Η Λέλα Μηνοπούλου, όπως ήταν το πατρικό της όνομα, γεννήθηκε το 1898 στη Λίμνη της Εύβοιας. Ήταν η μεγαλύτερη κόρη, του Αθανάσιου Μηνόπουλου και της Σοφίας Μπούμπουλη. Το 1916 παντρεύτηκε το φαρμακοποιό Νίκο Καραγιάννη, με τον οποίο απέκτησαν επτά παιδιά. Την Ιωάννα, τον Γιώργο, την Ηλέκτρα, τον Βύρωνα, τον Νέλσωνα, την Νεφέλη, και την Ελένη. Όταν οι Γερμανοί μπήκαν στην Ελλάδα, το πνεύμα Ελευθερίας και Αντίστασης που διαμορφώνεται στη συνείδηση της Λέλας Καραγιάννη, την καθιστά μια από τις πρωτεργάτιδες της Εθνικής Αντίστασης. Από τις πρώτες ημέρες της Κατοχής, πρωτοστατεί στη δημιουργία αντιστασιακής ομάδας, αρχίζοντας πρώτα από τα μέλη της οικογένειάς της κι αρχίζει το έργο της απόκρυψης και φυγάδευσης βρετανών στρατιωτικών που είχαν εγκλωβιστεί στη χώρα μας. Με τον καιρό, η μικρή ομάδα μεγάλωσε και εξελίχθηκε στην περιβόητη αντιστασιακή οργάνωση με το όνομα «Μπουμπουλίνα», που αριθμούσε εκατοντάδες μέλη. 

«Ο αγώνας μας δεν έχει μέτωπο, μόνο στόχους. Για να πετύχουμε τους στόχους μας χρειάζεται πειθαρχία, απόλυτη μυστικότητα και σύνεση. Πρέπει να χτυπήσουμε τον εχθρό με τα δικά του όπλα, εκ των έσω. Θα φτιάξουμε το δικό μας Δούρειο Ίππο», συνήθιζε να λέει η ίδια. Για τη διατήρηση της μυστικότητας χώρισε τα μέλη της ομάδας της ανά 2- 3 άτομα, αποφεύγοντας να τους συναντά όλους μαζί. Βαδίζοντας πλέον στο μονοπάτι της κατασκοπείας και της δολιοφθοράς εναντίον των κατακτητών, μάζεψε γύρω της πολλούς πατριώτες, τους οποίους τοποθέτησε σε θέσεις-κλειδιά των δυνάμεων κατοχής, αποσπώντας σημαντικές πληροφορίες για τον εχθρό. Αυτά τα στοιχεία μεταβίβαζε στους συμμάχους, καταφέρνοντας τελικά σημαντικά πλήγματα εναντίον των δυνάμεων κατοχής. Ανατινάξεις αεροδρομίων, καταβυθίσεις υποβρυχίων και νηοπομπών ήταν μερικά μόνο από τα πλήγματα που έγιναν χάρη σε εκείνη. Ακόμα, τροφοδοτούσε με πολεμοφόδια από τις αποθήκες των στρατευμάτων κατοχής και φαρμακευτικό υλικό από την αποθήκη του συζύγου της αντάρτικες ομάδες της υπαίθρου.

Το καλοκαίρι του 1944, η Λέλα Καραγιάννη είχε γίνει και ενεργός συνεργάτης του κατασκοπευτικού δικτύου Απόλλων, οπότε και συνελήφθη μαζί με πέντε από τα παιδιά της και βασανίστηκε στα κρατητήρια της οδού Μέρλιν. Η σύλληψη έγινε καθώς ο συνεργάτης των Γερμανών, Γιώργος Ριζόπουλος, ζήτησε από την Καραγιάννη να μεσολαβήσει για να τον συνδέσει, μαζί με τον αρχηγό των Ταγμάτων Ασφαλείας, Ντερτιλή, με το δίκτυο του Απόλλωνα. Ο Ριζόπουλος όμως συνελήφθη και κατέδωσε την Καραγιάννη με αποτέλεσμα τη σύλληψή της, μαζί με δύο συνεργάτες της. Η Καραγιάννη είχε αναφέρει ότι, σε μελλοντική απόβαση των Βρετανών, τα Τάγματα Ασφαλείας θα μπορούσαν να «προσφέρουν μεγάλες υπηρεσίες». Δεν ήταν η πρώτη φορά, αφού τον Οκτώβρη του 1941 είχε επίσης συλληφθεί και μετά από 7 μήνες απελευθερώθηκε, κατόπιν μεσολάβησης του συζύγου της με τον οποίο συνεννοήθηκε ώστε να χρησιμοποιήσει το πατρικό της όνομα κατά την ανάκριση και έτσι να απαλλαχθεί και ίδιος αλλά αργότερα και η ίδια λόγω έλλειψης στοιχείων. Το διάστημα που έμεινε στη φυλακή δεν πέρασε αναξιοποίητο για εκείνη, καθώς της δόθηκε η ευκαιρία να στρατολογήσει νέα στελέχη που είχαν φυλακιστεί προσωρινά εκεί. 

Εν τέλει, το καλοκαίρι του 1944, η Καραγιάννη έπεσε τελικά στα χέρια των Γερμανών. Την περίοδο εκείνη η ίδια νοσηλευόταν σε νοσοκομείο λόγω εξασθένησής της υγείας της και παρότι πληροφορήθηκε για την επικείμενη σύλληψή της, δεν θέλησε να το σκάσει. Έτσι μετά από αρκετές ημέρες βασανιστηρίων στα κρατητήρια της οδού Μέρλιν, μεταφέρθηκε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Χαϊδαρίου και στις 8 Σεπτεμβρίου 1944 εκτελέστηκε στο παρακείμενο άλσος Χαϊδαρίου, μαζί με άλλους 59 αγωνιστές της Αντίστασης, στην πλειοψηφία τους συνεργάτες της Εθνικής Αντίστασης, περίπου ένα μήνα πριν από την Απελευθέρωση.

 

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2020 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet