Oι άνεργοι στη Βραζιλία ανέρχονται πλέον σε αριθμούς ρεκόρ και αγγίζουν τα 14 εκατομμύρια πολίτες.

 

 

Πώς είναι τα πράγματα στη Βραζιλία; Δώστε μας μια εικόνα.

Η Βραζιλία βιώνει την πιο σοβαρή και παρατεταμένη οικονομική, κοινωνική και πολιτική κρίση στην πρόσφατη ιστορία της. Έχουμε 14,4% ανέργους, που αντιστοιχεί σε 14 εκατομμύρια ανθρώπους. Το άθροισμα αυτών που εγκατέλειψαν την αναζήτηση εργασίας και των έκτακτων εργαζομένων υπερβαίνει τα 53 εκατομμύρια. Έτσι οι εργαζόμενοι που είναι έξω από την αγορά εργασίας φτάνουν στο 54%. Ως αποτέλεσμα, τα 67,7 εκατομμύρια των δικαιούχων του επιδόματος επείγουσας βοήθειας είναι σχεδόν το διπλάσιο των 37,7 εκατομμυρίων επίσημων εργαζομένων. Το μέσο εισόδημα των εργαζομένων, το οποίο έχει μειωθεί από το 2016, μειώθηκε κατά 20,1% το δεύτερο εξάμηνο του 2020 σε σύγκριση με το πρώτο. Οι μεταρρυθμίσεις της εργασίας και της κοινωνικής ασφάλισης, οι οποίες είχαν επιταχυνθεί μετά το πραξικόπημα που καθαίρεσε την πρόεδρο Ντίλμα Ρούσεφ, εντατικοποιήθηκαν με τη σημερινή κυβέρνηση, με την απόσυρση των δικαιωμάτων των εργαζομένων και την οικονομική ασφυξία των συνδικάτων τους. Η Βραζιλία έπεσε από τη θέση της έκτης μεγαλύτερης οικονομίας στον κόσμο, λαμβάνοντας υπόψη τον όγκο του ΑΕΠ της το 2013, στην ένατη θέση το 2019. Η ύφεση έχει βαθύνει και αναμένεται να είναι μεταξύ 6,5% και 5% φέτος. Οι δομές του κράτους κοινωνικής πρόνοιας έχουν διαλυθεί και η εθνική κληρονομιά ιδιωτικοποιείται και αποκρατικοποιείται με επιταχυνόμενο ρυθμό. Μερικά παραδείγματα: το σκάνδαλο της Petrobras –μιας από τις εκατό μεγαλύτερες εταιρείες στον κόσμο–, την πώληση σε πολύ χαμηλές τιμές των βραζιλιάνικων πετρελαιοπηγών –του τέταρτου μεγαλύτερου αποθέματος πετρελαίου στον κόσμο–, την πώληση της Embraer –της τέταρτης μεγαλύτερης αεροπορικής βιομηχανίας στον κόσμο, που αργότερα ακυρώθηκε αλλά τώρα βρίσκεται σε διαδικασία εκκαθάρισης με τη μαζική απόλυση του τεχνικού προσωπικού της. Επίσης την άγρια ​​αποψίλωση των δασών του Αμαζονίου και των εκτεταμένων περιοχών της Παντανάλ, της μεγαλύτερης πεδιάδας του κόσμου, για να καταστεί δυνατή η καλλιέργεια της σόγιας και η προώθηση της γεωργίας, της κτηνοτροφίας και των εξορύξεων, που θέτει σε κίνδυνο το περιβάλλον της Βραζιλίας και του κόσμου.

 

Πού οφείλεται η ανάκαμψη της δημοφιλίας του Μπολσονάρο;

Για να κατανοήσουμε το πολιτικό πλαίσιο της Βραζιλίας, είναι απαραίτητο να θυμόμαστε ότι η κυβέρνηση Μπολσονάρο εκλέχθηκε λόγω της καταπάτησης των δημοκρατικών θεσμών, που πυροδοτήθηκε από το σκάνδαλο Lava Jato (σσ. η μεγαλύτερη υπόθεση διαφθοράς στην ιστορία της χώρας που αφορούσε ένα σύστημα ξεπλύματος χρημάτων στο οποίο εμπλέκονταν επιχειρηματίες, κρατικοί αξιωματούχοι και στελέχη κομμάτων) και εντάθηκε από το βρώμικο παιχνίδι που έπαιξαν τα μεγάλα μέσα ενημέρωσης. Αυτή η διαδικασία, η οποία είχε την ενεργό συμμετοχή και συνενοχή των μελών των δικαστικών και ποινικών συστημάτων δίωξης, του νομοθετικού σώματος και της εκτελεστικής εξουσίας, ποινικοποίησε την πολιτική και τους πολιτικούς, αποδόμησε το κομματικό πλαίσιο και κορυφώθηκε με την καταδίκη και τη φυλάκιση του Λούλα, εμποδίζοντας την υποψηφιότητά του. Από την προεκλογική εκστρατεία και την ανάληψη των καθηκόντων του ως προέδρου, ο Μπολσονάρο χρησιμοποιεί μια πολιτική αντιπαράθεσης και δίωξης των αντιπάλων του, οπισθοδρόμησης για τα ανθρώπινα δικαιώματα και υιοθέτησης νεοφασιστικών πρακτικών. Έχουν υπάρξει επίσης τα σκάνδαλα διαφθοράς και οι στενές σχέσεις με παραστρατιωτικές πολιτοφυλακές, που εμπλέκονται η σύζυγός του, τα παιδιά του, και πολλοί πολιτικοί από το περιβάλλον του. Παρόλα αυτά, ο Μπολσονάρο έχει έναν σκληρό πυρήνα υποστηρικτών, που παραμένουν στο 30% του εκλογικού σώματος και είναι συγκεντρωμένοι κυρίως στις βόρειες και στις νότιες περιοχές της Βραζιλίας. Επιπλέον, η δημοτικότητά του έχει αυξηθεί σε ηλικιακές ομάδες διαφορετικών επιπέδων εισοδήματος και εκπαίδευσης. Αρχικά υποστηριζόταν περισσότερο από τους ψηφοφόρους των υψηλότερων εισοδημάτων και λιγότερο από εκείνους με χαμηλότερα εισοδήματα, αλλά σήμερα έχει αυξανόμενη αποδοχή μεταξύ των τελευταίων, κυρίως λόγω της χορήγησης της έκτακτης βοήθειας. Οι δημοσκοπήσεις που δημοσιεύθηκαν στα τέλη Σεπτεμβρίου έδειξαν ότι το 38% των ψηφοφόρων θεωρούν θετικό το κυβερνητικό έργο, ενώ συνολικά το 52% υποστηρίζει την κυβέρνηση έναντι του 42% που την αποδοκιμάζει.

 

Πώς βλέπεις το πολιτικό σκηνικό ενόψει των δημοτικών εκλογών του Νοεμβρίου;

Οι φετινές δημοτικές εκλογές είναι διαφορετικές, επειδή γίνονται κατά τη διάρκεια της πανδημίας και της κοινωνικής απομόνωσης, με σύντομη προεκλογική εκστρατεία, και με αλλαγή των εκλογικών κανόνων. Αυτό έχει οδηγήσει στον πολλαπλασιασμό των υποψηφίων, τόσο για τις εκτελεστικές όσο και για τις νομοθετικές θέσεις, γεγονός που θα καταστήσει ακόμη πιο δύσκολη την επιλογή των ψηφοφόρων. Επαναλαμβάνοντας αυτό που συνέβη στις εκλογές του 2016, η εκλογική αποχή αναμένεται να είναι υψηλή, με μεγάλο αριθμό άκυρων και λευκών ψηφοδελτίων. Η απογοήτευση των ψηφοφόρων θα ωφελήσει τα «επιχειρηματικά κόμματα», τα οποία παρουσιάζονται ως «αντι-συστημικά» χωρίς να είναι, και λένε ότι πολεμούν την «παραδοσιακή πολιτική» χωρίς να το κάνουν. Παρόλα αυτά, το εκλογικό τσουνάμι που σάρωσε την Αριστερά το διάστημα 2014 - 2018 χάνει τη δυναμική του, γεγονός που θα κάνει τα κόμματα και τους υποψήφιους που συνδέονται άμεσα με τον Μπολσονάρο να κατακτήσουν σημαντικές πόλεις, αλλά δεν θα έχουν συντριπτική νίκη. Οι πρωτεύουσες των πολιτειών και οι μεγάλες πόλεις θα εκλέξουν δήμαρχους συνδεδεμένους με αριστερά και κεντροαριστερά κόμματα, τα οποία αναμένεται να ελαχιστοποιήσουν τις απώλειες που είχαν σημειώσει στις προηγούμενες δημοτικές εκλογές και να αποτρέψουν την άνοδο των δυνάμεων του Μπολσονάρο και της ακροδεξιάς.

 

Γιατί δεν προχώρησε η συγκρότηση ενός αριστερού εκλογικού μετώπου απέναντι στο νεοφασισμό και την ακροδεξιά;

Υπάρχουν πολλά κινήματα στη Βραζιλία που συγκεντρώνουν πολιτικές δυνάμεις ευρέος φάσματος για την καταπολέμηση του νεοφασισμού. Αρκετά από αυτά είναι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών που δεν συνδέονται άμεσα με πολιτικά κόμματα. Δυστυχώς όμως σε αυτές τις εκλογές προτίμησαν να ευνοήσουν μια διαμάχη για τη διατήρηση των ψηφοφόρων τους, σε βάρος της ένωσης δυνάμεων για την καταπολέμηση του νεοφασισμού. Από τη μια, η προσπάθεια από διάφορα αριστερά και κεντροαριστερά κόμματα να εισέλθουν σε χώρους που παραδοσιακά είναι «κτήμα» του PT (Εργατικό Κόμμα) και, από την άλλη, η προσπάθεια του PT να διατηρήσει την ηγεμονία που ασκεί ιστορικά, έχει εμποδίσει τις συμμαχίες σε μεγάλο μέρος της χώρας. Όλοι στοχεύουν πρωτίστως στις προεδρικές εκλογές του 2022, σε βάρος των δημοτικών εκλογών και της άμεσης καταπολέμησης του νεοφασισμού. Στο δεύτερο γύρο των εκλογών, που θα διεξαχθεί σε πόλεις με περισσότερους από 100.000 ψηφοφόρους στους οποίους κανένας υποψήφιος δεν θα πάρει την απόλυτη πλειοψηφία των ψήφων, τα διάφορα κόμματα της αριστεράς και της κεντροαριστεράς θα ενωθούν, γεγονός που θα αυξήσει τις εκλογικές τους πιθανότητες και θα αποδυναμώσει τις δυνάμεις της δεξιάς και της ακροδεξιάς.

 

Ποια είναι σήμερα η κατάσταση στη βραζιλιάνικη αριστερά;

Η αριστερά είναι ιστορικά κατακερματισμένη στη Βραζιλία. Επιπλέον, υπάρχουν δύο παράγοντες που είχαν ισχυρό αντίκτυπο στα αριστερά και κεντροαριστερά κόμματα, επηρεάζοντας άμεσα τις τρέχουσες θέσεις τους. Ο πρώτος ήταν η εκστρατεία για την καταπολέμηση της πολιτικής και των πολιτικών, που προανέφερα. Ο δεύτερος ήταν η αύξηση της γραφειοκρατίας των τελευταίων χρόνων, που προκάλεσε την απομάκρυνση των κομμάτων από τις κοινωνικές τους βάσεις. Προσπαθώντας να ανακτήσουν το χαμένο χώρο, αρκετά πολιτικά κόμματα της αριστεράς και της κεντροαριστεράς άρχισαν να έχουν ως άμεσο στόχο τη διεκδίκηση του ιστορικού εκλογικού σώματος του PT. Αυτό ισχύει κυρίως για το PSOL (Κόμμα του Σοσιαλισμού και της Ελευθερίας), το PSB (Σοσιαλιστικό Κόμμα) και το PDT (Δημοκρατικό Εργατικό Κόμμα) των οποίων η άμεση στρατηγική είναι η αποδυνάμωση του PT με στόχο τις προεδρικές εκλογές του 2022. Ωστόσο, υπάρχουν κινήσεις προσέγγισης μεταξύ των κομμάτων της αριστεράς και της κεντροαριστεράς, που εργάζονται για την εκπόνηση ενός κοινού εθνικού αναπτυξιακού προγράμματος. Στις επερχόμενες δημοτικές εκλογές, υπάρχουν ενδείξεις ότι θα ανακτηθεί ένα σημαντικό μέρος του αριστερού και κεντροαριστερού εκλογικού σώματος που χάθηκε το 2016.

 

Ο Μπενεντίτο Ταντέου Σέζαρ είναι καθηγητής

Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο UFRGS του Πόρτο Αλέγκρε.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2020 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet