Ο προσδιορισμός της σχέσης ανάμεσα στη θεωρία των κοινωνικών κινημάτων και τις αναπηρικές οργανώσεις έχει απασχολήσει τους θεωρητικούς του πεδίου των σπουδών αναπηρίας ήδη από τη δεκαετία του ’90. Οι θεωρητικοί που ασχολούνται με τα κοινωνικά κινήματα στην Ελλάδα δεν έχουν συμπεριλάβει, έως τώρα, το «ελληνικό αναπηρικό κίνημα» στη σχετική συζήτηση, ενώ οι όποιες αναφορές περιορίζονται στην καταγραφή της ιστορίας του.

Κατά μία έννοια, οι αναπηρικές οργανώσεις εντάσσονται στα «νέα» κοινωνικά κινήματα, δεδομένου ότι οι ατομικές επιλογές για συλλογική δράση δεν εξαρτώνται από δομικούς προσδιορισμούς (κοινωνική τάξη) αλλά από την αναπηρία ως ιδιότητα, την οποία τα ίδια τα άτομα με αναπηρίες την αναδεικνύουν ως βαρύνουσα στη ζωή τους και την επιλέγουν ως αφετηρία για συλλογική δράση με στόχο τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων τους.

Ωστόσο, στην ατζέντα των αναπηρικών οργανώσεων πέραν των μετα-υλιστικών στόχων, που κατεξοχήν θέτουν τα «νέα» κοινωνικά κινήματα (δικαιώματα, ποιότητα ζωής, κ.ά.), συμπεριλαμβάνονται και υλιστικοί στόχοι. Ο λόγος είναι ότι η επιδείνωση της εισοδηματικής ικανότητας των ατόμων με αναπηρίες, την οποία ο Amartya Sen1 ονομάζει «μειονέκτημα εισοδήματος», συνήθως εντείνεται εξαιτίας αυτού που ο ίδιος ονομάζει «μειονέκτημα μετατροπής» (οι αναπηρικές οργανώσεις το ονομάζουν «πρόσθετο κόστος λόγω αναπηρίας») - δηλαδή της δυσχέρειας που αντιμετωπίζουν στη μετατροπή των εισοδημάτων και των πόρων σε καλό βιοτικό επίπεδο, εξαιτίας της αναπηρίας τους.

Πέραν αυτής της διευκρίνισης, το ερώτημα αν οι αναπηρικές οργανώσεις συνιστούν ένα (νέο ή όχι και τόσο νέο) κοινωνικό κίνημα παραμένει και θα επιχειρηθεί να φωτιστεί χρησιμοποιώντας ως εργαλείο τρεις μηχανισμούς2 (συγκρουσιακή συλλογική δράση, πυκνά άτυπα δίκτυα, συλλογική ταυτότητα) μέσω των οποίων διάφοροι δρώντες στρατεύονται σε συλλογικές δράσεις:

 

Συγκρουσιακή συλλογική δράση

 

Οι αναπηρικές οργανώσεις εμφανίστηκαν ενάντια σε  φιλανθρωπικές και εθελοντικές ομάδες που δραστηριοποιούνταν για λογαριασμό των ατόμων με αναπηρίες. Τα άτομα με αναπηρίες αναγνώρισαν ότι η μέριμνα από τέτοιου είδους ομάδες, αν και προβάλλεται ως αλτρουιστική καλοσύνη, τελικά συνιστά πατερναλιστική κυριαρχία. Οι αναπηρικές οργανώσεις έκριναν ότι η αντιμετώπιση των προβλημάτων και η δράση για κοινωνική ένταξη πρέπει να αποτελεί αντικείμενο των ίδιων των ατόμων με αναπηρίες και όχι να διεξάγεται στο όνομα αυτών και αντ’ αυτών. Η αυτο-οργάνωση, επομένως, αποτελεί βασικό συγκρουσιακό στοιχείο αφού αμφισβητεί το μύθο της παθητικότητας των ατόμων με αναπηρίες. Το δεύτερο συγκρουσιακό στοιχείο είναι η μετατόπιση του κέντρου βάρους από τη βλάβη στην αναπηρία - δηλαδή η αποφυσικοποίηση της αναπηρίας και η ανάδειξή της ως κοινωνικό ζήτημα - η οποία αποτέλεσε βασική πολιτική στρατηγική των αναπηρικών οργανώσεων με κρίσιμες κοινωνικές συνδηλώσεις.  Πρόκειται για ριζική μετατόπιση καθώς αν η εξήγηση για τις συνθήκες αποκλεισμού τους αποδίδονταν στη «φυσική ανικανότητά» τους, τότε κάθε προσπάθεια αλλαγής των συνθηκών ζωής τους θα ήταν ατελέσφορη και συνεπώς θα οδηγούσε στην αδρανοποίησή τους.

Στην Ελλάδα, οι απαρχές της πολιτικοποίησης της αναπηρίας και η αναπλαισίωσή της ως κοινωνικό/πολιτικό και όχι ως ατομικό/ιατρικό πρόβλημα έχει τις ρίζες της στο έργο των ίδιων των ατόμων με αναπηρίες. Ο ιστορικός αγώνας των τυφλών του 1976 με βασικό αίτημά τους την παραχώρηση του Οίκου Τυφλών από την εκκλησία στο κράτος, εμπεριέχει ένα πολιτικά ισχυρό εννοιολογικό πλαίσιο που είναι η ρήξη τόσο με το εκκλησιαστικό και φιλανθρωπικό κατεστημένο όσο και με τις κυρίαρχες αναπαραστάσεις της αναπηρίας όπως της ανικανότητας, της επαιτείας και της συμπόνιας. Η επιρροή των γεγονότων του 1976 ήταν, χωρίς αμφιβολία, καθοριστική στη συγκρότηση του ελληνικού κοινωνικού κράτους. Το αναπηρικό κίνημα σήμερα μέσω της δράσης του παρεμβαίνει σε πολιτισμικό και ιδεολογικό επίπεδο, παράγοντας νέα νοήματα που αποκαλύπτουν κρυμμένες σχέσεις εξουσίας σε όλα τα επίπεδα του ατομικού και του κοινωνικού βίου.

 

Πυκνά άτυπα δίκτυα

 

Σε χώρες της Αμερικής αλλά και της Ευρώπης, οι πρώτες ομάδες αναπηρίας δημιουργήθηκαν βάσει των κατηγοριών αναπηρίας. Υπήρξαν, με άλλα λόγια, ισχυρές ομάδες που συγκροτήθηκαν γύρω από την τύφλωση, τη μειωμένη κινητικότητα, την κώφωση και άλλες αναπηρίες. Η ανάδυση των ελληνικών αναπηρικών οργανώσεων εδράζεται στο ίδιο πρότυπο. Τη δεκαετία του ’90 ορισμένες από τις τότε υπάρχουσες επιμέρους συλλογικότητες συνειδητοποίησαν την ανάγκη συνένωσης των δυνάμεών τους σε μία παναναπηρική οργάνωση (την Εθνική Συνομοσπονδία Ατόμων με Αναπηρία) προκειμένου να υπερασπιστούν θέματα κοινού ενδιαφέροντος για όλες τις κατηγορίες αναπηρίας. Αναπόφευκτα, οι θέσεις της ελληνικής παναναπηρικής οργάνωσης αντανακλούν το ευρωπαϊκό και διεθνές σκηνικό, καθώς ως οργάνωση συμμετέχει και συνομιλεί με αντίστοιχες ευρωπαϊκές και διεθνείς αναπηρικές οργανώσεις-ομπρέλα.

 

Συλλογική ταυτότητα

 

 Η πολιτική δράση των ατόμων με αναπηρίες συνδέθηκε με την πολιτική της ταυτότητας, αφού οι ακτιβιστές με αναπηρίες διαμόρφωσαν συλλογική αναπηρική ταυτότητα προκειμένου να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους. Η συγκρότηση συλλογικής ταυτότητας επιτρέπει να υπερασπίζονται θέματα κοινού ενδιαφέροντος και να μοιράζονται ένα συνολικό όραμα για το ζήτημα της αναπηρίας. Η δράση της ελληνικής παναναπηρικής οργάνωσης στηρίχθηκε πάνω στην «κοινή εμπειρία της αναπηρίας» και, κυρίως, στα εμπόδια που αντιμετωπίζουν, ανεξαρτήτως κατηγορίας αναπηρίας.

Συμπερασματικά, μπορούμε να αναφερόμαστε σε αναπηρικό κίνημα - ειδικότερα σε ελληνικό αναπηρικό κίνημα - δεδομένου ότι βρίσκεται σε αντιστοιχία με τους τρεις βασικούς μηχανισμούς μέσω των οποίων διάφοροι δρώντες στρατεύονται σε συλλογικές δράσεις. Με τη διευκρίνιση ότι το αναπηρικό κίνημα στην Ελλάδα δεν θα πρέπει να ταυτίζεται με τον ισχυρότερο φορέα εκπροσώπησής του, την Εθνική Συνομοσπονδία Ατόμων με Αναπηρία, θα επισημάνουμε κάποια στοιχεία-ερωτήματα τα οποία θα απαιτούσαν διεξοδικότερη συζήτηση και ανάλυση καθώς θέτουν υπό διαφορετικούς όρους τι συνιστά ή τι θα συνιστούσε κοινωνικό κίνημα:

• Το ελληνικό αναπηρικό κίνημα, για την επίτευξη του σκοπού του, δεν χρησιμοποιεί μόνο μορφές κινητοποίησης αλλά και διάφορες μορφές συμμετοχής στη δημόσια διοίκηση και στο πολιτικό σύστημα - θεσμοποίηση. Στο πλαίσιο της θεσμοποίησης, διεκδίκησε και πέτυχε την ανάληψη του ρόλου του κοινωνικού εταίρου σε θέματα αναπηρίας. Αν και η θεσμοποίηση-επαγγελματοποίηση μέρους των οργανώσεων ενός κοινωνικού κινήματος δεν είναι ένα δεδομένο που αφορά ένα κοινωνικό κίνημα στο σύνολό του, τι γίνεται όταν οι διαδικασίες αυτές μετασχηματίζουν τον χαρακτήρα του κινήματος από μέσο συγκρουσιακής έκφρασης σε συμβατικό μέσο πολιτικών διεκδικήσεων;

• Το ελληνικό αναπηρικό κίνημα χαρακτηρίζεται από μία πυραμιδοειδή/κάθετη δομή σε πρωτοβάθμιο, δευτεροβάθμιο και τριτοβάθμιο επίπεδο. Τι γίνεται όταν δεν υπάρχει μία οριζόντια μη ιεραρχημένη δομή αλλά ένα κάθετα οργανωμένο δίκτυο που ασκεί συλλογική δράση για την αναπηρία, η οποία συντονίζεται στο πλαίσιο μιας ιεραρχίας;

• Δεδομένης της ετερογενούς φύσης του αναπηρικού κινήματος, καθώς περιλαμβάνει μέλη με ένα εύρος επιμέρους ομαδικών ταυτοτήτων που προκύπτουν από τις διαφορετικές κατηγορίες αναπηρίας, εγείρεται ζήτημα εκπροσώπησης εντός του κινήματος και τίθεται το ερώτημα τι γίνεται με τη «διαφορά εντός»; Τι γίνεται με τις ομάδες που υποεκπροσωπούνται, όπως τα άτομα με νοητικές ή ψυχικές αναπηρίες; Τι γίνεται με τους «άλλους» του αναπηρικού κινήματος, όπως είναι οι γυναίκες με αναπηρίες, οι μετανάστες με αναπηρίες, οι νέοι με αναπηρίες;

 

Σημειώσεις
1. Amartya Sen. (2015[2009]). Η ιδέα της δικαιοσύνης. Αθήνα: Πόλις

2. della Porta, D., Diani, M. (2010 [1999]). Κοινωνικά Κινήματα - Μια εισαγωγή. Αθήνα: Κριτική

Ανθή Χατζηπέτρου Η Ανθή Χατζηπέτρου είναι κοινωνική ανθρωπολόγος. Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2020 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet