Η Ανγκέλα Μέρκελ ως φυσικός είναι σε θέση να γνωρίζει τη θεωρία του χάους, σύμφωνα με την οποία σε ένα πολύπλοκο και δυναμικό σύστημα κάποιες απειροελάχιστες μεταβολές σε μια μεταβλητή μπορούν να οδηγήσουν σε μια απρόβλεπτη και πολλές φορές ανεπιθύμητη έκβαση. Είναι σαφές ότι η προσπάθειά της να «νουθετήσει» πολιτικούς και πολίτες πηγάζει από την ανησυχία της για εκείνη την πιθανή στιγμή, που τα πάντα θα μπορούσαν να τεθούν πλέον εκτός ελέγχου. Και μια σειρά από αντιφάσεις του συστήματος συνηγορούν στην εκτίμηση ότι αυτό κάθε άλλο παρά απίθανο είναι.

 

Γράφαμε και την περασμένη εβδομάδα για την ανησυχία της κυρίας Μέρκελ σε σχέση με την αντιμετώπιση της πανδημίας και τις συνέπειές της. Για να αποφύγουμε τον κίνδυνο λοιπόν να θεωρηθούμε «θαυμαστές της» ας ξεκινήσουμε με μια διευκρίνιση. Η καγκελάριος της Γερμανίας είναι μια ψυχρή υπολογίστρια και προσπαθεί να διδαχτεί από τους κανόνες της φυσικής, όταν παίρνει σημαντικές πολιτικές αποφάσεις. Δεν το κάνει ούτε από ανθρωπισμό, ούτε από καλοσύνη. Είναι απλώς ρεαλίστρια και «οπαδός» των θετικών επιστημών.

 

Ένα πολύπλοκο «δυναμικό» σύστημα

 

Η προσπάθειά της να φέρει σε μια κοινή γραμμή τους πρωθυπουργούς των 16 ομόσπονδων κρατιδίων σε σχέση με την αντιμετώπιση του covid-19 δικαιολογείται από πάρα πολύ πρακτικές αιτίες. Η καγκελάριος διαισθάνεται ότι αυτό το «πολύπλοκο σύστημα», όπως θα χαρακτήριζε η επιστήμη της την «κοινωνία» και την σύνδεσή της με την πολιτική και την οικονομία έχει αρχίσει να παρουσιάζει τάσεις ανισορροπίας. Και μια ιδιαίτερη δυναμική. Θεωρεί λοιπόν ότι θα πρέπει να περιορίσει τις απρόοπτες μεταβλητές, που θα μπορούσαν να το οδηγήσουν σε πλήρες και ίσως και μη αναστρέψιμο χάος.

Ας το εξηγήσουμε λίγο καλύτερα. Η κα Μέρκελ φαίνεται να ανήκει σε εκείνους που έχουν καταλάβει ότι αυτή η πανσπερμία μέτρων, η πολυφωνία και οι διαφωνίες, τελικά μειώνουν σταθερά την εμπιστοσύνη της κοινής γνώμης στην ικανότητα του πολιτικού συστήματος να δώσει απαντήσεις στο πρόβλημα. Δεν είναι μόνο το «σύνδρομο του κωλόχαρτου» που έκανε την επανεμφάνισή του στα σούπερ μάρκετς. Το φαινόμενο αυτό θεωρείται πια ως ένα ασφαλής δείκτης για την ανερχόμενη ανασφάλεια της κοινωνίας μπροστά σε κρίσεις και είχε παρατηρηθεί και την περασμένη άνοιξη.

Η γερμανίδα πολιτικός είναι ανήσυχη. Γνωρίζει ότι αυτή τη στιγμή δεν υπάρχουν «μαγικές λύσεις», κυρίως επειδή οι νεοφιλελεύθερες δεσμεύσεις της την υποχρεώνουν να έχει πάντα ως πρώτο μέλημα αυτό που στο δικό της πολιτικό χώρο κατανοούν, όταν μιλούν για «οικονομία». (Και που δυστυχώς κάποιοι και στην Αριστερά έχουν αρχίσει να χρησιμοποιούν με την ίδια ακριβώς σημασία). Μιλάμε, δηλαδή, για συγκεκριμένα οικονομικά συμφέροντα, που μπορεί να μην επλήγησαν τόσο δραματικά τους περασμένους μήνες, αλλά ανησυχούν και κυρίως διαφωνούν με αποφάσεις που θα μπορούσαν να «καλομάθουν» τους πολίτες, όπως για παράδειγμα ένα πρόγραμμα «χρημάτων από το ελικόπτερο». Από την άλλη, η κα Μέρκελ βλέπει ότι θα πρέπει να δώσει προς τους πολίτες της χώρας μια εικόνα συντονισμένης και μελετημένης με βάση τα επιστημονικά κριτήρια στρατηγικής, η οποία στην ουσία δεν υπάρχει. Είναι αστείο να περιμένει κανείς για παράδειγμα να αναχαιτίσει τον ιό κλείνοντας τα μπαρ ή κλειδώνοντας τον κόσμο στα σπίτια του από τα μεσάνυχτα. Αλλά αυτό που μετράει στην συγκεκριμένη στιγμή δεν είναι το αποτέλεσμα, αλλά η εικόνα και η δημιουργούμενη προσδοκία. Έστω και ως ψευδαίσθηση ασφάλειας. Η αντιμετώπιση της πολυγλωσσίας από το πολιτικό κατεστημένο θα μπορούσε λοιπόν να επιτρέψει να παρουσιαστούν οι εκπρόσωποί του ως «κατ' επίφαση αρμόδιοι». Ότι δηλαδή ξέρουν τι κάνουν.

 

Η εκδίκηση του ατομικισμού

 

Όλα αυτά βεβαίως δεν είναι καθόλου απλά και προσκρούουν και σε μια σειρά αντιφάσεις του ίδιου του συστήματος. Μια από τις σημαντικότερες έχει να κάνει με τον ατομικισμό. Κάποιοι ιστορικοί τον έχουν ανακηρύξει ως τον μεγάλο θριαμβευτή του 20ου αιώνα, ο οποίος συνεχίζει ακάθεκτος την πορεία του και στις μέρες μας. Ειδικά μετά την πλήρη επικράτηση του «θατσεροριγκανισμού» παγκοσμίως αυτή η στρεβλή αντίληψη περί της «προτεραιότητας του ατόμου» αποτέλεσε ίσως το καλύτερο θεμέλιο για την επικράτηση ενός ολοκληρωτικού νεοφιλελευθερισμού. Πόσα βιβλία δεν γράφτηκαν με τίτλους τύπου «γίνετε μάνατζερ του εαυτού σας», «πάρτε τη ζωή στα χέρια σας», «οι ευκαιρίες είναι εδώ και σας περιμένουν». Ο ατομικισμός βοήθησε στο να απαξιωθούν και συχνά να διαλυθούν συλλογικότητες όπως τα συνδικάτα, οι συνεταιρισμοί, τα σωματεία και εδραίωσε την αντίληψη ότι ο καθένας μόνος του μπορεί να πετύχει τα πάντα αν είναι ικανός και αποφασισμένος. Άλλωστε, όπως λένε και κάποιοι δικοί μας νεοφιλελεύθεροι, «στη φύση δεν είναι όλοι ίσοι». Τώρα λοιπόν που οι πολιτικοί εκείνοι που υμνούσαν την ιδιωτική πρωτοβουλία στην κάθε της μορφή και παρουσίαζαν ως ινδάλματα για τη νεολαία κάποιους εμπνευσμένους τύπους, που κλεισμένοι σε ένα υπόγειο ξεκινούσαν κάποια αξιοζήλευτα «start ups» (εκτός από εκείνους που προτιμούσαν να κάνουν ατομική επιχείρηση ως ψυκτικοί) αυτοί οι ίδιοι πολιτικοί ζητούν από την ίδια νεολαία να σκεφτεί το «συλλογικό καλό». Μερικοί είναι βεβαίως τόσο κολλημένοι στις ιδεοληψίες τους που δεν τολμούν να μιλήσουν για συλλογική ευθύνη, αλλά προτιμούν να πιπιλίζουν την καραμέλα περί «ατομικής» ευθύνης. Μια κοινωνία που σου πρόσφερε ατομικές λύσεις και ιδιωτικές πρωτοβουλίες ως εγγύηση ευημερίας, που σε προσκαλούσε να αποδειχτείς πιο έξυπνος από τους άλλους, κλείνοντας ένα «ξεχωριστό» ασφαλιστικό συμβόλαιο, τώρα σου ζητά να προσέξεις γιατί υπάρχει ένα δημόσιο σύστημα υγείας, που δεν θα αντέξει αν αρρωστήσουν όλοι. Το δυσάρεστο όμως είναι ότι αυτό μόνο όταν το βιώσουν όλοι οι «ατομιστές» μπορεί ίσως να το συνειδητοποιήσουν.

 

Το δίλημμα του ελεύθερου χρόνου

 

Μια άλλη σημαντική αντίφαση έχει να κάνει με το δίλημμα του ελεύθερου χρόνου. Η Γερμανία είναι μια χώρα που παράγει και εξάγει βιομηχανικά προϊόντα. Αλλά η οικονομία της δεν στηρίζεται μόνο σε αυτά. Ιδιαίτερα σημαντικό για την εσωτερική ζήτηση είναι το κομμάτι της οικονομίας, που ασχολείται με τη διασκέδαση, την αναψυχή, τον τουρισμό, άλλες υπηρεσίες που έχουν να κάνουν με τον ελεύθερο χρόνο. Οι δραστηριότητες αυτές δεν αφορούν μόνο τους καταναλωτές, που τις έχουν πλέον εντάξει στην καθημερινότητά τους ως κάτι το αυτονόητο. Συντηρούν και μεγάλες επιχειρήσεις όπως είναι η Lufthansa, η TUI, αλλά και άλλες στο χώρο της διασκέδασης, των «πάρκων εμπειριών», μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες και ένα σωρό άλλους τομείς παροχής υπηρεσιών ελεύθερου χρόνου. Από τη μια λοιπόν η κυβέρνηση του Βερολίνου διέθεσε δισεκατομμύρια για να στηρίξει τέτοιες επιχειρήσεις και από την άλλη η καγκελάριος ζητά τώρα από τους πολίτες να «μείνουν σπίτι» αν δεν είναι απολύτως αναγκαίο να βγουν από αυτό. Όσο δικαιολογημένη και αν είναι υγειονομικά αυτή η παραίνεση, προσκρούει τόσο στο συναίσθημα του καταναλωτή, όσο και ίσως πολύ περισσότερο σε εκείνο του εργαζόμενου σε αυτόν τον χώρο, που αναρωτιέται αν τελικά η απόφαση της κυβέρνησης να δημιουργήσει ελλείμματα μετά από χρόνια έγινε μόνο για χάρη των τραπεζών και της βαριάς βιομηχανίας (σε μεγάλο βαθμό της αυτοκινητοβιομηχανίας).

Υπάρχουν λοιπόν αρκετοί αστάθμητοι παράγοντες, που απειλούν να αποσταθεροποιήσουν το σύστημα. Αυτό ισχύει σε ολόκληρη την Ευρώπη φυσικά και επηρεάζει το πολιτικό σύστημα στο σύνολό του. Είναι πλέον υπαρκτός ο κίνδυνος η ήδη υφιστάμενη «κόπωση» ή απογοήτευση με την πολιτική να γνωρίσει νέες εξάρσεις το επόμενο διάστημα με συνέπειες, που αυτή τη στιγμή κανείς δε μπορεί να φανταστεί.

Δημήτρης Σμυρναίος Περισσότερα Άρθρα
Πρόσφατα άρθρα ( Ευρώπη )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2020 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet