Το 2007 ήταν μια περίεργη χρονιά. Είχαμε μόλις αρχίσει να εξοικειωνόμαστε με το διαδίκτυο, λέω για την εποχή που χτυπούσε το τηλέφωνο και έπεφτε η σύνδεση. Εμείς είχαμε μαθητικές καταλήψεις τότε, για το νόμο Γιαννάκου και φτάνοντας προς το τέλος, γινόταν σαφές ότι θα κερδίσουμε. Οπότε, έπρεπε να βρούμε άλλες ασχολίες.
Ξέρετε τώρα πώς είναι να οργανώνεσαι μικρός στην Αριστερά. Μιλάνε όλοι με δύσκολες λέξεις κι εσύ κάνεις ότι τις καταλαβαίνεις, αλλά το 2007 ήταν πιο εύκολο να είσαι νεοεισαχθείς στον ευρωκομμουνισμό, γιατί υπήρχε το ίντερνετ και δεν κόστιζε όσο τα βιβλία. Έτσι, όταν οι σύντροφοι μιλούσαν με δύσκολες λέξεις, μπορούσαμε να τις γκουγκλάρουμε. «Αχά, ώστε αυτή είναι η σπέκουλα, χμ, ώστε αυτό σημαίνει προτσές, ώστε έτσι, λοιπόν, αυτό είναι οι «δευτερεύουσες αντιθέσεις», μα εγώ διαφωνώ με τις δευτερεύουσες αντιθέσεις και να θυμηθώ να το πω στη επόμενη Πολιτική Κίνηση». Οπότε το 2007 ήταν μία καλή στιγμή να είσαι έφηβος, άφραγκος και αριστερός. Γιατί υπήρχε το ίντερνετ. Εξάλλου, βιβλία θα αγοράζαμε λιγάκι αργότερα.

Έτσι γνωρίσαμε τη Χρυσή Αυγή

Το 2007, λοιπόν, κερδίζαμε κάπου κι έπρεπε να αναμετρηθούμε κάπου αλλού: Ήταν το μακεδονικό το νέο μας μάθημα. Κι ήταν τόσο ωραία. Τις νύχτες διάβαζα στο ίντερνετ για τα Βαλκάνια, για τους έλληνες στρατηγούς του 19ου αιώνα, τι αποκαλούσαν τότε Μακεδονία, όλα αυτά. Στη Βουλή υπήρχε το ΛΑ.Ο.Σ, του Καρατζαφέρη και μας φαινόταν εκείνες τις αθώες εποχές, που το ίντερνετ κοβόταν μόλις χτυπούσε το τηλέφωνο,  πως χειρότερα δε θα μπορούσε να γίνει. Ώσπου μία ημέρα στο εβραϊκό νεκροταφείο των Ιωαννίνων, εμφανίστηκαν σβάστικες πάνω στα μνήματα. Και τότε έγινε απολύτως σαφές ότι υπήρχαν και χειρότερα πράγματα από τον Γιώργο Καρατζαφέρη.
Στα Γιάννενα δεν είχαμε ποτέ ναζί. Μας φάνηκε αδιανόητο, αδιανόητο πραγματικά ότι στα μνήματα των νεκρών μας κάποιος ζωγράφισε σβάστικες. Εκείνες τις ημέρες θα φιλοξενούσαμε συντρόφους από την Βόρεια Μακεδονία για να κάνουμε μία κοινή εκδήλωση ενάντια στους εθνικισμούς των δύο χωρών. Μας είπαν, λοιπόν, να πάμε για αφισοκόλληση με τεράστια προσοχή. Λίγους μήνες αργότερα, τον Φεβρουάριο του 2008, θα κατεβαίναμε σε επιτόπιες πορείες σε όλη την χώρα, γιατί σε αντιφασιστική συγκέντρωση της Αθήνας μαχαιρώθηκε από μέλος της Χρυσής Αυγής ένας διαδηλωτής. Το επόμενο βράδυ είδαμε για πρώτη φορά τον Ηλία Κασιδιάρη, στο δελτίο ειδήσεων του Mega να λέει ότι ο μαχαιρωμένος είναι αλβανός από το χωριό του. Έτσι γνωρίσαμε τη Χρυσή Αυγή.

Αργήσαμε

Ο «Ιός» της Ελευθεροτυπίας ήταν μία καταπληκτική πηγή πληροφοριών, μαζεμένες από το 1980 ακόμα. «Εθνικοσοσιαλισμός», λοιπόν. Νίκος Μιχαλολιάκος, Κουσουρής, «δε θα γίνεις έλληνας ποτέ, αλβανέ - αλβανέ». Αναρωτιέμαι τώρα πώς την πατήσαμε έτσι και δεν ξεχωρίσαμε αμέσως τι ερχόταν;
Το 2009 μας βρήκε στον Άγιο Παντελεήμονα, να παίζουμε κυνηγητό με τους μαχαιροβγάλτες. Στις σχολές προσπαθούσε να μπει η φοιτητική παράταξη του ΛΑ.Ο.Σ, εμφανίστηκαν ένα μεσημέρι στη Νομική Σχολή κάτι ντερέκια ψιλοκουρεμένα και τους τρέξαμε στη Σίνα. Δεν εμφανίστηκαν ξανά. Αλλά αρχίσαμε να χάνουμε κι εμείς κόσμο.
Ήταν δύο ή τρεις χρονιές που ήμουν στο Ανοιχτό Σχολείο Μεταναστών ως εθελόντρια. Το 2010 χάσαμε τον πρώτο μας μαθητή. Δεν είχε χαρτιά, δούλευε αδήλωτος για ένα κάθαρμα κοντά στην πλατεία Αμερικής. Πήγε να του ζητήσει τα δεδουλευμένα και εκείνος τον έσπασε στο ξύλο. Δεν μπόρεσε να πάει στο νοσοκομείο, ήταν παράνομος. Του έδεσαν το σπασμένο πόδι σε ένα ξύλο. Παρακαλέσαμε τους συμμαθητές του να μας πούνε πού είναι, αλλά σε κάθε επιμονή δική μας, παίρναμε την απάντηση ότι φοβόταν πολύ και θα εξαφανιζόταν. Κι όντως, εξαφανίστηκε. Ήξεραν πρώτοι από εμάς οι μετανάστες τι επρόκειτο να συμβεί, ήξεραν ότι το αφεντικό ήταν χρυσαυγίτης, αλλά να, εκείνες οι γαμημένες οι «δευτερεύουσες αντιθέσεις» δε μας άφησαν να καταλάβουμε. Προείχαν χίλια άλλα. Φοιτητικό κίνημα πάνω από όλα, εργατικές απεργίες, μνημόνιο. Ούτε φίδι στον κόρφο μας. Ή, μάλλον, ακριβώς αυτό.

Μην ξεχαστούμε ξανά

Αργήσαμε κι άλλο. Το 2012 μπήκαν στη Βουλή κι είπαμε τότε πως όσο τους αγνοείς, τόσο θα εξαφανίζονται. Κάναμε λάθος. Έφτασε η δολοφονία του Παύλου Φύσσα για να μιλήσουμε για το φόβο ανοιχτά, δυνατά, χωρίς να είναι πια μια «δευτερεύουσα αντίθεση». Ούτε τα φραουλοχώραφα της Μανωλάδας μπορούσαν πια να επιτρέψουν απερισκεψίες.
Η μεγαλύτερη νίκη των ναζί, είναι η τωρινή κοινωνία. Μία συγκεντρωτική, ακροδεξιά κυβέρνηση, μικρές πυρκαγιές εδώ κι εκεί με «αγανακτισμένους κατοίκους», μεγάλα αφηγήματα. Εθνικά αφηγήματα. Χάσανε τη δίκη, αλλά μήπως εμείς χάσαμε μια μεγάλη μάχη;
Η νεκροψία θα δείξει. Δηλαδή, η ιστορία. Αλλά αυτός ο μεγάλος φόβος, ο αδιόρατος, που χώνεται κάτω από το δέρμα, τρίβεται στα κόκκαλα, σου κλέβει τον ύπνο και σου τρώει τη ζωή, αυτό το άγριο βασανιστήριο, αυτό δεν έχει φύγει. Ξέρετε, σύντροφοι, τους μάντεις κακών ειδήσεων τους αποκαλούμε «Κασσάνδρες», αλλά προσπερνάμε το γεγονός ότι η Κασσάνδρα, σε όλες τις περιπτώσεις και μέχρι το τέλος, είχε δίκιο. Το πέρασμα των ναζί από την ελληνική κοινωνία έκανε ακριβώς τη ζημιά που χρειαζόταν. Μέχρι το τέλος. Τώρα, δηλαδή, που δεν γνωρίζει η δεξιά τι ποιεί η ακροδεξιά της, τώρα που έχουμε έναν Πινοσέτ πάνω από τα κεφάλια μας με δόξα και τιμή, όπως με εκλογές απέκτησαν κι οι βρετανοί τη Θάτσερ, τώρα, λοιπόν και μέχρι το τέλος μην ξεχαστούμε ξανά, μην αγνοήσουμε ξανά και μην ενοχοποιήσουμε το φόβο, αυτήν την αδιαμφισβήτητη πηγή της μνήμης, του αντανακλαστικού, τώρα και μέχρι το τέλος, που η ζημιά έχει γίνει και που άφησε πίσω της έναν ανοιχτό λογαριασμό με την Ιστορία. Μέχρι το τέλος.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2020 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet