Ως κίνημα, ως κοινωνία αλλά και ως ξεχωριστές οντότητες πρέπει να αντιληφθούμε πως βρισκόμαστε σε ένα σταυροδρόμι. Η απόφαση του δικαστηρίου, ανεξάρτητα από τις ποινές που θα εκδοθούν, πήρε μια ιστορική απόφαση που ξεπερνά την έκβαση μιας δίκης. Μέσα από την απόφαση αυτή ο ναζισμός συνδέεται επίσημα με την εγκληματική δραστηριότητα. Αυτό αποτελεί μια ιστορική στιγμή ήδη θεμελιωμένη. Και ταυτόχρονα καθόλου αυτονόητη. Βλέπετε, δεν είναι το γεγονός πως η απόφαση μας ανοίγει τα μάτια. Ένας στοιχειωδώς σκεπτόμενος πολίτης και κάποιος που έχει έστω τη στοιχειώδη σχέση με την ιστορία ξέρει πως ο ναζισμός και ο φασισμός συνδέονται αυτόματα με τη βία, τις δολοφονίες και τα εγκλήματα από την ίδια τους τη φύση. Το να βγει η διαπίστωση αυτή από την ιστορία ή τη θεωρία και να αποκτήσει καθημερινή αντιστοίχηση -και μάλιστα ειπωμένη από έναν θεσμικό φορέα- έχει την μέγιστη σημασία. Και οι λόγοι είναι ιστορικοί.
Ζούμε σε μια χώρα με έντονες ιστορικές συγκρούσεις και ταυτόχρονα σε μια χώρα μονίμως πολωμένη από τις συγκρούσεις αυτές. Στην μεταπολεμική του ιστορία το Ελληνικό κράτος δεν καταδίκασε τους φασίστες. Αντίθετα, σε παραπάνω από μία ιστορικές περιόδους τους χρησιμοποίησε. Οι χύτες, οι μαυραγορίτες και οι δοσίλογοι βρήκαν ασφαλές καταφύγιο από ένα κράτος που αποφάσισε πως ο εχθρός του είναι το ΕΑΜ. Εγκλήματα συγχωρέθηκαν, πολιτικές δράσεις ενσωματώθηκαν, αρπαγμένες περιουσίες κατοχυρώθηκαν. Ο αποκλεισμός κάθε αριστερού από τον κρατικό μηχανισμό μέχρι και τη δεκαετία του ’80 έδωσε στο μαύρο αυτό και καθηρημένο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας βήμα σε δημόσιες υπηρεσίες, θεσμικές θέσεις, σε δημοσίους φορείς. Οι φασίστες του πολέμου αποτέλεσαν κομμάτι της στελέχωσης του ελληνικού κράτους. Το παρακράτος μετά τον εμφύλιο αποτέλεσε εκτελεστικός βραχίονας της επίσημης πολιτικής. Σπάνια καταδικάστηκε ακόμα πιο σπάνια αποκλείστηκε από ευνοϊκές μεταχειρίσεις. Η χούντα συνέχισε φυσικά την παράδοση αυτή. Και όταν και αυτή έπεσε η καταδίκη παρέμεινε σε επίπεδο κορυφής. Η χρήσιμη μάζα των εργαλοιοποιημένων φασιστών έμεινε για μια ακόμα φορά ανέπαφη. Η ιστορία σύμπλευσης του ελληνικού κράτους με το ακροδεξιό παρακράτος είναι μια ιστορία σχεδόν ταυτότητας. Η ατιμωρησία ένα από τα χαρακτηριστικά της. Η καταδίκη της Χρυσής Αυγής είναι μια στιγμή αυτής της ιστορίας. Όχι το τέλος της. Αλλά σίγουρα ένα κομβικό γεγονός που έχει τη δυναμική να στρέψει την αφήγηση προς άλλες κατευθύνσεις.
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος που υπάρχει στη δεδομένη στιγμή και ιστορική συγκυρία, πιστεύω πως είναι η σχετικοποίηση του φασισμού και η εργαλειοποίηση του. Ως στοιχείο απαξίωσης στον καθημερινό λόγο, ως εργαλείο πολιτικής αντιπαράθεσης, ως γενική κατηγορία. Ο φασισμός πρέπει να παραμείνει στην κυριολεξία του. Δεν μπορεί να γίνεται μεταφορά ώστε να απαξιώνει τον αντίπαλο και να τον γδύνει από τα πολιτικά του επιχειρήματα. Είναι μια συγκεκριμένη δέσμη πολιτικών, ιδεολογίας και πρακτικών με απολύτως συγκεκριμένα αποτελέσματα. Οποιαδήποτε πράξη, πολιτική ή μέτρο τον θυμίζει πρέπει να απαξιώνεται και να καταγγέλλεται πολιτικά. Όχι όμως να ταυτίζεται μαζί του. Γιατί η ταύτιση έχει το αντίστροφο αποτέλεσμα. Σχετικοποιεί, θολώνει και στην πραγματικότητα –και άθελά της- λιγοστεύει το αρνητικό φορτίο και την πραγματική καταγγελία του φασισμού.
Ο αυταρχισμός, ο ρατσισμός, η ομοφοβία, ο σεξισμός, ο αντικομουνισμός κ.α. είναι στοιχεία που ενυπάρχουν μέσα στον φασισμό. Το καθένα ξεχωριστά δεν μετατρέπει κάποιον σε φασίστα (ως προς την κυριολεκτική σημασία του όρου και την πρακτική του). Η διαδικασία που ξεριζώνει το καθένα από αυτά ξεχωριστά δεν είναι όμοια με τη διαδικασία που ξεριζώνει μια ναζιστική οργάνωση. Θέλει σκάψιμο, επιμονή και εφευρετικότητα ώστε τα στοιχεία αυτά να αντιμετωπιστούν. Και ο φασισμός ως μεταφορά, σχεικοποιημένος και θολός, δεν είναι ένα από τα εργαλεία αυτά.

Θωμάς Τσαλαπάτης tsalapatis.blogspot.com Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2020 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet