Η σημασία της επίσκεψης του υπουργού Εξωτερικών της Ρωσίας, Σεργκέι Λαβρόφ, στην Αθήνα την περασμένη Δευτέρα  δεν εξαντλείται στον συμβολισμό της ως κίνηση αναθέρμανσης των σχέσεων των δύο χωρών στη βάση της παραδοχής ότι η μεν Ελλάδα, ως μέλος της Ε.Ε., μπορεί να διαδραματίσει έναν θετικό ρόλο στις σχέσεις Μόσχας-Βρυξελλών, η δε Ρωσία, λόγω γεωγραφικής γειτνίασης και καλών, σταθερών σχέσεων με τις χώρες της περιοχής, μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στην αποκλιμάκωση της έντασης σε αυτήν. Μπορεί αυτός να είναι ο προφανέστερος λόγος της επίσκεψης, όμως δεν είναι ο μόνος, ούτε ο πιο σημαντικός.

Η ένταση ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία θα διαρκέσει. Και θα σκιάζει, με εξάρσεις και υφέσεις, τις μεταξύ τους σχέσεις σε ένα βάθος χρόνου ανάλογο του πόσο θα διαρκέσει η διαδικασία μετάλλαξης ενός διεθνούς συστήματος του οποίου συνιστώσες αποτελούν οι δύο χώρες. Ενός παγκόσμιου συστήματος κατανομής ισχύος που μεταβαίνει από μια φάση πολυπολικότητας –αποτέλεσμα της αδυναμίας των ΗΠΑ να ανταποκριθούν, κατά την ύστερη μεταψυχροπολεμική εποχή, στον ρόλο της μοναδικής υπερδύναμης που είχαν επιδιώξει σθεναρά– προς ένα νέο δίπολο. Η μετάβαση θα είναι παρατεταμένη, αφήνοντας περιθώρια αξιώσεων σε μνηστήρες μεσαίου διαμετρήματος.  Η Τουρκία είναι ένας τέτοιος μνηστήρας στην περιοχή του άμεσου ενδιαφέροντος της Ελλάδας, την Ανατολική Μεσόγειο. 

Η Τουρκία, παρά το υπερφίαλο της συμπεριφοράς της, γνωρίζει καλά ότι οι δυνάμεις της δεν της επιτρέπουν να διεκδικήσει –ούτε, πολύ περισσότερο, να αντέξει— κάτι περισσότερο από ένα ρόλο υπολογίσιμης περιφερειακής δύναμης. Αν εμφανίζεται υπερ-διεκδικητική είναι επειδή γνωρίζει επίσης καλά ότι ο χώρος στον οποίο προβάλλει τις αξιώσεις της είναι ένας γεωπολιτικός κόμβος στον οποίο διασταυρώνονται οι επιδιώξεις άλλων, ισχυρότερων από αυτήν, δυνάμεων. Επειδή γνωρίζει ότι στην περιοχή εκτυλίσσεται ένα νέο «Μεγάλο Παιχνίδι», ανάλογο με το «Μεγάλο Παιχνίδι» (The Great Game) του 19ου αιώνα ανάμεσα στη Βρετανική Αυτοκρατορία και την Τσαρική Ρωσία για τον έλεγχο του Αφγανιστάν και της ευρύτερης περιοχής. Και, ακριβώς, επειδή γνωρίζει ότι η αναμέτρηση εκείνη καθόρισε τα σύνορα και το εύρος επιρροής των χωρών εκεί έκτοτε και μέχρι σήμερα, κινείται αναλόγως στην περιοχή των δικών της συμφερόντων και ανησυχιών. 

Γνωρίζει, παράλληλα, η Τουρκία ότι  στο νέο «Μεγάλο Παιχνίδι» η ίδια είναι μια υπολογίσιμη συνιστώσα που δεν μπορεί να αγνοηθεί ούτε από τις Ηνωμένες Πολιτείες -- παρά την εμφανή αδυναμία τους να ασκήσουν την επιρροή που είχαν κάποτε. Ούτε από την Γερμανία -- στο βαθμό που επιφυλάσσει στον εαυτό της έναν ρόλο στο «Μεγάλο Παιχνίδι» που θα υπερβαίνει αυτόν του απλού εταίρου μιας Ένωσης με αβέβαιο μέλλον. Ούτε από την Κίνα -- που, ως ο μεγαλύτερος εξαγωγέας παγκοσμίως, έχει επιλέξει οι διαδρομές του περίφημου «Νέου Δρόμου του Μεταξιού» να συγκλίνουν στην Ανατολική Μεσόγειο. Ούτε, βεβαίως, από την Ρωσία -- η οποία επανακάμπτει μεθοδικά στην περιοχή.

Κατ’ αναλογία, το ίδιο ισχύει για την Ελλάδα. Η χώρα, παρά την καταπόνηση που έχει υποστεί από την πολυετή κρίση, παραμένει μια υπολογίσιμη συνιστώσα στην ευρύτερη περιοχή. Απόδειξη η συμφωνία των Πρεσπών, η συμφωνία με την Ιταλία στη συνέχεια, η συμφωνία με την Αίγυπτο πρόσφατα. Ειδικά η πρώτη επέδρασε αποφασιστικά στην αναβάθμιση της εικόνας που είχε η Ρωσία για την Ελλάδα. Η Μόσχα έχει αναβαθμίσει την Αθήνα στην ατζέντα της.

Η Ελλάδα, με τη σειρά της, πρέπει, στις κινήσεις της στη διεθνή σκακιέρα, να συνυπολογίζει ότι η Ρωσία, μετά τον πολυετή αποκλεισμό της από τη Μεσόγειο, επιστρέφει αποφασισμένη να μην αποκλείσει από τους χειρισμούς της καμιά χώρα της περιοχής, με βασικό κριτήριο το βαθύ ιστορικό παρελθόν, που δεν μπορεί να αγνοηθεί. Αυτό από μόνο του συνιστά ένα ισχυρό πλεονέκτημα για την Ελλάδα. Που οφείλει να υπερβεί την αμηχανία και την αναποφασιστικότητά της να διεκδικήσει ρόλο στην υπό διαμόρφωση νέα πραγματικότητα. Οφείλει να εγκαταλείψει έγκαιρα την αδιέξοδη αντίληψη ότι η Άγκυρα είναι «απομονωμένη» και ότι για την παραβατικότητα θα «τιμωρηθεί» από τη Δύση.

Η επίσκεψη Λαβρόφ μπορεί να αποδειχθεί η αφετηρία ενός παραγωγικού αναπροσανατολισμού της χώρας διεθνώς. Η Μόσχα, διά του υπουργού της των Εξωτερικών, διεμήνυσε στην Αθήνα ότι προσφέρεται, ως διαμεσολαβητής «καλής θέλησης», να συμβάλει στην απομείωση της έντασης με την Άγκυρα. Η θετική ανταπόκριση της Αθήνας θα μπορούσε να αποτελέσει, ακόμη και ως απλή δήλωση προθέσεων, μια καλή πρώτη κίνηση στην αναδιάταξη των στοχεύσεων της χώρας διεθνώς.

Μέχρι στιγμής δεν έχει υπάρξει αντίδραση από πλευράς ελληνικής κυβέρνησης σχετικώς. Είναι πολύ νωρίς, άλλωστε. Δεν περνά, ωστόσο, απαρατήρητο ένα άρθρο δημοσιευμένο σε φιλοκυβερνητική εφημερίδα την παραμονή της επίσκεψης Λαβρόφ, τόσο για το όνομα του υπογράφοντος, όσο και για το περιεχόμενο αλλά και το θυμικό του φορτίο.

Αποσπασματικά, ενδεικτικά – και ασχολίαστα:

-«Βάλαμε τα “αυγά” μας στο γερμανικό καλάθι, αλλά αυτό δεν έφερε αποτελέσματα…».

- «Ο ρόλος των ΗΠΑ είναι αμφίθυμος. Η Ελλάδα έχει δώσει πολλά ανταλλάγματα τα τελευταία χρόνια στην αμερικανική πλευρά. Δεν έχει λόγο να εμπλακεί σε κάποια ψυχροπολεμική αντιπαράθεση των ΗΠΑ με τη Ρωσία ή την Κίνα. Έχουμε υποχρεώσεις ως μέλη της Ε.Ε. και του ΝΑΤΟ, αλλά έως εκεί. Δεν βρισκόμαστε στο 1950 ή στο ’60...»

- «Ενδιαφέρον έχει και πάλι ο ρωσικός παράγων […] Η προσπάθεια για ένα restart με τη Μόσχα χρειάζεται […] Η Ρωσία είναι μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ στο οποίο, σε ένα πολύ κακό σενάριο, η Ελλάδα θα χρειασθεί να προσφύγει. Αλλά και γενικά μην ξεχνάμε το δόγμα του Κωνσταντίνου Καραμανλή, που έλεγε πάντοτε ότι η ελληνική εξωτερική πολιτική δεν πρέπει ποτέ να βασίζεται σε έναν πυλώνα…».*

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη ακούει;

 

* Αλέξης Παπαχελάς, «Ξεκάθαρες θέσεις προς όλους». «Η Καθημερινή», Κυριακή 25 Οκτωβρίου.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2020 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet