Ενας – ένας μας αποχαιρετούν οι σύντροφοι της πρώτης μετεμφυλιακής γενιάς, οι αγωνιστές και αγωνίστριες, της πολύ δύσκολης και τραχιάς εκείνης εποχής, που για μας τους νεότερους ήταν ταυτόχρονα και οι ιδεολογικοί μας προπάτορες, αγωνιστικά παραδείγματα, κυρίως. Γιατί έπρεπε να έχεις καρδιά, ως νέος εκείνη την περίοδο, αντοχές μεγάλες στη Ζάκυνθο, ιδιαίτερα στα χωριά της για να αντέξεις τα θεσμοθετημένα ή παρακρατικά εμπόδια που έπρεπε να υπερπηδήσεις για να ζήσεις. Δεν μπορούσες να δουλέψεις στο δημόσιο, δεν μπορούσες να γίνεις μετανάστης, να κυνηγήσεις, δεν μπορούσες ακόμη και να κουρευτείς στον κουρέα που θέλεις αν ήταν αριστερός (όπως ο Γιώργης ο Κατσίγιαλος)! Που όταν πήγαινε ταξίδι για να συναντήσει τη Σία – ήταν από τον Σταφιδόκαμπο της Αμαλιάδας – ο ζακυνθινός χωροφύλακας τον “συνόδευε” έως την Κυλλήνη και τον “παρέδιδε” στον Μωραΐτη.

 

 

Και αν ήσουν αγρότης, με αριστερή οικογένεια, έπρεπε να έχεις ακόμη και τον στάβλο καθαρό, δεμένα τα σκυλιά, τα πάντα σε τάξη για να μην σε ταράξουν στις μηνύσεις. Η σκιά του χωροφύλακα πολύ συχνά γινόταν πολύ απτή και το “πέρασε από την αστυνομία, σε θέλει ο νωματάρχης” μετά την τρομοκρατία, συχνά, κατέληγε σε ξυλοδαρμό.
Ο Τάσης Μαρίνος – Κάβουρας ήταν ένας απ’ αυτούς τους άφοβους νέους εκείνης της περιόδου που στήσανε, μαζί με τους επιζήσαντες εαμικούς, την ΕΔΑ και τη νεολαία της, και μετά τη Νεολαία Λαμπράκη. Που σκαρφίζονταν χίλιους τρόπους για να δηλώσουν την παρουσία του κόμματος, να κυκλοφορήσουν την «Αυγή», να δίνουν το παρών στο δρόμο, στα μαγαζιά διαβάζοντάς τη φανερά. Ως φαντάρος γνώρισε την ύστερη Μακρόνησο. Ως στέλεχος της ΕΔΑ πιάστηκε όταν έγινε η δικτατορία και οδηγήθηκε στη Γιούρα. Από τους πρώτους που οργανώθηκε, με τη μεταπολίτευση, στο ΚΚΕ εσωτερικού, μετά στον Συνασπισμό και τώρα σταθερός πάντα στον ΣΥΡΙΖΑ, στην Καλλιθέα.
Γεννήθηκε στο Μπουγιάτο Ζακύνθου το 1934 από αγροτική οικογένεια, αριστερή, ο πατέρας του ο Κόντες (Μίμης) κομμουνιστής από τον μεσοπόλεμο. Οι οικογένειές μας - και οι δικοί μου στον μεσοπόλεμο είχαν ρίζες - από τη μια μεριά και από την άλλη της ράχης, φιλικές με τις ίδιες διαδρομές και παραδαρμούς. Που παρακολουθούσε η μια τη ζωή της άλλης, τις λύπες και τις χαρές τους. Τρύγαε σταφίδα στο κτήμα ενός χωριανού του τον Αύγουστο του 1973 όταν από το ραδιόφωνο, που το ’χαν για συντροφιά σε ένα δέντρο, άκουσε ότι δόθηκε αμνηστία από τη χούντα και μόλις άκουσε το όνομά μου, διότι έλεγαν και τα ονόματα, άρπαξε το ποδήλατο και “πάω να πω τα συχαρίκια στην Κανέλλαινα” είπε κι έφυγε “σφαίρα” για τα Κανελλαίϊκα.
Δούλεψε πολύ στη ζωή του, στο χωριό αλλά και στη Σαλαμίνα όπου μετανάστευσε με την οικογένειά του και μαζί με την Σία έδωσαν πραγματική μάχη να ριζώσουν. Και ρίζωσαν, σπούδασαν τις δυο κόρες τους. Τις είδε να παντρεύονται, να κάνουν παιδιά και εκείνοι εγγόνια. Είχαν και πίκρες μεγάλες, τον θάνατο της πρώτης κόρης τους της Ρέας που ποτέ δεν ξεπέρασε. Αλλά και αισιόδοξος, δεν το ’βαλε κάτω και παρά τις αρρώστιες του, πάρα πολλές, πάντα αλλά ιδίως σε κάθε εκλογές έπαιρνε φωτιά και μας παρακινούσε για το πώς θα δώσουμε τη μάχη. Η τελευταία φορά που τον είδα σε εκδήλωση, ίσως πριν ενάμιση χρόνο, ήταν στην παρουσίαση ενός βιβλίου στην αίθουσα των Αρχαιολόγων για την αντιδικτατορική πάλη, ήμουν κι εγώ ομιλητής. Τα είπαμε, τότε. Όπως κι άλλες φορές από το τηλέφωνο. Καλό ταξίδι Τάση. Εκεί βέβαια θα βρεις πολλούς αλλά σου θυμίζω τους κουμπάρους σου τη Μαίρη και τον Παναγιώτη. Έτσι γίνεται πάντα, οι παραμένοντες συνεχίζουμε. Τα αληθινά και θερμά μας συλλυπητήρια στην οικογένειά του, πρώτα απ’ όλους στη Σία, την κόρη του Γιώτα, τους γαμπρούς του και τα εγγόνια του. Και πηγαίνοντας η μνήμη πιο πίσω τον Μπάμπη, την Πόπη.


Παύλος Κλαυδιανός (Κανέλλος)

Παύλος Κλαυδιανός Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2020 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet