Για να είμαι ειλικρινής, καθώς εξελισσόταν η διαδικτυακή συζήτηση που διοργάνωσε το Πάντειο Πανεπιστήμιο, με τίτλο «Φασισμός, ναζισμός, ρατσισμός: η κοινοτοπία του κακού», την περασμένη Τρίτη το απόγευμα, ανασύρθηκε η καταχωνιασμένη επιθυμία να πήγαινα ξανά στο πανεπιστήμιο. Ήταν μια προσπάθεια διαλόγου με την κοινωνία διπλά σημαντική, αφενός διότι προήλθε από ένα πανεπιστημιακό ίδρυμα και δη Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, αφετέρου διότι έδωσε το στίγμα της νέας διοίκησης δικαιώνοντας όσους αγωνίστηκαν για αυτήν την αλλαγή.

Οι καθηγήτριες εισηγήτριες και ο καθηγητής εισηγητής [Αθηνά Αθανασίου, Βασιλική Γεωργιάδου, Αλέκα Κορωναίου, Δημήτρης Χριστόπουλος] επιχείρησαν ένα διεπιστημονικό διάλογο, υπό το συντονισμό της πρύτανη Χριστίνας Κουλούρη, με αφορμή την εθνική επέτειο της 28ης Οκτωβρίου και με στόχο να αναδειχθεί η επικαιρότητα της μνήμης του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά και να προκληθεί αναστοχασμός σχετικά με ιδεολογίες που φάνηκε πως ηττήθηκαν το 1945, ωστόσο επιβιώνουν μέσα από κοινότοπα σχήματα και αφυπνίζονται σε στιγμές κρίσης μέχρι και σήμερα σε Ελλάδα και Ευρώπη. Η συζήτηση, την οποία παρακολούθησαν πάνω από 600 θεατές από όλο τον κόσμο, έπιασε το νήμα από την καταδικαστική απόφαση που αναγνώρισε τη Χρυσή Αυγή ως εγκληματική οργάνωση, αναδεικνύοντας ως καθήκον που οφείλει να συνοδεύει τον εορτασμό ιστορικών επετείων τη μνήμη και τη σύνδεση με το παρόν, ενώ ήταν αφιερωμένη στους πρωτοετείς φοιτητές του Παντείου που ακόμα δεν έχουν γνωρίζει το εκπαιδευτικό ίδρυμα στο οποίο εισήχθησαν.

 

Μια γενιά που, όπως επισήμανε η πρύτανης Χ. Κουλούρη, «γεννήθηκε και μεγάλωσε σε μια χώρα όπου το δημοκρατικό πολίτευμα μοιάζει δεδομένο» και παράλληλα «δεν έχει βιώματα από τον Εμφύλιο και τη Δικτατορία των Συνταγματαρχών. Εξάλλου, ο τρόπος που διδάσκεται η Ιστορία έκανε τις νεότερες γενιές να γυρίζουν την πλάτη στην Ιστορία, θεωρώντας ότι δεν τους αφορά». Επίσης η Χ. Κουλούρη υπογράμμισε πως «το γεγονός ότι η ιστορία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου δεν διδασκόταν και, κατά κανόνα, δεν διδάσκεται ούτε σήμερα και ότι η επέτειος της 28ης Οκτωβρίου αποϊδεολογικοποιήθηκε για να προβάλει μόνο την εθνική και όχι την πολιτική σύγκρουση, εξηγεί γιατί σήμερα η ιδεολογία του φασισμού και του ναζισμού, με την οποία συγκρούστηκε η Ελλάδα το 1940 είχε απήχηση στην Ελλάδα της προηγούμενης δεκαετίας, μέσω της Χρυσής Αυγής. Εμφανίζεται έτσι το οξύμωρο σχήμα να προβάλλεται ως πατριωτική η ιδεολογία που χαρακτήριζε τους γερμανούς κατακτητές και στην οποία στηρίχτηκε η αιματηρή βία της Κατοχής και το Ολοκαύτωμα των Ελλήνων εβραίων. […] Η 28η Οκτωβρίου δεν είναι ημερομηνία νίκης εναντίον κάποιου προαιώνιου εχθρού ή απελευθέρωσης και κήρυξης της εθνικής ανεξαρτησίας, όπως για παράδειγμα η 25η Μαρτίου, είναι η πλέον οικουμενική από τις εθνικές επετείους, ακριβώς γιατί συμβολίζει κάτι που δεν περιορίζεται στα εθνικά μας όρια, αλλά έχει πανευρωπαϊκές και παγκόσμιες διαστάσεις, την αντίσταση κατά του φασισμού».

 

Η δημοκρατία απέναντι στους εχθρούς της

 

Πρώτη ομιλήτρια η Βασιλική Γεωργιάδου, καθηγήτρια Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας, η οποία έθεσε ένα αφετηριακό ερώτημα και επιχείρησε να το ψηλαφήσει: «εάν ο φασισμός εξακολουθεί να αποτελεί πρόκληση για τη φιλελεύθερη δημοκρατία, ογδόντα χρόνια μετά το "όχι", εβδομήντα πέντε μετά το τέλος του πολέμου και σχεδόν πέντε δεκαετίες μέσα στο τρίτο κύμα του εκδημοκρατισμού. Φανταζόμαστε, λοιπόν, ή θέλουμε να ελπίζουμε ότι ο φασισμός αποτελεί παρελθόν ως καθεστώς για την Ευρώπη και το σύγχρονο κόσμο. Ωστόσο, με λύπη και απογοήτευση διαπιστώνουμε ότι φασιστικές ιδέες επιβιώνουν. […] Η φιλελεύθερη δημοκρατία σήμερα είναι ανθεκτική απέναντι σε τέτοιου είδους προκλήσεις, μπορεί να τις περιθωριοποιήσει, έχει απαντήσεις; Θα δανειστώ τη σκέψη ενός πολιτικού στοχαστή, του Λάρι Ντάιαμοντ, ο οποίος έγραψε ότι η δημοκρατία είναι ανθεκτική αλλά δεν είναι άτρωτη», επισήμανε ο Β. Γεωργιάδου.

Για να συνεχίσει υπογραμμίζοντας: «Πολύ συχνά βλέπουμε στις μέρες μας ότι η διάβρωση της δημοκρατίας γίνεται στο όνομα της δημοκρατίας. Όσοι επιβουλεύονται τη δημοκρατία στήνουν μια παγίδα προκειμένου να εισπράξουν υποστήριξη, υποσχόμενοι μια πιο ουσιαστική, πιο γνήσια δημοκρατία. Ακόμα κάτι που έχει σημασία είναι ότι αυτή η διάβρωση της δημοκρατίας μπορεί να συμβεί με τρόπο κοινότοπο». Μάλιστα, αναφερόμενη σε μετρήσιμα ερευνητικά δεδομένα η καθηγήτρια του Παντείου ανέφερε ότι «μελετώντας το φαινόμενο της άκρας δεξιάς, παρατηρούμε την άνοδο που έχουν κόμματα της ακροδεξιάς, στις διαφορετικές εκδοχές τους. Αυτή η άνοδος, σε μεγάλο μέρος, λαμβάνει χώρα με συνηθισμένα, κοινότοπα μέσα [… για παράδειγμα] καλλιεργώντας ιδεολογικά αλλά και με στρατηγικό και εμπρόθετο τρόπο προκαταλήψεις. Οι προκαταλήψεις υπάρχουν αλλά υπάρχει και ένα συγκροτημένο περιβάλλον που χτίζει πάνω σε αυτές, τις ενεργοποιεί, τις κινητοποιεί, δημιουργεί επιπλέον διαθεσιμότητες». Κλείνοντας η Β. Γεωργιάδου σημείωσε ότι είναι σημαντικό «να σκεφτούμε και ως πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών πώς απαντάμε σε ζητήματα σαν αυτά. Τι κάνει η δημοκρατία απέναντι στους εχθρούς της; Χρειαζόμαστε θεσμικά αναχώματα».

 

Η άκριτη υπακοή ως φυσιολογική

 

Στη συνέχεια το λόγο πήρε η καθηγήτρια Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, Αθηνά Αθανασίου [www.epohi.gr/article/37465/agonistikh-yperaspish-ths-antifasistikhs-mnhmhs]: «Είναι σημαντικό να μην υποτιμηθεί το γεγονός ότι οι νεοναζί καταδικάστηκαν. […] Είναι ταυτόχρονα επιτακτικό να καλλιεργούμε την ηθικοπολιτική εγρήγορση ότι ο ναζισμός δεν αφορά ένα οριστικά συντελεσμένο ιστορικό ατύχημα του παρελθόντος που πέρασε ανεπιστρεπτί, αλλά αφορά ένα ιστορικό παρόν διαρκές, τραυματικό και ακόμη επίμαχο. […] Δεν τελειώσαμε με τη ρατσιστική βία, την ιδεολογία του κοινού αίματος και της εξόντωσης του άλλου. Δεν τελειώσαμε με το ρατσιστικό μίσος για τη διαφορά, τη φυλετική υπεροχή, τον αντιμεταναστευτικό εθνικισμό, την έμφυλη πατριαρχική βία, την ευγονική ανωτερότητα του εύρωστου σώματος».

Συνδέοντας τον αγώνα κατά του φασισμού της επετείου της 28ης Οκτωβρίου με το σήμερα, η Α. Αθανασίου σημείωσε: «Η πρόκληση που θέτει εμφατικά η σημερινή μέρα μνήμης και αναστοχασμού, όπως σημαδεύεται από τη συγκυρία, και όπως λαμβάνει χώρα στο Πανεπιστήμιο ως τον έσχατο τόπο κριτικής σκέψης, είναι ότι η αντιφασιστική και αντιρατσιστική πολιτική της μνήμης ως ιστορία του παρόντος απαιτεί τη διαρκή ευθύνη της αγωνιστικής υπεράσπισής της». Κάνοντας εκτενή αναφορά στην Χάνα Άρεντ και την ανταπόκρισή της από τη δίκη του αξιωματούχου του Γ’ Ράιχ, Άντολφ Άιχμαν, τον οποίο χαρακτήριζε «σχολαστικό και άχρωμο γραφειοκράτη που εκτελούσε το υπηρεσιακό του καθήκον χωρίς να σκέπτεται τις συνέπειες των πράξεών του», έρχεται στο παρόν υπογραμμίζοντας και τη δική μας διαρκή ευθύνη: «Η ευθύνη του Άιχμαν έγκειτο στην κατάργηση της δυνατότητας για αναστοχαστική κρίση και κριτική στους νόμους, και επομένως για αντίσταση στις άνωθεν διαταγές: με άλλα λόγια, στο αποτρόπαιο γεγονός της άκριτης υπακοής του με φυσιολογικό και φυσικοποιημένο τρόπο.  Η ευθύνη της επαγρύπνησης ενάντια στην κανονικοποίηση του φασιστικού φαντασιακού, ενάντια δηλαδή στη μετατροπή του σε οικεία νόρμα και ρουτίνα, είναι ευθύνη για μια διαρκή αντιφασιστική και αντιρατσιστική μνήμη».

Για να καταλήξει: «Η καταδίκη της ναζιστικής οργάνωσης μας δίνει οξυγόνο. Μας επιτρέπει να αναγνωρίσουμε το τι μπορεί να καταφέρει μια οργανωμένη αντιφασιστική κοινότητα. Αλλά και να αναλογιστούμε οφειλές. […] Ο κριτικός ορίζοντας της αντιφασιστικής και αντιρατσιστικής μνήμης διεκδικεί την πολιτική θέση της μαρτυρίας ως διαρκή άσκηση αντίστασης στις κοινοτοπίες του κακού».

 

Πρωταρχικός στόχος η νεολαία

 

Κατόπιν το λόγο πήρε η καθηγήτρια, κοσμήτορας στη Σχολή Κοινωνικών Επιστημών, Αλέκα Κορωναίου [www.epohi.gr/article/37464/otan-h-hrysh-aygh-tragoydoyse-gia-to-nazismo], επισημαίνοντας καταρχάς ότι «δεν υπήρξε καλύτερο εργαλείο και πιο σημαντικό ιδεολογικό όπλο από την κουλτούρα και τον πολιτισμό σε ό,τι είχε να κάνει με τη διάδοση ολοκληρωτικών καθεστώτων στο δυτικό κόσμο. Στη ναζιστική Γερμανία είχαμε μια διπλή διεργασία από τους εθνικιστές ναζί πολύ πριν ανέβουν στην εξουσία: από τη μία πλευρά, τη διαμόρφωση μιας "εθνικής" κουλτούρας, επίσημης, καθαρής, γερμανικής και, από την άλλη, την ταυτόχρονη απόρριψη όλων των άλλων πολιτιστικών εκφράσεων και καλλιτεχνικών τάσεων ως παρακμιακών, επικίνδυνων, αντιγερμανικών. Σε όλη την περίοδο της ναζιστικής κυριαρχίας καμία σφαίρα της ιδιωτικής αλλά και της δημόσιας ζωής δεν διέφευγε από τη φασιστική ιδεολογία και όλα τα αισθητικά και καλλιτεχνικά μέσα και εργαλεία έπρεπε να συμβάλουν στην επιβολή της στο σύνολο του κοινωνικού σώματος. Από τη φωτογραφία μέχρι τη γλυπτική, από τον κινηματογράφο και το θέατρο μέχρι τη ζωγραφική, τα εικονογραφημένα περιοδικά, και βέβαια τη μουσική και τα τραγούδια. Όλα τα πολιτιστικά προϊόντα έπρεπε να τεθούν στην υπηρεσία του τελικού σκοπού που δεν ήταν άλλος από τη δημιουργία ενός νέου ανθρώπου, ενός νέου κόσμου, μιας νέας τάξης πραγμάτων. […] Το κακό διεκδικούσε περίοπτη θέση για να αντεπιτεθεί σε ό,τι αυτό ονόμαζε κακό».

Πιο συγκεκριμένα στόχο αποτέλεσε η νεολαία και όχημα η μουσική. Όπως υπογράμμισε η Α. Κορωναίου, «για τους ναζιστές η μουσική είχε και έχει ένα στόχο: να θεραπεύσει τη γερμανική ψυχή. Αυτό σήμαινε κάθαρση, απομάκρυνση, σβήσιμο όλων των ξένων επιρροών. Η τζαζ, ως νέγρικη μουσική, όπως και οι εβραίοι συνθέτες και τραγουδοποιοί ρίχτηκαν στην πυρά. Αυτήν την αντίληψη και την κουλτούρα των νεοναζί είχαμε την ευκαιρία να μελετήσουμε πιο συγκεκριμένα, σε ό,τι έχει να κάνει με την Χρυσή Αυγή, μέσα από ένα ευρωπαϊκό πρόγραμμα στο οποίο συμμετείχε το Πάντειο και που είχε τον τίτλο "Μνήμη, νεολαία, πολιτιστική κληρονομιά και κοινωνικοπολιτική συμμετοχή"».

«Για τη Χρυσή Αυγή, οι μουσικές ομάδες που δημιουργήθηκαν από πολύ νωρίς, για παράδειγμα το "Blood and Honor" τμήμα Ελλάς, εμφανίστηκε το 1999 και ανέπτυξε μια πολύ σημαντική δράση, έναν ακτιβισμό, πλάι στα συσσίτια "μόνο για Έλληνες" και σε όλη την προπαγανδιστική μηχανή που είχε στηθεί από τη Χρυσή Αυγή μέσα και έξω από τα σχολεία. Πρωταρχικός στόχος λοιπόν υπήρξε η νεολαία. Γιατί όπως έγραφε στο περιοδικό "Αντεπίθεση" ένας από τους ηγέτες της Χρυσής Αυγής, που σήμερα βρίσκεται στη φυλακή, όταν το κόμμα της Χρυσής Αυγής ήρθε δεύτερο σε ψήφους στην ηλικιακή ομάδα 18-24 χρόνων, στις εκλογές του Ιουνίου 2012: Σας πήραμε τη νεολαία, σας πήραμε το μέλλον. […] Πράγματι, η νεολαία είναι το μέλλον και δεν θα το αφήσουμε σε αυτούς, δεν θα αφήσουμε τη νεολαία χωρίς κριτική σκέψη, χωρίς τα εργαλεία για να μπορούν να σταθούν απέναντί τους».

 

Τα ανθρωπάκια ως κτήνη

 

Τις αρχικές εισηγήσεις ολοκλήρωσε ο καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας, Δημήτρης Χριστόπουλος [www.epohi.gr/article/37463/apanthropa-anthropakia], ξεκινώντας με μια αναφορά στην ταινία του Κάρλο Λιτσάνι «Μουσολίνι: η τιμωρία και το τέλος ενός δικτάτορα» και στη φοβερή ερμηνεία του Ροντ Στάιγκερ ως Μουσολίνι, με την οποία «τον κατεβάζει από το μύθο ενός σύγχρονου Νέρωνα στο ύψος ενός δειλού ανθρώπου, που νοιάζεται μονάχα για τη ζωή τη δική του και της συντρόφου του». Για να έρθει στο σήμερα: «Αυτόν τον επετειακό συνειρμό έκανα, ογδόντα χρόνια από την 28η Οκτωβρίου 1940, σαν είδαμε πριν λίγες μέρες το διευθυντήριο της Χρυσής Αυγής να ικετεύει το δικαστήριο για επιείκεια ως προς την αναγνώριση ελαφρυντικών για την επιμέτρηση των ποινών όσο και για την αναστέλλουσα ισχύ της έφεσης. […] Η κοινοτοπία του κακού: τα κτήνη ως ανθρωπάκια. Τα ανθρωπάκια ως κτήνη. Παππάς, Μιχαλολιάκος καταδικάζουν τη βία και το ναζισμό μετά βδελυγμίας στον εισαγγελέα για να την γλιτώσουν».

Με ένα σταθμό κάπου ενδιάμεσα: «Φυσικά υπάρχουν και τα αμετανόητα κτήνη, αλλά οι μεγάλες δουλειές γίνονται από μικρούς. Από "κανονικούς", "απλούς", "μέσους" ανθρώπους. Από τον "παροιμιώδη μέσο ανθρωπάκο". Από αυτούς, που όταν αλλάζουν οι καιροί δικαιώνονται καθώς, όπως λέει ο ασφαλίτης βασανιστής στον κρατούμενο Κοροβέση στους Ανθρωποφύλακες: "ο έξυπνος άνθρωπος στη Μόσχα είναι GPU. O έξυπνος άνθρωπος στην Ουάσιγκτον CIA". Στον Επίλογο των Ανθρωποφυλάκων, ο αρχιβασανιστής Γκραβαρίτης λέει στον Κοροβέση χαιρετώντας τον: "«Πάνε όλα αυτά, περάσανε, τώρα είμαστε φίλοι». Δεν φταίει αυτός, τι να σου κάνει υπάλληλος είναι, έχει γυναίκα με δύο παιδιά. Τι νομίζω πως παίρνει; Πενταροδεκάρες. Ύστερα από 20 χρόνια υπηρεσίας δεν μπορεί να πάρει ένα δεύτερο πουκάμισο. Κι αυτός προλετάριος είναι που τον εκμεταλλεύονται οι άλλοι. Βγάζει όλη τη δουλειά αυτός και τελικά ο Καραπαναγιώτης παίρνει τους βαθμούς"».

Αλλά η κοινοτοπία του κακού μπορεί να ζει και δίπλα μας και μέσα μας: «Όταν, Σεπτέμβριο του 2018, σε ένα πεζόδρομο κοντά στην Ομόνοια δυο νταήδες άντρες τραμπούκισαν και κυνήγησαν τον Ζακ Κωστόπουλο, αυτός προσπάθησε να βρει καταφύγιο στο παρακείμενο κοσμηματοπωλείο και τότε, κλειδωμένος πια στο μαγαζί, εγκλωβισμένος, λιντσαρίστηκε από τον καταστηματάρχη, έναν φίλο του μεσίτη και από άντρες της αστυνομίας. Εκείνο το πρωί, τα ΜΜΕ έγραψαν ότι δολοφονήθηκε ναρκομανής στην Ομόνοια που προσπάθησε να ληστέψει καταστηματάρχη. Η κοινοτοπία του κακού στους δρόμους της Αθήνας».

Τέλος, ο Δ. Χριστόπουλος επιστρέφει στο ερώτημα που διαπερνά με τον ένα ή τον άλλο τρόπο τις εισηγήσεις των πανεπιστημιακών που συμμετείχαν στη συζήτηση: πώς απαντά η δημοκρατία στους εχθρούς της, και σημειώνει: «Την κοινοτοπία δεν μπορείς να την τιμωρήσεις στην ολότητά της. Γι’ αυτό η δημοκρατία είναι σε διαρκή αγώνα. Η δημοκρατία δεν είναι μια στιγμή. Δεν είναι στιγμή νίκης ή ήττας. Δεν είναι απόφανση καμίας εξουσίας. Είναι καθημερινός αγώνας. […] Μιλώντας για αγωνιζόμενη δημοκρατία, προσοχή, δεν κάνουμε λόγο για μαχόμενη δημοκρατία: αυτήν που δεν ανέχεται τους εχθρούς της. […] Δεν υπάρχει λοιπόν η έννοια "οριστική επικράτηση" της δημοκρατίας. Αυτό μας δείχνουν οι μεγάλες νίκες-ορόσημα και γι’ αυτό εξάλλου έχουμε ανάγκη να τις θυμόμαστε, αλλά και να επαναλαμβάνονται μια στο τόσο. Η δημοκρατία δεν ζει χωρίς απειλές. Δεν μπορεί να γλιτώσει από αυτές γι’ αυτό και αγωνίζεται πάντα. Σε διαφορετικά πεδία, με διαφορετικά όπλα, αλλά αγωνίζεται για να αμύνεται και να βαθαίνει. Ο φασισμός, ο ρατσισμός, ο ναζισμός δεν είναι δηλητηριώδη εξωτικά φρούτα της ιστορίας μας. Είναι παιδιά της. Σαν τα υπόλοιπα, τα καλά παιδιά. […] Το κακό ούτε φεύγει, ούτε αντιμετωπίζεται με ξόρκι, όπως ένας πρωτόγονος ηθικισμός μας προτρέπει. Θέλει αγώνα. Αγώνας εναντίον της ατιμωρησίας στο πεδίο της δικαιοσύνης. Δικαστήρια σαν κι αυτά που καταδίκασαν την ηγεσία της Χρυσής Αυγής και ελπίζουμε να καταδικάσουν τους αυτουργούς της δολοφονίας Κωστόπουλου».

Μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση που χρειάζεται να είναι αρχή ενός διαλόγου του πανεπιστημίου με την κοινωνία.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2020 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet