Σε αντίθεση με πολλούς πιστεύω πως στον αντιφασισμό δεν πρέπει να υπάρχουν αποκλεισμοί. Όλοι χωρούν σε έναν σκοπό που υπερβαίνει τις πολιτικές γιατί ουσιαστικά μάχεται κατά του θανάτου της πολιτικής. Ο αντιφασισμός όμως δεν είναι συγχωροχάρτι. Δεν προκαλεί αμνησία, ούτε ξεχρεώνει παλαιές ή σύγχρονες αμαρτίες. Πολλοί ήταν αυτοί που τις μέρες πριν από την ιστορική δίκη της Χρυσής Αυγής εξέφρασαν δυσαρέσκεια για διάφορες εκδηλώσεις κατά της εγκληματικής οργάνωσης. Είδαν εκεί επιφανειακότητα (και σε κάποιες περιπτώσεις υποκρισία), μια pop εκδοχή του αντιφασισμού χωρίς βάθος, ευκαιριακή και μοδάτη. Μπορώ να καταλάβω την ενόχληση και μπορώ να καταλάβω τις ενστάσεις. Αλλά διαφωνώ. Βλέπετε, πιστεύω πως ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα των τελευταίων ετών ήταν ακριβώς η αντίστοιχη “pop” κανονικοποίηση του φασισμού. Οι δημοσιογράφοι που έκαναν δήθεν σοβαρές κουβέντες με ανθρώπους που σήμερα κρίνονται επισήμως εγκληματίες, η προσπάθεια του lifestyle να ενσωματώσει τη σβάστικα ως trendy αξεσουάρ, ο χώρος που δόθηκε σε δημόσια πρόσωπα, τραγουδιστές κτλ που ανοιχτά υποστήριζαν τη Χρυσή Αυγή. Αλλά κυρίως η κανονικοποίηση σε επίπεδο καθημερινότητας. Οι κουβέντες που πετύχαινες στις γωνίες των δρόμων ή άκουγες από τα μπαλκόνια, η στάση των ανθρώπων απέναντι σε καθημερινά φαινόμενα, τα ξεσπάσματα μίσους σε επί μέρους περιπτώσεις. Ειδικά όταν έβλεπες βουλευτές του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ να προσεταιρίζονται τον χρυσαυγίτικο λόγο και να τον αναπαράγουν λειασμένο σε δηλώσεις κι ακόμα χειρότερα σε πολιτικές πράξεις. Το περιθώριο για λίγο έμοιαζε ικανό να καταπιεί το κέντρο και να βουτήξει το σύνολο στο σκοτάδι.

Όλα αυτά άρχισαν να τρίζουν και να καταρρέουν με τη δολοφονία Φύσσα. Γιατί η δολοφονία ήταν το τέλος των δικαιολογιών. Για πολιτικούς, δημοσιογράφους και μαζί τον οποιοδήποτε. Ο διευρυμένος χρυσαυγιτισμός επιβίωσε. Έστω και κεκαλυμμένος. Λούφαξε για λίγο και βρήκε περιθώριο δράσης στα συλλαλητήρια για την Μακεδονία και στα πογκρόμ κατά των μεταναστών στα νησιά. Παίρνει μέχρι και σήμερα την μορφή της γυναικοκτονίας, των ομοφοβικών επιθέσεων από την μεριά της αστυνομίας, των καθημερινών ρατσιστικών σχολίων. Όλα αυτά μέχρι το αποτέλεσμα της δίκης την ιστορική Τετάρτη 7 Οκτωβρίου.

Αυτό που κατοχυρώθηκε με τη δίκη, τις εκδηλώσεις και τις κινήσεις γύρω από αυτή είναι ένας διευρυμένος αντιχρυσαυγιτισμός. Μια γενικότερη απαξίωση και απέχθεια απέναντι σε πρόσωπα, αισθητικές και πρακτικές, αλλά φυσικά και πολιτικές. Το ζητούμενο είναι πως ο αντιχρυσαυγιτισμός μπορεί να μετουσιωθεί σε αντιφασισμό. Και το πώς ο αντιφασισμός θα επιμεριστεί σε μια στάση απέναντι σε καθημερινές πρακτικές όπως ο ρατσισμός, ο σεξισμός ή ομοφοβία κτλ. Ακόμα και αν οι φορείς τους δεν κουβαλούν τον αγκυλωτό σταυρό, ακόμα και αν είναι άτομα υπεράνω πάσης υποψίας ή ακόμα και θεσμικοί παράγοντες. Αν η pop εκδοχή του αντιφασισμού λειτουργεί ως σημείο εκκίνησης πιστεύω πως είναι μάλλον κάτι το θετικό. Το πρόβλημα προκύπτει αν είναι όντως ένας τερματισμός. Μια επιφανειακή πόζα ανάμεσα σε άλλες, ένα ρηχό διαπιστευτήριο ορθής συμπεριφοράς.

Μπορούμε να συμπεράνουμε πως η δίκη και το κίνημα αλληλεγγύης που τη συνόδεψε αποτελούν μια μεγάλη νίκη. Αλλά δεν πρέπει να αποτελέσουν το τέλος μιας διαδικασίας. Αλλά μια νέα αφετηρία. Ένα ιστορικό επιχείρημα, ένα ατράνταχτο κέρδος, μία κατάκτηση. Και μαζί ένα εφαλτήριο αντιφασισμού που οφείλει να βαθύνει και να επεκταθεί.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2020 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet