Φωτό από το Εβραϊκό Μουσείο Θεσσαλονίκης.

 

 

Αλμπέρτος Ναρ - Λέων Ναρ «Θυμάμαι», βιβλίο και cd, εκδόσεις Ιανός, 2019

 

 

Η ιστορία των Ελλήνων σεφαραδιτών Εβραίων της Θεσσαλονίκης, παρόλο που έχει έρθει στην επιφάνεια τις δύο-τρεις τελευταίες δεκαετίες με μελέτες και λογοτεχνικές απόπειρες αποτύπωσής της, δεν έχει πάψει να είναι μια αρκετά ανεξερεύνητη ιστορία και μια ιστορία αποσιωπήσεων που προκαλεί αμηχανία στον ελληνικό χριστιανικό πληθυσμό. Αμηχανία που δημιουργούν δύο αντιφατικές συναισθηματικά αναφορές που έρχονται σε αναπόφευκτη σύγκρουση: η δυσπιστία, έως και εχθρότητα, σεβαστού μέρους του ελληνικού χριστιανικού στοιχείου προς κάθε τι το εβραϊκό, από τη μια· ο αναπόφευκτος διαρκής συγκλονισμός από τον αφανισμό του εβραϊκού στοιχείου πολλών πόλεων της Ελλάδας, κατ’ εξοχήν βέβαια της Θεσσαλονίκης, στα χρόνια της Κατοχής από τους ναζί, από την άλλη.

 

Το Ολοκαύτωμα, πάντως, σύμφωνα και με τον Έντζο Τραβέρσο, συνέντευξη του οποίου φιλοξένησε η «Εποχή των βιβλίων» πριν από μερικούς μήνες, είχε μέσα στον τερατώδη ζόφο του και μια θετική συνέπεια: την υποχώρηση του παλιού αντισημιτισμού που έδωσε τη θέση του σε μια πιο ήπια εβραιοφοβία, πολύ λιγότερο επικίνδυνη εκ πρώτης όψεως. Η γενικότερη πάντως εξοικείωση με τη διαφορετικότητα, και όχι μόνο την εβραϊκή, περνάει ως γνωστόν με τη γνωριμία με τον «άλλο». Δεν μπορεί να μισείς ούτε να δαιμονοποιείς κάποιον που γνωρίζεις πραγματικά, η δαιμονοποίηση πάει χέρι χέρι με την άγνοια, με την τρύπα στη μνήμη και στην πληροφόρηση.

Από αυτή την άποψη το βιβλίο με τον εύγλωττο τίτλο «Θυμάμαι», που επιμελήθηκε ο γνωστός Θεσσαλονικιός φιλόλογος και συγγραφέας Λέων Ναρ αποτελεί προσφορά. Ο πατέρας του Λέοντα Ναρ, ο Αλμπέρτος Ναρ, υπήρξε εμβληματική προσωπικότητα της Θεσσαλονικιώτικης διανόησης, έκλεισαν δε φέτος δεκαπέντε χρόνια από τον πρόωρο θάνατό του (πέθανε μόλις 58 ετών). Φιλόλογος και αυτός αλλά και ιστορικός και ερευνητής του σεφαραδίτικου εβραϊσμού, άφησε πίσω του ένα σημαντικό έργο, δοκιμιακό και πεζογραφικό, στο οποίο προσπάθησε να αποτυπώσει ποικιλοτρόπως τον ψυχισμό των μελών μιας κοινότητας που κατά μεγάλο μέρος έχει πια χαθεί. Αυτή είναι και η μεγάλη προσφορά του. Εκεί που το επίσημο κράτος αλλά και οι πολίτες της σημερινής Θεσσαλονίκης και της χώρας ολόκληρης αρκούνται σε τυπικές αναφορές για το παρελθόν της πόλης ή και συχνότερα, προτιμούν να το αποσιωπούν ή και απλώς να το αγνοούν, αναπαράγοντας μια αφυδατωμένη και ψυχρή μνήμη, έρχεται ένα έργο πλούσιο σε καθημερινή ανθρώπινη ύλη να υπενθυμίσει ότι εκεί ζούσαν άνθρωποι με σάρκα και οστά, με συναισθήματα, αγωνίες, καημούς, χίλια μύρια προβλήματα σαν αυτά που έχουν όλοι οι άνθρωποι στον κόσμο που δεν γεννήθηκαν βασιλιάδες. Και στο συγκεκριμένο βιβλίο το κάνει μέσα από το τραγούδι.

 

Τραγούδια και μια γλώσσα σχεδόν πια χαμένη

 

Η μνήμη αναπλάθεται καλύτερα όταν διεισδύει στην καθημερινότητα, ανακαλεί εικόνες και ήχους. Ο Αλμπέρτος Ναρ είχε ήδη δημοσιεύσει μελέτες για τα σεφαραδίτικα τραγούδια. Ωστόσο τη δεκαετία του 1990 πήρε μια εξαιρετική πρωτοβουλία: έβαλε ηλικιωμένους επιζήσαντες του Ολοκαυτώματος, συνήθως ερασιτέχνες ερμηνευτές, να τραγουδήσουν τα τραγούδια που τραγουδιούνταν στην προπολεμική Θεσσαλονίκη της νιότης τους και τους ηχογράφησε. Έτσι διέσωσε δεκάδες σεφαραδίτικα τραγούδια που θα είχαν χαθεί. Τραγούδια που διασώζουν και μια γλώσσα σχεδόν πια χαμένη –έστω και αν αρχίζει να μελετάται ξανά σε διάφορες πανεπιστημιακές σχολές του κόσμου–, τα λαντίνο. Τα λαντίνο που είναι τα καστιλιάνικα ισπανικά του 15ου αιώνα εμπλουτισμένα με λέξεις ελληνικές, τουρκικές, ισπανικές και ιταλικές. Μιας πόλης πολυεθνικής τότε, στην οποία για κάποιες δεκαετίες πλειοψηφούσαν οι Εβραίοι. Και στην οποία, όπως έχει γράψει ο Μαρκ Μαζάουερ, ακόμα και ο λούστρος του λιμανιού μπορούσε να συνεννοείται σε 7-8 γλώσσες.

Έχουμε λοιπόν μπροστά μας ένα βιβλίο-cd με τον τίτλο «Θυμάμαι», το οποίο εκδόθηκε πρόσφατα από τις εκδόσεις Ιανός. Είναι δίγλωσσο στα κείμενα –ελληνικά, αγγλικά– και τρίγλωσσο στην παράθεση των στίχων των τραγουδιών – λαντίνο, ελληνικά, αγγλικά. Το cd περιέχει 22 τραγούδια –τραγουδισμένα a capella– των οποίων οι στίχοι παρατίθενται στο βιβλίο. Το σύνολο του υλικού (46 κασέτες) έχει εδώ και χρόνια παραχωρηθεί, από την οικογένεια του Αλμπέρτου Ναρ, στο Ελληνικό Λογοτεχνικό Ιστορικό Αρχείο Θεσσαλονίκης, το οποίο μάλιστα το ψηφιοποίησε. Και περιέχει τραγούδια γραμμένα σε πέντε γλώσσες: λαντίνο, εβραϊκά, αραμαϊκά, ελληνικά και τουρκικά.

 

Συνεχή μουσικά αντιδάνεια

 

Για να γνωρίσεις βέβαια τον άλλο πρέπει πρώτα να αποδεχθείς ότι υπάρχει ή ότι υπήρξε. Όπως γλαφυρά λέει στον εκτενή πρόλογο του βιβλίου ο μουσικολόγος, διδάσκων στο Τμήμα Μουσικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Νίκος Ορδουλίδης, η μουσική ιστορία της Θεσσαλονίκης, για την έρευνα, φαίνεται να ξεκινάει το 1912. Το τι συμβαίνει πριν την ενσωμάτωση της πόλης στον εθνικό κορμό, είναι ερώτημα που δεν έχει απασχολήσει κανέναν. «Οι αναφορές στην προ του 1912 ιστορία είναι σε τέτοιο βαθμό ανύπαρκτες, που κάποιος θα μπορούσε εύλογα να διερωτηθεί: μήπως η Θεσσαλονίκη τελούσε υπό κάποια ιδιότυπη μουσική απαγόρευση;», λέει. Η σχετική φιλολογία θέλει τη Θεσσαλονίκη μήτρα του ρεμπέτικου (και αυτό ωστόσο αφορά στη μετά το ’12 περίοδο) αλλά και προασπίστρια του γνήσιου πατριαρχικού ψαλτικού ύφους και συνέχειά του. Και η ιστορία σταματάει εδώ.

Εντούτοις είναι γνωστό ότι το εβραϊκό στοιχείο όχι μόνο ήταν στο συντριπτικά μεγαλύτερο τμήμα του προλεταριοποιημένο και λαϊκό αλλά πρωταγωνιστούσε κιόλας στο επάγγελμα του μουσικού. Τα τραγούδια τους, έγραφε παλιότερα ο Αλμπέρτος Ναρ, «τα ’λεγαν ως προχτές στη Σαλονίκη οι κοπέλες καθώς συγύριζαν την κάμαρά τους, οι εργάτες στα καπνομάγαζα, οι βαρκάρηδες στο λιμάνι». Η δε σεφαραδίτικη μουσική παράδοση, όπως γράφει στην –επίσης εκτενή– εισαγωγή του ο Λέων Ναρ, διακρινόταν πάντα για τις πολλαπλές επιρροές της. Με ρίζες στη μεσαιωνική Ανδαλουσία, στο χώρο της συνύπαρξης Χριστιανών, Εβραίων και Μουσουλμάνων, μεταφέρθηκε στην οθωμανική Θεσσαλονίκη όπου οι επιρροές δεν άλλαξαν ριζικά, εμπλουτιζόμενες επιπλέον με τις μουσικές των Βαλκανίων. Τα αντιδάνεια ήταν συνεχή. Μετά την ένταξη της Θεσσαλονίκης στο ελληνικό κράτος και την έξοδο του τουρκικού στοιχείου, οι ανταλλαγές Εβραίων και Χριστιανών ήταν συνεχείς. Υπάρχουν πλείστες όσες εβραϊκές εκτελέσεις ρεμπέτικων ενώ ένα τραγούδι σεφαραδίτικο έφτασε να περάσει πολύ αργότερα στις «Μικρές Πολιτείες» του Σταύρου Κουγιουμτζή. Υπάρχουν και ελληνικά λαϊκά τραγούδια με Εβραίους πρωταγωνιστές όπως ο «Μποχώρης» (εβραϊκή λέξη που σημαίνει «πρωτότοκος γιος»), παιγμένα και σε εκτελέσεις με στίχους λαντίνο, υπάρχει όμως και ο «Άγιος Βασίλης κουμαρτζής» (περιλαμβάνεται στο cd) που στο σκοπό τού «Άγιος Βασίλης έρχεται» (τα γνωστά κάλαντα) περιγράφει την απεργία των καπνεργατών το 1936. Και υπάρχει και ο γνωστός «Τσοπανάκος», με στίχους προσαρμοσμένους στην τραγική εμπειρία του Ολοκαυτώματος, που τραγουδιόταν ακόμα και μέσα στο Άουσβιτς: «Εβραιοπούλα ήμουνα / το αστράκι φόρεσα / μας πλακώσαν τα κωθώνια / και μας πήγαν στην Πολώνια».

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2020 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet