H αδυναμία της Ανγκέλα Μέρκελ να πείσει τους πρωθυπουργούς των 16 ομόσπονδων κρατιδίων για μια κοινή γραμμή απέναντι στον κορονοϊό είναι δηλωτική και των πολιτικών προβλημάτων της χώρας, που συνειδητοποιεί σε μια σειρά τομείς ότι δεν είναι αρκετό να κάθεσαι πάνω στις δάφνες σου για να διασφαλίσεις ένα φωτεινό μέλλον. Από την άλλη, αποκαλύπτει και την τοξικότητα ενός συστήματος, που επικαλούμενο διαρκώς την «ατομική ευθύνη» οδηγεί πολίτες και θεσμούς σε πρακτικές «ατομικής σωτηρίας».

Η Ανγκέλα Μέρκελ κάθε άλλο παρά ευτυχής εμφανίστηκε μετά την πολύωρη συνάντησή της με τους 16 πρωθυπουργούς των κρατιδίων την περασμένη Πέμπτη. Παραδέχτηκε και η ίδια ότι ο συντονισμός για την καθολικότητα των περιοριστικών μέτρων για την covid-19 κάθε άλλο παρά ιδανικός είναι και άφησε να εννοηθεί ότι αυτό μπορεί να κοστίσει ακριβά στη χώρα. Αλλά οι πρωθυπουργοί δεν μπόρεσαν να βρουν κοινή γλώσσα, παρά το γεγονός ότι νωρίτερα είχαν ακούσει επιδημιολόγους να προειδοποιούν ότι «δεν βρισκόμαστε στις 12 παρά πέντε, αλλά στις 12 ακριβώς, αν θέλουμε πραγματικά να στρίψουμε το καράβι».
Πολλοί προβλέπουν ότι αυτή η «Βαβέλ» μέτρων και ρυθμίσεων που συνεχίζει να κυριαρχεί στη χώρα θα γίνει αισθητή τα Χριστούγεννα, όταν οι γερμανοί πολίτες μπορεί να βρεθούν να γιορτάζουν κλειδωμένοι στο σπίτι.
Ένα από τα βασικά σημεία διαφωνίας παραμένει το τεστ για εσωτερικές μετακινήσεις στη χώρα, όπου για να επιτραπεί η διαμονή σε ξενοδοχεία ορισμένα κρατίδια απαιτούν να προϋπάρχει αρνητικό τεστ για τους προερχόμενους από τις περιοχές υψηλού κινδύνου. Αν και κορυφαίοι επιστήμονες θεωρούν ότι το μέτρο είναι παράλογο και αναποτελεσματικό είναι πολλές οι πολιτικές σκοπιμότητες σε τοπικό επίπεδο που εμποδίζουν την κατάργησή του. Ουσιαστικά ο διχασμός οφείλεται στην επίγνωση όλων ότι κανείς τους δεν είναι έτοιμος να ανταπεξέλθει σε ένα πραγματικό πανδημικό σοκ. Έτσι, όλοι εναποθέτουν τις ελπίδες τους στην περιχαράκωση, που ευνοεί η διαφορετική διασπορά του ιού στην χώρα. Το αποτέλεσμα είναι μια πανσπερμία μέτρων με τους πολίτες να μην γνωρίζουν συχνά τι πρέπει να κάνουν και πού πρέπει να απευθυνθούν. Την ανησυχία ενισχύουν οι ειδήσεις από τις γειτονικές χώρες, όπου ο ιός και πάλι καλπάζει και οι εκεί κυβερνήσεις προσπαθούν με σπασμωδικά μέτρα να αντιδράσουν, δημιουργώντας συχνά περισσότερα προβλήματα, από αυτά που υποτίθεται ότι θέλουν να λύσουν.
Ο ομοσπονδιακός χαρακτήρας της χώρας, που θεωρείτο πάντα ένα από τα μεγάλα πλεονεκτήματά της, στη συγκεκριμένη συγκυρία αποδεικνύεται ως τεράστιο πρόβλημα. Σίγουρα η εμπλοκή έχει να κάνει και με το γεγονός ότι η «αυθεντία» της κυρίας Μέρκελ έχει πάψει να θεωρείται αδιαμφισβήτητη και οι δυνατότητές της να επιβληθεί έχουν μειωθεί αισθητά. Αυτό είναι ένας προάγγελος και των πολιτικών εξελίξεων που έρχονται τα επόμενα χρόνια στη μετά-Μέρκελ εποχή, με την κοινωνία κλονισμένη και την οικονομία σαφώς τραυματισμένη.

Σαν μια μικρή Ένωση

Αυτό που συμβαίνει στην Γερμανία θυμίζει σε πολλούς αυτό που ζούμε εδώ και χρόνια εντός της ΕΕ. Ατέλειωτες συσκέψεις, συζητήσεις, διαβουλεύσεις και στο τέλος ο καθένας κάνει το δικό του. Στην εποχή της «ατομικής ευθύνης», η μετάλλαξη σε λογικές «ατομικής σωτηρίας» δεν είναι καθόλου δύσκολη. Ο κάθε πολίτης κοιτάζει να σώσει τον εαυτό του και την οικογένειά του. Η κάθε πόλη τους κατοίκους της. Η κάθε περιφέρεια το ίδιο. Η κάθε χώρα ακολουθεί. Η πανδημία διαλύει μύθους περί συνεργασίας και συλλογικότητας. Αποδεικνύει αδυναμίες λειτουργίας όχι μόνο ενός οικονομικού συστήματος, που είχε οικοδομηθεί στη λογική της υπερκατανάλωσης, αλλά και ενός πολιτικού συστήματος που βασιζόταν στην εμπιστοσύνη και στην υπακοή των πολιτών.
Δεν είναι «κατόρθωμα» μόνο της covid-19. Η εμπιστοσύνη προς τους θεσμούς είχε κλονιστεί εδώ και χρόνια στην Ευρώπη. Η αδυναμία επίλυσης της οικονομικής κρίσης, η απροθυμία της πολιτικής ηγεσίας να παρουσιάσει ένα σχέδιο αναδιανομής, ο φοβικός τρόπος αντιμετώπισης του προσφυγικού και η παντελής απουσία της λογικής της αλληλεγγύης έδειξαν τεράστιες τρύπες σε μια κουρελού, που παρουσιαζόταν ως ένα μοναδικό και πολύχρωμο έργο τέχνης, αλλά τελικά αποδείχτηκε αυτό που ήταν. Μια κουρελού με τυχαία μεταξύ τους κομμάτια, κομμένα και ραμμένα απλώς στην τύχη και με βραχυπρόθεσμες σκοπιμότητες.
Η κυβέρνηση του Βερολίνου, και πολύ περισσότερο οι τοπικές κυβερνήσεις των 16 σε κάποια στιγμή έμοιαζαν να αναπαύονται στις δάφνες τους. Το γεγονός ότι η ασθένεια αντιμετωπίστηκε πολύ πιο αποτελεσματικά από ότι στις γειτονικές χώρες καθησύχασε πολλούς. Ίσως η ίδια η Μέρκελ να διατηρούσε κάποιες αμφιβολίες. Αλλά και σε αυτό τον τομέα έδειξε ότι δεν έχει πια το σθένος ή και την δύναμη να επιβληθεί. Οπως δυσκολεύεται να επιβληθεί πλέον και σε κάποιους άτακτους εταίρους της εντός και εκτός ΕΕ.

Περιμένοντας το «θαύμα»

Είναι πλέον σαφές ότι το πολιτικό προσωπικό της Ευρώπης είχε εναποθέσει τις ελπίδες του είτε σε ένα «θαύμα» που θα έκανε τον ιό να εξαφανιστεί από μόνος του ή σε ένα θαύμα της επιστήμης, που θα έφερνε το γρήγορο εμβόλιο ή κάποια μαγική θεραπεία. Τίποτα από τα δύο δεν φαίνεται άμεσα στον ορίζοντα. Όπως δεν διαφαίνεται και καμιά άλλη πολιτική πρόταση αντιμετώπισης αυτών των πρωτόγνωρων καταστάσεων. Σχεδόν σε όλη την Ευρώπη οι κυβερνήσεις δεν αξιοποίησαν την «ανάσα», που τους έδωσε το καλοκαίρι για να ενισχύσουν τα συστήματα υγείας, να αναδιαρθρώσουν δομές, να σκύψουν πάνω από τα κοινωνικά προβλήματα, που ανέδειξαν οι αντιδράσεις πανικού με τα τυφλά lockdown. Δεν συνέβη μόνο στην Ελλάδα αυτό. Η περίπτωση Μακρόν είναι η πιο χαρακτηριστική. Με τηλεοπτικές εμφανίσεις και φλυαρίες ο γάλλος πρόεδρος προσπέρασε τις εκκλήσεις γιατρών και νοσηλευτών για ενίσχυση της Υγείας. Και τώρα το μόνο που έχει να προτείνει είναι ο «περιορισμός κατ΄οίκον».
Στην Γερμανία το σύστημα υγείας είναι φυσικά πολύ πιο εύρωστο. Αλλά και εδώ υπάρχουν προειδοποιήσεις για «υπερφόρτωση» των υπηρεσιών Υγείας, καθυστερήσεις στην ανάλυση των τεστ, δυσλειτουργίες των συστημάτων ιχνηλάτησης. Οι ενισχύσεις που δόθηκαν ήταν μικρές σε σχέση με τα μυθικά ποσά που απορρόφησαν ως «στήριξη» οι μεγάλες βιομηχανίες και επιχειρήσεις της χώρας. Κανείς δεν τόλμησε να δει την πανδημία ως μια μεγάλη ευκαιρία για να αμφισβητήσει τη λογική του συστήματος, που αποδείχθηκε τελικά ανίκανο να προστατεύσει τη μεγάλη πλειοψηφία, τόσο από την λοίμωξη όσο και από την φτωχοποίηση. Και εδώ τεράστιες είναι και οι ευθύνες της Αριστεράς, που για μεγάλο διάστημα ένοιωσε τυχερή στο ρόλο μιας μειοψηφίας, που παρατηρεί απλώς και σποραδικά «γκρινιάζει» για κάποια μέτρα όχι σε σχέση με την ποιότητα, αλλά κυρίως για την ποσότητά τους.
Πολλά έχουν ειπωθεί για το πώς η πανδημία θα αλλάξει τον πλανήτη. Το κάνει ήδη. Οι πλούσιοι έχουν γίνει πλουσιότεροι, τόσο στην Γερμανία όσο και αλλού και κυρίως έχουν κατανοήσει ότι ακριβώς αυτή η τεράστια ανισότητα που τους εξασφαλίζει ο πλούτος τους είναι η καλύτερη «ασπίδα προστασίας» τους, που πρέπει να διαφυλάξουν και να ενισχύσουν ακόμα περισσότερο. Αυτοί που είχαν την ψευδαίσθηση ότι χάρις στον κορονοϊό θα δουν το νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό να αυτοκαταστρέφεται, κάποια στιγμή θα πρέπει επιτέλους να εγκαταλείψουν τον κόσμο των ονείρων.

Πρόσφατα άρθρα ( Ευρώπη )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2020 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet