Μπορούμε να πιστέψουμε και να πείσουμε ότι τα μνημόνια δεν εξαλείφουν κάθε κρίσιμη πολιτική διαφοροποίηση;



Πρωτοσέλιδο άρθρο του διευθυντή της «Καθημερινής» (9/9) εντόπιζε το βασικό πρόβλημα της ηγεσίας της ΝΔ και προέβαινε σε σχετικές οδηγίες προς τους… ναυτιλομένους. Για να καταλάβουμε τι ακριβώς εννοούσε, χρειάζεται να φρεσκάρουμε στη μνήμη μας τους λόγους για τους οποίους έγινε αλλαγή φρουράς στα δώματα της Συγγρού: ο κ. Σαμαράς παραιτήθηκε μετά από δύο συνεχείς ήττες στις κάλπες αποδεχόμενος ουσιαστικά, μετά μυρίων βασάνων, ότι η γραμμή του που στόχευε στην ανάκτηση των απωλειών της ΝΔ από τα δεξιά, με προβολή της αντίστοιχης πολιτικής «πυγμής», δεν απέφερε καρπούς.
Η επιλογή του κ. Μεϊμαράκη, παρότι βιάστηκαν πολλοί να τον χαρακτηρίσουν μεταβατικό πρόεδρο της ΝΔ, ήταν φανερό ότι στόχευε σε ένα λίφτιγκ του προφίλ του κόμματος, με το βλέμμα στραμμένο προς το κέντρο, ώστε η ΝΔ να μπορεί να εμφανιστεί ως κόμμα κατάλληλο για τη στέγαση των «παραπλανημένων», που βρέθηκαν υπό την επιρροή της ριζοσπαστικής αριστεράς όχι μόνο στις εκλογές, αλλά και στο δημοψήφισμα.
Μέσα σ’ αυτά τα συμφραζόμενα μπορούν να αποκτήσουν σαφέστερο νόημα οι εκτιμήσεις και οι οδηγίες του πρωτοσέλιδου άρθρου της «Κ», η οποία προφανώς καίγεται για την αλλαγή του προφίλ της ΝΔ. Γι’ αυτό και την ημέρα ακριβώς της τηλεμαχίας επαινεί μεν τον κ. Μεϊμεράκη, γιατί έχει ήδη κατορθώσει να επικοινωνεί καλύτερα από τον προκάτοχό του με το λαϊκότροπο ύφος του, αλλά του θυμίζει ότι χρειάζεται «προσοχή και αυτοπειθαρχία», γιατί «ο αστικός κόσμος δεν μπορεί και δεν πρέπει να ξαναπέσει στην παγίδα της εξίσωσης του επιπέδου του δημόσιου διαλόγου προς τα κάτω». Και τον καλεί «να εξηγήσει τις θέσεις της ΝΔ για την ανάπτυξη, την παιδεία, την ασφάλεια», ώστε η φωνή της να εισακουστεί από «όσους είναι έξω από το μαντρί και ψάχνονται».

Η δεξιά σε όλο το μεγαλείο της

Δυστυχώς, όμως, για τους συμβούλους, το πρόβλημα που έχουν δεν είναι επικοινωνιακό, αλλά πολιτικής ουσίας. Διότι ο κ. Μεϊμαράκης εξηγώντας τις θέσεις της ΝΔ απέδειξε άλλη μια φορά ότι δεν γίνεται αυτό το κόμμα να αλλάξει το δεξιό DNA του. Δεν περνάει από το μυαλό του ότι τους πολλούς αναποφάσιστους δεν τους κερδίζεις με δεξιό λόγο και έργο, γιατί δεν φαίνεται να διστάζουν μπροστά στην κάλπη επειδή τους τρόμαξε η τόλμη του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά γιατί το αποτέλεσμα της προσπάθειάς του τους άφησε πικρή γεύση.
Μιλώντας στην τηλεμαχία για την οικονομία και για την επανεκκίνησή της, αυτό που βρήκε να πει είναι ότι αυτός θα ήταν ο κατάλληλος για την προσέλκυση ιδιωτικών επενδύσεων, γιατί είναι άνθρωπος «της πιάτσας» και του «πεζοδρομίου». Η πιάτσα και το πεζοδρόμιο, βέβαια, μας διδάσκει ότι στον κόσμο της οικονομίας, όπου θεός είναι η άντληση με κάθε μέσο του ιδιοτελούς κέρδους, κανείς δεν προκόβει με το σταυρό στο χέρι, ότι καλή διάθεση απέναντι στην επιχειρηματικότητα πολύ συχνά σημαίνει στραβά μάτια για τις επιπτώσεις στο κοινωνικό και φυσικό περιβάλλον, ότι πετυχημένος αποδεικνύεται όποιος έχει άκρες. Γι’ αυτό και ο κ. Μεϊμαράκης στις τρεις ώρες της τηλεμαχίας δεν βρήκε λέξη να πει για τη διαπλοκή και τη διαφθορά ή για την ευαισθησία των κυβερνώντων ως προς την τήρηση μιας νομιμότητας που ένα στοιχειώδες αστικό κράτος έχει θεσπίσει. Για την ελληνική δεξιά, δηλαδή, το θέμα δεν είναι μόνο να επιβληθεί η νεοφιλελεύθερη αντίληψη σε κάθε πτυχή της οικονομίας, πράγμα που επιδίωκαν άλλωστε όλα τα μνημόνια, αλλά να διαιωνιστεί και το ιδιαίτερο ελληνικό χρώμα της παρ’ ημίν πιάτσας των ημετέρων εθνικών οικονομικών παραγόντων, που αποτέλεσαν πάντοτε στηρίγματα (με το αζημίωτο) της δεξιάς και γενικά των αστικών κομμάτων. Μια νίκη της δεξιάς θα σημάνει πλήρη αποκατάστασή τους.
Μιλώντας στην ίδια τηλεμαχία για την παιδεία, εκείνο που βρήκε να σταθεί και να τονίσει, ήταν η εμμονή της δεξιάς στη συνταγματική αναθεώρηση, που θα επιτρέψει την ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων. Την οποία συνόδεψε με μια καταγγελία κατά του ΣΥΡΙΖΑ, επειδή είναι εχθρός της ιδέας αυτής. Αυτή η διακήρυξη του ιδιωτισμού στην εκπαίδευση είναι απλώς η προμετωπίδα της αντίθεσης σε κάθε επέμβαση που επιχειρήθηκε από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ για την αναίρεση της αντιμεταρρύθμισης που είχαν επιβάλει ΝΔ και ΠΑΣΟΚ στην εκπαίδευση τα τελευταία χρόνια ιδιαίτερα. Δεν είναι τυχαίο ότι τις πιο ανοίκειες επιθέσεις επί επτά μήνες δέχονταν οι υπουργοί επί των εκπαιδευτικών ζητημάτων. Νίκη της δεξιάς στις εκλογές θα σημαίνει ακύρωση όσων βημάτων έγιναν αυτούς τους μήνες και συνέχιση της επιχείρησης αντιμεταρρύθμιση πέρα και πάνω από κάθε μνημόνιο.
Μιλώντας, τέλος, για τα κύματα προσφύγων, δεν απέφυγε να τοποθετηθεί σαφέστατα δεξιότερα κι από τα δεξιά ευρωπαïκά κόμματα της δικής του πολιτικής οικογένειας. Χρησιμοποίησε τη γλώσσα και τη λογική της ξενοφοβίας, τη στιγμή που πολλές ευρωπαϊκές χώρες πια υποδέχονται τους πρόσφυγες που περνούν στην Ευρώπη μέσω Ελλάδας. Δικαιολόγησε τις ακροδεξιές φωνές στελεχών τού κόμματός του λέγοντας «δεν έχουμε πρόβλημα να ακούγονται οι απόψεις τους». Επέμενε στη φθηνή επιχειρηματολογία, σύμφωνα με την οποία, αν δεν «επαναπροωθούμε» (δηλαδή πνίγουμε) τους πρόφυγες, θέτουμε σε κίνδυνο τα εθνικά σύνορα! Η τοποθέτησή του ήταν η πλήρης πολιτική κάλυψη των επιθέσεων που καθημερινά δέχεται η πρώτη υπουργός Μετανάστευσης στην ιστορία της χώρας επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ. Μπορείτε να φανταστείτε τι θα σήμαινε γι’ αυτό τον τομέα νίκη της δεξιάς στις εκλογές.

Ένα σημαντικό επίδικο

Αυτή η δειγματοληπτική παράθεση δείχνει ότι όσο κι αν προσπαθήσουν οι επικοινωνιολόγοι της ΝΔ να την παρουσιάσουν με ένα πιο ήπιο, πιο κεντρώο πρόσωπο, η δεξιά πολιτική της αναβλύζει από παντού. Ένα από τα βασικά ζητήματα που κρίνονται σ’ αυτές τις εκλογές, δεν είναι μόνο ποια κυβέρνηση θα μπορέσει να κινηθεί με μεγαλύτερη επιτυχία στα ασφυκτικά όρια του μνημονίου, αλλά και πώς η κυβέρνηση που θα προκύψει θα πολιτευτεί στους τομείς εκείνους που δεν στραγγαλίζονται από τους καταναγκασμούς τής συμφωνίας με τους δανειστές.
Ο κ. Μεϊμαράκης στην τηλεμαχία προσπάθησε αρχικά να δείξει ότι η υπερψήφιση του μνημονίου δεν επιτρέπει μόνο ή και επιβάλλει τη συγκρότηση κυβέρνησης «εθνικής ενότητας» ή «μεγάλου συνασπισμού», αλλά εξαλείφει και κάθε διαφορά ανάμεσα στα κόμματα, αν εξαιρέσει κανείς αυτές που οφείλονται σε χαρακτηριστικά των ηγετών τους, ή σε «ξεπερασμένες ιδεοληψίες». Μόνο που δεν μπόρεσε ως το τέλος να υπηρετήσει το στόχο του. Ίσα ίσα, θύμισε σε πολύ κόσμο τι σημαίνει δεξιά, και πόσο σημαντικό είναι να μην ξαναγυρίσει στην κυβέρνηση. Και πόσο διαφορετικό μπορεί να είναι το έργο μιας κυβέρνησης της αριστεράς για το επίπεδο, για την ποιότητα ζωής των λαϊκών τάξεων, ακόμα σε συνθήκες επιβολής ενός μνημονίου. Σ’ αυτή την περίπτωση οι λαϊκές τάξεις που κυρίως πλήττονται (και με ευθύνη των λαθών του ΣΥΡΙΖΑ), δεν ξεκινάνε την αντίστασή τους από το μηδέν.
Όσοι μηδενίζουν αυτή την υπαρκτή διαφορά, δυσκολεύουν την ίδια τη δική τους ζωή και διευκολύνουν όσους θέλουν να επιβάλλουν κάθε φορά τη λογική των μονοδρόμων ακόμα και με ριζοσπαστική φρασεολογία. Οι αντίπαλοί τους το γνωρίζουν πολύ καλά, γι’ αυτό και κάνουν τα πάντα, για να αποτρέψουν το ενδεχόμενο σχηματισμού κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, που δεν θα έχει την ανάγκη να στηριχθεί σε κόμματα με μη συμβατές προγραμματικές θέσεις. Η δική μας άμυνα δεν μπορεί παρά να στοχεύει στο ακριβώς αντίθετο εκλογικό αποτέλεσμα. Αν θέλουμε να λογαριαστούμε στο τέλος με εαυτούς και αλλήλους, πρέπει να υπάρχει λογαριασμός που να αφήνει όφελος στη λαϊκή οικογένεια. Δεν έχει νόημα ένας ακόμα απολογισμός πάνω στην πλάτη της.

Χ. Γεωργούλας
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet