H ετυμηγορία των Αμερικανών για την προεδρία των ΗΠΑ πλησιάζει και είναι πολλοί σε όλο τον κόσμο που κρατούν την ανάσα τους για το αποτέλεσμα. Μέχρι σήμερα οι δημοσκοπήσεις δίνουν προβάδισμα στο Δημοκρατικό Κόμμα και τον Τζο Μπάιντεν μέχρι και 10 ποσοστιαίες μονάδες, αλλά όπως μας έχει διδάξει το παρελθόν αυτό δεν διασφαλίζει το αποτέλεσμα ιδιαίτερα στο αμερικανικό εκλογικό σύστημα.
Η «Εποχή» συνομίλησε με την καθηγήτρια Πολιτικής Θεωρίας Νάντια Ουρμπινάτι για την προεδρία του Ντόναλντ Τραμπ, κατά τη διάρκεια της οποίας το αμερικάνικο όνειρο αντικαταστάθηκε από το πρότυπο των «περήφανων αγοριών» και για τα κινήματα που αναπτύσσονται μέσα στην αμερικανική κοινωνία.

 

Οι ΗΠΑ διανύουν μια περίοδο κοινωνικών συγκρούσεων. Τι αποτύπωμα αφήνει αυτή η περίοδος στη δημοκρατία και πώς επιδρά στη ριζοσπαστικοποίηση των πολιτών;
Η αμερικανική κοινωνία βρίσκεται διαρκώς σε αναταραχή. Δεν υπήρξε ιστορικά κάποια περίοδος κατά την οποία να μην διεξάγονταν συγκρούσεις στην κοινωνία μεταξύ είτε διαφορετικών εθνοτήτων είτε διαφορετικών τάξεων είτε διαφορετικών φύλων κ.λπ. Πρόκειται για μια μακρά ιστορία αγώνων για συμπερίληψη και ισότητα. Ωστόσο, η παρούσα περίοδος κοινωνικών συγκρούσεων είναι κατά κάποιο τρόπο μοναδική: για πρώτη φορά ο πρόεδρος των ΗΠΑ ρίχνει λάδι στη φωτιά. Ο ίδιος ο πρόεδρος προωθεί στο δημόσιο λόγο του μια πολύ επικίνδυνη θέαση της κατάστασης: ότι, δηλαδή, οι αντιφασίστες υποκινούν διαμαρτυρίες και αναταραχές και είναι υπεύθυνοι για την κατάσταση στην κοινωνία. Συνεπώς οι πολίτες που αντιδρούν εναντίον των διαδηλωτών δεν έχουν ευθύνη. Πρόκειται για πολύ επικίνδυνο επιχείρημα. Πρώτον, διότι στρέφει ένα τμήμα του πληθυσμού εναντίον ενός άλλου. Δεύτερον, διότι δικαιολογεί τη βία. Τρίτον, διότι ο νυν πρόεδρος δομεί την προεκλογική του εκστρατεία με επίκεντρο τη δικαιολόγηση της βίας, προβάλλοντας την κατάσταση εκτάκτου ανάγκης και δικαιολογώντας τη χρήση του δόγματος «νόμος και τάξη».

Σε αυτό το πλαίσιο τι σημαίνει όταν ο Τραμπ επικαλείται και επιβραβεύει τα «περήφανα αγόρια» (Proud Boys);
Ο ίδιος ο Τραμπ προβάλλει τον εαυτό του ως ισχυρό προστάτη των πολιτών. Το ίδιο αφήγημα επιχείρησε να προωθήσει και απέναντι στον κορονοϊό «κοιτάξτε με είμαι ικανός να νικήσω ακόμα και τον κορονοϊό, είμαι δυνατότερος από αυτόν». Αφενός, προωθεί τον εαυτό του ως πρότυπο: «δείτε τι κάνω εγώ, μην ακούτε τους γιατρούς και τον δρ Άντονι Φάουτσι». Αφετέρου, προωθεί το αφήγημα «είμαστε ισχυρός λαός, πιο ισχυροί από τους Κινέζους, εμείς θα νικήσουμε τον κορονοϊό». Επιχειρεί να αναζωπυρώσει μια προβολή ότι οι Αμερικάνοι είναι ισχυρή δύναμη, πιο ισχυρή από όλες τις χώρες του κόσμου, πιο ισχυρή από την ίδια τη φύση.

Την ίδια στιγμή, η άλλη όψη αυτών των χειρισμών βλάπτει πρωτοφανώς την εικόνα των ΗΠΑ, αλλά και το ίδιο το «αμερικανικό όνειρο» που αποτέλεσε πυλώνα συνοχής για την αμερικανική κοινωνία.
Με αυτούς τους χειρισμούς προκαλούνται δυο ζημίες, κατά τη γνώμη μου, που συναντιούνται. Από τη μία, στην εικόνα των ΗΠΑ, η οποία ήταν προς τα έξω πάντα βασισμένη στην ισχύ και τη βία. Στην πραγματικότητα ήταν έτσι και πριν τον Τραμπ και μάλιστα επί της δικής του προεδρίας δεν προκλήθηκαν στρατιωτικές επεμβάσεις. Ωστόσο, παρότι δεν λειτουργεί πολεμικά στο στρατιωτικό πεδίο, συντηρεί ένα κλίμα πολεμικό, εκφοβισμού, με επίκεντρο τη μηδενική ανοχή. Από την άλλη, στη μεσαία τάξη. Το λεγόμενο «αμερικανικό όνειρο» είναι ένα απίθανο αφήγημα που χρησιμοποιείται για να κρατά σε ακινησία τους φτωχούς. Δημιουργεί δήθεν ελπίδα για το μέλλον και συντηρεί τη δική τους ενοχή για τις αποτυχίες τους. Αυτό λειτούργησε για όσο καιρό αναγόταν σε κάποια γη της επαγγελίας. Πλέον η γη της επαγγελίας έχει γίνει γη της δυστυχίας. Όταν πρέπει να κάνεις τρεις δουλειές για να επιβιώσεις, δεν υπάρχει χρόνος για ζωή. Όταν το ύψος των μισθών και η αγοραστική τους αξία βαίνουν μειούμενα, δεν αγωνίζεσαι για να καλυτερέψεις το βιοτικό σου επίπεδο, αλλά για να καταφέρεις να επιβιώσεις.

Ποιος είναι λοιπόν ο ομφάλιος λώρος που συνδέει τον Τραμπ με τους ψηφοφόρους του;
Η αμερικανική κοινωνία χαρακτηρίζεται από ποικιλομορφία. Ο συνεκτικός ιστός για όλες τις διαφορετικότητες είναι ο νόμος και το Σύνταγμα, από θεσμική πλευρά. Από ιδεολογική πλευρά όμως, το ετερόκλητο πλήθος συνέχεται από το «αμερικάνικο όνειρο». Ο Τραμπ είναι το πρότυπο και το παράγωγο αυτού του ιδεολογήματος. Οι ΗΠΑ δεν είναι οι μητροπόλεις, αυτές δεν είναι αντιπροσωπευτικές της αμερικανικής κοινωνίας. Οι ΗΠΑ είναι η τεράστια περιφέρεια, οι κάτοικοι στα μικρά χωριά και τις κωμοπόλεις, που ξυπνούν το πρωί και έχουν μπροστά τους μια μακρά ημέρα μόχθου, με επισφάλεια, που είναι απομονωμένοι. Για αυτούς τα πράγματα δεν είναι απλά, δεν είναι εργάτες μιας μεγάλης δύναμης, το παγκόσμιο σκηνικό έχει αλλάξει και έχει πολλούς ανταγωνιστές. Το πρότυπο λοιπόν του Τραμπ που μπορεί να καταπατά το νόμο, να φοροδιαφεύγει, να λειτουργεί εκφοβιστικά και αλαζονικά διασκεδάζει τις αγωνίες τους.

Οι Aμερικανοί που ιδεολογικά ανήκουν στην Αριστερά, πώς εκφράζονται πολιτικά σε αυτό το πολιτικό σκηνικό;
Η αντιπολίτευση συναπαρτίζεται από πολλά περισσότερα σχήματα εκτός από το Δημοκρατικό Κόμμα. Ωστόσο, ελπίζω ότι οι πολίτες θα κρατήσουν την ανάσα τους και θα πάνε να ψηφίσουν τον Τζο Μπάιντεν. Ακόμα και όσοι αντιτάσσονται στο Τραμπ δεν πάνε να ψηφίσουν και αυτό αποτελεί ένα μεγάλο πρόβλημα. Υπάρχουν ριζοσπαστικοποιημένοι αριστεροί που δεν πιστεύουν στο αστικό πολιτικό σύστημα.

Γιατί ο Τζο Μπάιντεν κρίθηκε η βέλτιστη επιλογή από τους Δημοκρατικούς για να αναμετρηθεί με τον Τραμπ;
Δεν νομίζω ότι ήταν η βέλτιστη επιλογή. Αποτέλεσε μάλλον προϊόν των συνεπειών της πανδημίας στις εσωκομματικές διαδικασίες των Δημοκρατικών. Δεν μπόρεσαν καν να κάνουν ανοικτές συνεδριακές διαδικασίες, με αποτέλεσμα οι συνυποψήφιοι του Μπάιντεν για το χρίσμα να μη γίνουν ευρέως γνωστοί. Επιπλέον όταν πρόκειται για εκλογικές αναμετρήσεις στις οποίες ο πρώτος νικάει, προκρίνεις τον πιο κεντρώο. Διότι ο στόχος είναι να συγκεντρώσεις τις ψήφους ετερόκλητων πολιτών, αλλά το κέντρο είναι πιο πλειοψηφικό από το περιθώριο.

Ποιος είναι ο ρόλος της υποψήφιας αντιπροέδρου των Δημοκρατικών, Καμάλα Χάρις. Αρκετοί υποστηρίζουν ότι το μέλλον επιφυλάσσει κεντρικό ρόλο για εκείνη, ιδιαίτερα αν ο Τζο Μπάιντεν εκλεγεί.
Αυτό δεν θα ήταν κακή εξέλιξη. Προέρχεται από το χώρο της Δικαιοσύνης και, αν και είναι σχετικά μετριοπαθής, έχει απόψεις αρκετά ριζοσπαστικές σε θέματα φυλετικά ή φεμινιστικά. Στην τηλεοπτική αναμέτρηση με τον Μάικ Πενς ήταν πολύ καλή.

Ο Μπάιντεν συνθηματοποιεί την επιστροφή στην κανονικότητα. Ποια κανονικότητα εννοεί;
Αυτό του είδους τα συνθήματα αποκαλύπτουν ιδεολογική φτώχεια.  Eίναι πια κατανοητό ότι ο κορονοϊός αποτελεί σύμπτωμα μιας μεγαλύτερης αρρώστιας, του νεοφιλελευθερισμού, της άκρατης ιδιωτικοποίησης. Δεν υπάρχει ένα παρελθόν που να ήταν τόσο καλό, ώστε να θέλουμε να το επαναφέρουμε. Όμως κατά κάποιο τρόπο είναι αναγκασμένος να χρησιμοποιεί ένα τέτοιου είδους σύνθημα, διότι οι Αμερικάνοι δεν μπορούν να αποδεχθούν ότι η Αμερική του «δοξασμένου» παρελθόντος δεν ήταν αρκετά καλή. Ότι, για παράδειγμα, ο Μπιλ Κλίντον κατέστρεψε το κράτος κοινωνικής πρόνοιας.

Υπάρχει ένα νήμα που συνδέει την κινηματική περίοδο του  Occupy Wall Street και το σημερινό κλίμα κοινωνικών αναταραχών;
Το κίνημα Occupy Wall Street αποτέλεσε μια μεταιχμιακή περίοδο κινηματικά. Έδωσε φωνή στους πολίτες και διατράνωσε τη διαπίστωση ότι οι θεσμοί δεν εκφράζουν το λαό, ότι οι πολιτικοί δεν εκφράζουν τους πολίτες. Το κίνημα Black lives matter πάει ακόμα βαθύτερα γιατί θέτει το ζήτημα του εκδημοκρατισμού των θεσμών. Δεν φτάνει πια να προτάσεις την αντίθεσή σου με τους θεσμούς, αλλά χρειάζεται να απαιτείς την εκ βάθρων αλλαγή της λειτουργίας των θεσμών, να διεκδικείς τη μεταρρύθμιση των θεσμών, όπως στην περίπτωση της αστυνομίας ή των φυλακών. Στις ΗΠΑ οι φυλακές είναι ιδιωτικές και αποτελούν την κόλαση επί γης.


H Nάντια Ουρμπινάτι διδάσκει Πολιτική Θεωρία στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια στη Νέα Υόρκη. Είναι τακτική αρθρογράφος σε ιταλικές εφημερίδες, ενώ έχει γράψει βιβλία μεταξύ των οποίων το: «Me The People: How Populism Transforms Democracy».

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2020 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet