέρωση των πολιτικών συντακτών στην αρχή της εβδομάδας, ο Στέλιος Πέτσας έκανε λόγο για περισσότερες από 900. Σε τηλεοπτική του συνέντευξη, ο αρμόδιος υπουργός υγείας, Βασίλης Κικίλιας, υπογράμμισε ότι σε σύντομο χρονικό διάστημα οι ΜΕΘ στα ελληνικά νοσοκομεία θα φτάσουν τις 1.200, ψέγοντας, μάλιστα, τον ΣΥΡΙΖΑ γιατί παρέδωσε «μόλις 500».
Η πραγματικότητα, όμως, όπως την ξέρουν και την ζουν καθημερινά οι νοσοκομειακοί γιατροί, απέχει παρασάγγας από τα νούμερα που δίνει η κυβέρνηση. Οι ΜΕΘ που λειτουργούν στα ελληνικά δημόσια νοσοκομεία τη στιγμή που διαβάζετε αυτές τις γραμμές δεν είναι περισσότερες από 750. ΜΕΘ στις οποίες αντιστοιχεί προσωπικό και στοιχειώδης ιατρικός εξοπλισμός, που είναι άκρως απαραίτητος για να λειτουργήσουν τα συγκεκριμένα κρεβάτια. Γι’ αυτό, λοιπόν, οι γιατροί κάνουν λόγο για 750 λειτουργούσες κλίνες.
Μέσα στην εβδομάδα είναι η αλήθεια ότι προστέθηκαν κάποια κρεβάτια τόσο στο Γεώργιος Γεννηματάς, όσο και στο Αττικόν, ωστόσο το νούμερο 900 παραμένει πολύ μακρινό, δυστυχώς, στη σημερινή πιεστική πραγματικότητα. Δεν μετράμε, προφανώς, στο συνολικό υπολογισμό τις κλίνες των ιδιωτικών νοσοκομείων, που έτσι και αλλιώς δεν νοσηλεύουν κρούσματα Covid, ούτε κρεβάτια που ενώ υπάρχουν, δεν αντιστοιχούν σε προσωπικό και ως εκ τούτου δεν μπορούν να λειτουργήσουν. Άλλωστε ο ίδιος ο πρωθυπουργός είχε κάνει λόγο σε ανύποπτο χρόνο για αναλογικά 7 ΜΕΘ ανά 100.000 κατοίκους, υπολογισμός που καταλήγει στα περίπου 750 κρεβάτια που καταγράψαμε ήδη.

Παραιτήσεις και κακή ψυχολογία στο προσωπικό των νοσοκομείων

Το ζήτημα των Μονάδων Εντατικής Θεραπείας και της εύρυθμης λειτουργίας τους, όμως, δεν είναι το μοναδικό που απασχολεί τα νοσοκομεία του ΕΣΥ σχετικά με τον Covid. Ο τρομερός φόρτος εργασίας, ιδιαίτερα από τις αρχές Αυγούστου και μετά, ο οποίος δεν συνοδεύεται από προσλήψεις μόνιμων, έχει προκαλέσει μία τρομερή απογοήτευση σχεδόν στο σύνολο του προσωπικού των νοσοκομείων. Απολύτως φυσιολογικά θα έλεγε κανείς από τη στιγμή που οι ήρωες (κατά την ορολογία που χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον τους πρώτους μήνες της πανδημίας) αφέθηκαν να παλεύουν μόνοι τους με το θηρίο του ιού.
Την Τρίτη έγινε γνωστό ότι υπέβαλλαν τις παραιτήσεις τους τόσο ο διευθυντής της Ιατρικής Υπηρεσίας, όσο και η υπεύθυνη της πτέρυγας Covid στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο της Νίκαιας. Το εν λόγω νοσοκομείο, του οποίου οι γενικές εφημερίες μετατρέπονται σε κόλαση λόγω και των κρουσμάτων, έχει φτάσει στα όριά του, γι’ αυτό και γνωστοποίησε ότι αδυνατεί να δεχθεί άλλα κρούσματα. Το πρόβλημα, όπως γίνεται κατανοητό, δεν εντοπίζεται μόνο στις ΜΕΘ, αλλά και στους κοινούς θαλάμους στους οποίους αρχικά νοσηλεύονται κρούσματα, συνήθως πριν παρουσιάσουν σοβαρή συμπτωματολογία. Το Γενικό Κρατικό της Νίκαιας δεν συμπεριλαμβανόταν στα νοσοκομεία αναφοράς. Μπήκε στον κατάλογο στην πορεία, ενέργεια που όμως δεν συνοδεύτηκε από τις απαραίτητες προσθήκες.
Είναι δε χαρακτηριστικό ότι το υπουργείο Υγείας δεν έχει προσλάβει ούτε ένα μόνιμο γιατρό από την αρχή της υγειονομικής κρίσης έως και σήμερα. Όπως το διαβάζετε: ούτε έναν. Προτιμά τη λύση της επιλογής από τους πίνακες των επικουρικών έτσι, ώστε να μην «δεσμευτεί» στο εν λόγω ιατρικό προσωπικό για μόνιμη πρόσληψη. Και ως εκ τούτου, χωρίς να υπάρχει προοπτική σταθερής επαγγελματικής αποκατάστασης, πολλοί γιατροί παρουσιάζονται απρόθυμοι να «θυσιαστούν» για μερικούς μόνο μήνες.
Εν τω μεταξύ, η νοσοκομειακή κρίση δεν αφορά μόνο τα νοσοκομεία της Αθήνας, αλλά και αυτά της επαρχίας. Την Τρίτη έσκασε σαν βόμβα η είδηση ότι παραιτήθηκε ο διευθυντής της ΜΕΘ στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Ηρακλείου, Δημήτρης Γεωργόπουλος, ο οποίος κατήγγειλε, χωρίς ουδέποτε να διαψευστεί, ότι η πλήρωση των 10 θέσεων Επιμελητών Β’ για τη ΜΕΘ του νοσοκομείου έγινε με ανειδίκευτους γιατρούς, ενώ την ίδια ώρα αποκλείστηκαν εξειδικευμένοι εντατικολόγοι. Η σχετική οργίλη ανάρτηση του κ. Γεωργόπουλου στο facebook, στην οποία κάνει λόγο για «τακτικισμούς που δεν συμβαίνουν σε καμία χώρα του δυτικού κόσμου», τα λέει όλα.
Και το κερασάκι στην τούρτα: η κυβέρνηση ενεργοποίησε την Πέμπτη με νέα ΚΥΑ τη ρύθμιση σύμφωνα με την οποία το δημόσιο επινοικιάζει ΜΕΘ (εκτός Covid) ιδιωτικών νοσοκομείων με το εξωφρενικό ημερήσιο κόστος των 1.600 ευρώ -αντί για 800 που ίσχυε μέχρι σήμερα!

Στοχοποιούνται οι πρόσφυγες

Για την έξαρση των κρουσμάτων στην Αττική έπρεπε να βρεθεί και ένας αποδιοπομπαίος τράγος. Τα κατεστημένα ΜΜΕ δεν άργησαν να τον εντοπίσουν στα πρόσωπα των προσφύγων που κατοικούν στο ευρύτερο κέντρο της Αθήνας. Είναι αλήθεια ότι παρατηρείται άνοδος των κρουσμάτων σε περιοχές που κατοικούν πρόσφυγες και μετανάστες; Είναι. Ευθύνονται οι ίδιοι γι’ αυτό; Σαφώς και όχι. Αρκεί να λάβει κανείς υπόψη του τις συνθήκες κάτω από τις οποίες μετακινούνται αυτοί οι άνθρωποι πηγαίνοντας στις δουλειές τους. Παστωμένοι όπως οι σαρδέλες στα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς της πρωτεύουσας, για τα οποία μέχρι στιγμής δεν υπήρξε η παραμικρή μέριμνα για την αύξηση των δρομολογίων, που με τη σειρά της θα έφερνε τη μείωση του συνωστισμού στις στάσεις, αλλά και στα οχήματα.

Το χειρότερο; Δεν προκύπτει από πουθενά κυβερνητική βούληση, πραγματική και χειροπιαστή έτσι ώστε να υποστηριχθούν αυτές οι ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού τώρα που η υγειονομική κρίση κορυφώνεται. Έγινε μόνο η εξαγγελία ότι θα επιταχθούν δωμάτια ξενοδοχείων για νεαρούς ασυμπτωματικούς που θα διαγιγνώσκονται θετικοί. Μέτρο που είναι σαφώς απαραίτητο, αλλά όχι αρκετό για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα.
Στους καταυλισμούς των προσφύγων βέβαια, και ιδιαίτερα σε αυτόν του Καρά Τεπέ στη Λέσβο, όπου συγκεντρώθηκαν οι πρόσφυγες μετά την καταστροφή του ΚΥΤ της Μόριας, τα κρούσματα είναι πλέον πάρα πολλά. Η κατάσταση δεν είναι καθόλου εύκολα διαχειρίσιμη, ιδιαίτερα για μία κυβέρνηση η οποία αντιλαμβάνεται τους πρόσφυγες σαν βάρος που πρέπει πάση θυσία να διώξει από πάνω της.

Συνεχίζεται το αλαλούμ στα σχολεία

Το μπάχαλο που επικρατεί στα σχολεία της χώρας αναφορικά με την τήρηση των μέτρων για τη μη εξάπλωση του κορονοϊού το προσεγγίσαμε στο προηγούμενο φύλλο της «Εποχής». Τα πράγματα ουδόλως βελτιώθηκαν την τελευταία εβδομάδα. Και η αλήθεια είναι ότι δεν πρόκειται να βελτιωθούν, αν δεν βρεθεί ο τρόπος να μειωθεί ο αριθμός των παιδιών ανά τάξη, έτσι ώστε να τηρούνται οι απαραίτητες αποστάσεις για τις οποίες μιλούν οι ειδικοί.
Προσώρας, το υπουργείο Παιδείας θεωρεί αυτό το μέτρο ανέφικτο. Μάλιστα, όπως αναφέρουν πληροφορίες της «Εποχής», όταν το καλοκαίρι έγιναν οι σχετικές συζητήσεις με την αρμόδια επιτροπή των λοιμωξιολόγων, η ηγεσία του υπουργείου φρόντισε να φέρει τους επιστήμονες προ τετελεσμένων. Τους διαμήνυσε, λοιπόν, ότι έχει παρθεί η απόφαση τα σχολεία να λειτουργήσουν σε πλήρη σύνθεση και κάλεσε την επιτροπή να καταθέσει τις προτάσεις της γι’ αυτό και μόνο το σενάριο. Η λύση της μείωσης του αριθμού των μαθητών ανά τάξη ουσιαστικά δεν έπεσε ποτέ στο τραπέζι, αν και σε άλλες χώρες, όπως η Ιταλία, αποτελεί τη βασική επιλογή. Ίσως έτσι να εξηγείται και η επιλογή του Σωτήρη Τσιόδρα να αποτραβηχτεί από το προσκήνιο…
Οι καταλήψεις, την ίδια ώρα, φούντωσαν, όπως φούντωσε και η συνηθισμένη, σ’ αυτές τις περιπτώσεις, παραφιλολογία για πολιτική υποκίνηση των καταληψιών κτλ. Τα αιτήματα πάντως των μαθητών είναι αρκούντως σοβαρά και στα περισσότερα σχολεία δεν έχουν να κάνουν με τη χρήση της μάσκας, όπως ψευδώς αναφέρθηκε σε πολλά ΜΜΕ. Τα παιδιά ζητούν κάλυψη των κενών με προσωπικό, μείωση του αριθμού των μαθητών ανά τάξη, ευλαβική τήρηση των μέτρων προστασίας μέσα σε ένα απολύτως ασφαλές περιβάλλον. Τίποτα λιγότερο και τίποτα περισσότερο. Το σχολικό περιβάλλον, όμως, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να είναι ασφαλές όταν συνωστίζονται 25 μαθητές ανά τάξη και όταν η κυβέρνηση αντί να προσλάβει περισσότερες σχολικές καθαρίστριες, απέκλεισε εκατοντάδες με τη ρατσιστική διάταξη περί ελληνομάθειας. Και προφανώς τα προβλήματα δεν αντιμετωπίζονται με κατασταλτικά μέτρα, όπως αυτά που προανήγγειλε ο Στέλιος Πέτσας «πέραν της πειθούς». Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος αγνοεί, όπως φαίνεται, ότι έχουν ξεσηκωθεί μαθητές σχολείων, όπως η πρότυπη Ιωνίδειος σχολή στον Πειραιά (που μάλιστα είδε τον λυκειάρχη να προκρίνει ως πρώτη λύση την ειδοποίηση της αστυνομίας).
Τι είχε να πει για τα παραπάνω στο μήνυμα που απηύθυνε στους πολίτες ο πρωθυπουργός την Πέμπτη; Τίποτα το ιδιαίτερο, πέρα από το χιλιοειπωμένο κλισέ της ατομικής ευθύνης που αυτή τη φορά διατυπώθηκε με το δίλημμα “αυτοπροστασία ή καραντίνα”. Αθεράπευτα νεοφιλελεύθερος ο Κυριάκος Μητσοτάκης… Και πολιτικάντης, αφού και πάλι υποσχέθηκε πολλά…

Νίκος Γιαννόπουλος
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet