«Η έκλειψη», Μ. Αντονιόνι, 1962

 

Στην Έκλειψη (1962) του Μικελάντζελο Αντονιόνι, στις πρώτες σκηνές της ταινίας, ένα ζευγάρι, η Βιτόρια και ο Ρικάρντο, αποφασίζουν να χωρίσουν μετά από μια νύχτα μελαγχολικής αγρυπνίας, ενώ από το ανοιχτό παράθυρο του διαμερίσματος προβάλλει απειλητικά, ως υπόμνηση καταστροφής, το τεράστιο μανιτάρι του E.U.R. (Esposizione Universale di Roma), το πιο ψηλό από τα κτίρια σύμβολα της περιοχής. Το E.U.R., πόλη δορυφόρος, που επινοήθηκε από τον Μουσολίνι τη δεκαετία του ’30 προκειμένου να φιλοξενήσει την Παγκόσμια Έκθεση της Ρώμης, το 1942, που ήταν και η επέτειος των 20 χρόνων από την πορεία των φασιστών προς τη Ρώμη, αλλά ακυρώθηκε λόγω πολέμου, στη συνέχεια, αναπτύχθηκε οικιστικά και εμπορικά, ενώ πολλές δημόσιες υπηρεσίες μεταφέρθηκαν στα μνημειακής σύλληψης κατάλευκα οικοδομήματα με έμπνευση από τη ρωμαϊκή αρχιτεκτονική.

 

Η μετακόμιση ενός από τους πιο αντιπροσωπευτικούς ιταλικούς οίκους μόδας, του Fendi, στο πιο εμβληματικό ίσως κτίριο της περιοχής, το Palazzo della civiltà italiana, αποκαλούμενο και τετράγωνο Κολοσσαίο, λόγω της ρασιοναλιστικής «αντιγραφής» του πιο αναγνωρίσιμου μνημείου της πόλης, τροφοδότησε μια σειρά αντιδράσεις αρχής γενομένης από το άρθρο, το 2017, στον New Yorker, της καθηγήτριας ιστορίας και ιταλικών σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, Ruth Ben-Ghiat, με τίτλο Why are so many fascist monuments still standing in Italy? (Γιατί τόσα πολλά φασιστικά μνημεία ορθώνονται ακόμη στην Ιταλία;)

Η ιστορικός καταλογίζει στους Ιταλούς ότι στην είσοδο του τετράγωνου Κολοσσαίου, υπάρχει ακόμα η επιγραφή από την ομιλία του Μουσολίνι, το 1935, που αναγγέλλει την εισβολή στην Αιθιοπία και στην οποία περιγράφει τους Ιταλούς ως ένα λαό ποιητών, ηρώων, αγίων, στοχαστών, επιστημόνων, μεταναστών. Ενώ η φασιστική αιματηρή εισβολή και η κατοχή που ακολούθησε κατατάσσει του Ιταλούς στους εγκληματίες πολέμου, σήμερα, αντί να απεχθάνονται το οίκημα, το θεωρούν αντιπροσωπευτικό δείγμα της μοντέρνας αρχιτεκτονικής, αποδίδοντάς του, όπως και στα παρόμοια οικήματα, αισθητική αξία αφαιρώντας του έτσι την ιστορική μνήμη και την πολιτική σημασία του.

 

Η ιδεολογία των μνημείων

 

Κατά την R. B.Ghiat, όταν ο Μουσολίνι ανέλαβε την εξουσία είχε ανάγκη να δημιουργήσει πολλά μνημεία για να επιβάλει τη φασιστική ιδεολογία κι ένα από αυτά ήταν το Foro Mussolini, τώρα Foro italicο. Η ιστορικός παραπέμπει και στις ανακλήσεις του Ίταλο Καλβίνο ο οποίος, γεννημένος το 1923, είχε περιγράψει πώς ήταν να μεγαλώνει σε ένα τόπο όπου ο φασισμός είχε εποικίσει όλους τους δημόσιους χώρους της Ιταλίας.

Ο Leonardo Ciacci, καθηγητής στο Ινστιτούτο Αρχιτεκτονικής του Πανεπιστημίου της Βενετίας, σε κείμενό του, το 2000, αναφέρει ότι η Ρώμη του Μουσολίνι, πέρα από κάθε αμφιβολία, όπως κατάφερε να επιβληθεί ως αντίληψη, αποτελεί κοινοτυπία, χωρίς καμία σχέση με την πραγματικότητα και κανένα απτό στοιχείο, πέρα από την προπαγάνδα. Επισημαίνει, για παράδειγμα, ότι το μνημείο του αγνώστου στρατιώτη στην Πιάτσα Βενέτσια στη Ρώμη, γνωστό περισσότερο ως Altare della Patria, παρά ως μνημείο αφιερωμένο στον Βιτόριο Εμανουέλε Β΄, ένα από τα πιο προβεβλημένα «σκηνικά» της Ρώμης του Μουσολίνι, είχε κατασκευαστεί, πολύ πριν από αυτόν, το 1911. Να αναφέρουμε εδώ ότι η Γκαρμπατέλα παρότι με έτος παράδοσης στην πόλη το 1920, ως μοναδική κηπούπολη της πρωτεύουσας, λειτούργησε τελικά ενάντια στα σχέδια του Μουσολίνι, καθώς υπήρξε ένα από τα πιο ασφαλή καταφύγια των παρτιζάνων και κέντρο αντίστασης στο φασισμό.

Για τον Ciacci η αντίληψη ότι τα 20 χρόνια κυριαρχίας του Μουσολίνι αρκούσαν για να δώσουν μορφή στις πολιτικές του φασισμού που αφορούσαν την πόλη, βασίζεται, αυθαίρετα σε μεγάλο βαθμό, σε εντυπώσεις ταξιδιωτών, ακόμα και απόψεις ειδικών. Ως παράδειγμα, παραθέτει ένα άρθρο, το 1936, του δημοσιογράφου και ιστορικού τέχνης Petro Maria Bardi, με τίτλο Τα αξιοθέατα της Ρώμης, στο οποίο αυτός περιγράφει τις αντιδράσεις των φίλων του στις φωτογραφίες του από τη Ρώμη του Μουσολίνι: «Ήταν όλοι αρχιτέκτονες που αντιμετώπιζαν με δυσπιστία το φασισμό… σιγά σιγά άλλαζαν γνώμη υποστηρίζοντας ότι κάθε χώρα χρειάζεται έναν Μουσολίνι “για να βάλει τα πράγματα σε τάξη”. Ενώ ο Έζρα Πάουντ παρακινούσε του φίλους του να επισκεφτούν οπωσδήποτε, ακόμα μια φορά, τη Via del Impero».

 

Τα νέα πραγματικά είδωλα

 

Ωστόσο, υπάρχει ένα τουλάχιστον ντοκουμέντο της Ρώμης του Μουσολίνι το ολιγόλεπτο ντοκιμαντέρ, αγνώστου σκηνοθέτη, με τίτλο Roma. Risveglio di una metropoli (Ρώμη. Ξύπνημα μια μητρόπολης) που εμπνέεται από την ταινία του Βάλτερ Ρούτμαν «Βερολίνο. Συμφωνία μιας μεγάλης πόλης». Σ’ αυτήν περιγράφονται οι πρώτες ώρες μια μέρας στην πρωτεύουσα με τους εργαζόμενους να πηγαίνουν στις δουλειές τους, ενώ με ταχύτητα εναλλάσσονται τα πλάνα με τους εργάτες να καθαρίζουν τους δρόμους, να ξεφορτώνουν κιβώτια, να μοιράζουν τα μπουκάλια με γάλα, προσφέροντας την εικόνα μιας βιομηχανικής πόλης του 20ού αιώνα, σε ανάπτυξη και αναβρασμό, που η Ρώμη ποτέ δεν υπήρξε, και τελικά αποθεώνοντάς την, τοποθετώντας στο κέντρο της, τον Ντούτσε, στο γραφείο του, στο Παλάτσο Βενέτσια. Η προπαγάνδα παρουσίαζε στην περιφέρεια μια φαντασιακή πρωτεύουσα, και στη Ρώμη, μέσω των κινηματογραφημένων ειδήσεων, τις υποσχέσεις που έδινε στην επαρχία ως ήδη πραγματοποιημένα επιτεύγματα. Η αποφασιστικότητα και η κεντρική οργάνωση ήταν τα νέα πραγματικά είδωλα, που προβάλλονταν και «είχαν βάλει τα πράγματα σε τάξη».

 

Το παρελθόν που επανέρχεται

 

Επιστρέφοντας στο τώρα και το άρθρο της Ruth Ben-Ghiat, η αμερικανίδα ιστορικός, σε ό,τι αφορά την αναμόρφωση της Ιταλίας μετά τον πόλεμο, αποδίδει ευθύνες στις συμμαχικές δυνάμεις Άγγλων και Αμερικάνων καθώς αυτοί, σε αντίθεση με τη στάση τους απέναντι στη Γερμανία, στην Ιταλία είχαν θέσει ως προτεραιότητα να εμποδίσουν την αύξηση της ισχύος του ΚΚΙ. Μετέφερε το φόβο της σχετικά με το μουσείο του φασισμού που δημιουργείται στο Πρεντάπιο, την ιδιαίτερη πατρίδα του Μουσολίνι και τον κίνδυνο για αναζωπύρωση της νοσταλγίας καθεστώτων αλλά και την ανακούφισή της για την πρωτοβουλία που ανέλαβε η Λάουρα Μπολντρίνι, τότε πρόεδρος του Κοινοβουλίου, να αφαιρέσει από το δημόσιο χώρο τα πιο έντονα ίχνη του φασισμού. Το άρθρο ξεσήκωσε αντιδράσεις στους Ιταλούς που θεώρησαν ότι μια άσχετη με την ιταλική πραγματικότητα ιστορικός, με ολιγόμηνη παραμονή στην Ιταλία τους υπαγορεύει τι να πράξουν στη χώρα τους και πώς είναι δυνατόν ν’ αρχίζουν να γκρεμίζουν τις πόλεις τους. Ενώ σε λιγότερο θυμωμένα κείμενα προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι, στην πραγματικότητα, ήταν ο ιταλικός μοντερνισμός και η ρασιοναλιστική αρχιτεκτονική που χρησιμοποίησαν το φασισμό και όχι το αντίθετο. Το θέμα των μνημείων που επανήλθε και πάλι βίαια το καλοκαίρι, με αφορμή τα αγάλματα, υποδεικνύει γι’ ακόμη μια φορά το παρελθόν που η σύγχρονη ιταλική κοινωνία δυσκολεύεται να αντιμετωπίσει.

 

«Μια ξεχωριστή μέρα», Ε. Σκόλα, 1977

 

Ένα ακόμα εμβληματικό κτίριο

 

Το δεύτερο εμβληματικό ρασιοναλιστικό οικοδόμημα ταυτισμένο με την προπαγάνδα της Ρώμης του Μουσολίνι που βρίσκεται, επίσης, συχνά, στο στόχαστρο είναι το Παλάτσο Φεντερίτσι στην περιοχή της Πιάτσα Μπολόνια, περιοχή που το φασιστικό κόμμα, πάντα με οποιαδήποτε ονομασία, συγκεντρώνει υψηλά ποσοστά. Το τεραστίων διαστάσεων κτίσμα που ολοκληρώθηκε το 1937, οικοδομήθηκε σε έκταση 15.400 τμ, περιλαμβάνει 1.500 διαμερίσματα, καταστήματα, αρχικά κινηματογράφο, ένα αίθριο, μια αυτοεξυπηρετούμενη πόλη μέσα στην πόλη, που στόχο είχε να λύσει το οικιστικό πρόβλημα φτωχών οικογενειών με τη «σωστή» όμως πολιτική ιδεολογία. Εκεί συναντιούνται στις 6 Μαΐου 1938, ημέρα της ιστορικής επίσκεψης του Χίτλερ στη Ρώμη, στη Μια ξεχωριστή μέρα (1977), του Έτορε Σκόλα, η Αντονιέτα, μια οικοκυρά με 6 παιδιά και φασίστα φαλλοκράτη σύζυγο και ο Γκαμπριέλε, ένας ομοφυλόφιλος απολυμένος ραδιοφωνικός παραγωγός. Στο κενό κτίριο, αφού όλοι είναι στη συγκέντρωση, η Αντονιέτα θα ψηλαφήσει μια άλλη ζωή με την προτροπή του Γκαμπριέλε, θα αφυπνιστεί ακόμα και σεξουαλικά, ενώ ο Γκαμπριέλε θα ζήσει τις τελευταίες στοργικές στιγμές πριν τον συλλάβουν για να τον συνοδέψουν στην εξορία λόγω της ομοφυλοφιλίας του.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet