Είναι εξαιρετικά σημαντικό ότι σήμερα βρισκόμαστε, συζητάμε και αναστοχαζόμαστε από κοινού στον απόηχο και υπό το πνεύμα της ιστορικής καταδικαστικής απόφασης στη δίκη της νεοναζιστικής συμμορίας, και μάλιστα παρά την αθωωτική εισαγγελική εισήγηση. Είναι σημαντικό, κατά τη γνώμη μου, να μην υποτιμηθεί το γεγονός ότι οι νεοναζί καταδικάστηκαν. Είναι ένα γεγονός που θέτει ένα δεσμευτικό νομικό προηγούμενο και στέλνει πολιτικό μήνυμα μη ανοχής.

Είναι ταυτόχρονα επιτακτικό να καλλιεργούμε την ηθικοπολιτική εγρήγορση ότι ο ναζισμός δεν αφορά ένα οριστικά συντελεσμένο ιστορικό ατύχημα του παρελθόντος που πέρασε ανεπιστρεπτί, αλλά αφορά ένα ιστορικό παρόν διαρκές, τραυματικό και ακόμη επίμαχο. Αφορά, για να επικαλεστώ τα λόγια του Έντσο Τραβέρσο, το «παρόν ως ιστορία» και την «ιστορία στο παρόν».

Αντιμετωπίζοντας λοιπόν τη σχέση του παρόντος με τις επιβιώσεις και τις μεταμορφώσεις του ναζισμού, αλλά και τη σχέση με το ναζισμό του παρόντος και τον παρόντα ναζισμό, καλούμαστε, νομίζω, να αναμετρηθούμε με την επίγνωση ότι δεν αλλάξαμε εποχή. Δεν τελειώσαμε με τη ρατσιστική βία, την ιδεολογία του κοινού αίματος και της εξόντωσης του άλλου. Δεν τελειώσαμε με το ρατσιστικό μίσος για τη διαφορά, τη φυλετική υπεροχή, τον αντιμεταναστευτικό εθνικισμό, την έμφυλη πατριαρχική βία, την ευγονική ανωτερότητα του εύρωστου σώματος. Και δεν τελειώσαμε με τις «αυθόρμητες» εκδηλώσεις ξενοφοβίας, φυλετισμού, αντισημιτισμού και ομοφοβίας, που ενδημούν σε πολλαπλές παραφυάδες της ακροδεξιάς, σε θύλακες του βαθέος κράτους, ή ακόμη και σε μια υφέρπουσα ομοθυμία των «κανονικών» ανθρώπων της διπλανής πόρτας.

Ο Τραβέρσο προτείνει την έννοια του «μεταφασισμού» για να περιγράψει ένα ευρωπαϊκό φαινόμενο ακόμη σε εξέλιξη, που τοποθετείται ταυτόχρονα σε συνέχεια προς, αλλά και σε διαφοροποίηση από, τους ιστορικούς φασισμούς του 20ού αιώνα. Ένα φαινόμενο που ξαναζωντανεύει την «ιστορική ενικότητα» της μνήμης του Μεσοπολέμου, αλλά διέπεται από επιπλέον ιδεολογικά προτάγματα όπως είναι οι απωθήσεις της αποικιοκρατίας και η εχθρότητα απέναντι στη μετανάστευση.1

Η πρόκληση που θέτει εμφατικά η σημερινή μέρα μνήμης και αναστοχασμού, όπως σημαδεύεται από τη συγκυρία, και όπως λαμβάνει χώρα στο Πανεπιστήμιο ως τον έσχατο τόπο κριτικής σκέψης, είναι ότι η αντιφασιστική και αντιρατσιστική πολιτική της μνήμης ως ιστορία του παρόντος απαιτεί τη διαρκή ευθύνη της αγωνιστικής υπεράσπισής της.

Είναι ακριβώς αυτό το ζήτημα της ευθύνης που μας καλεί να ξανασκεφτούμε η πολιτική φιλόσοφος Χάνα Άρεντ στην πραγματεία της για την «κοινοτοπία του κακού»2 (ή τη «ρηχότητα του κακού»3). Το 1961, η εξόριστη Άρεντ, ανιθαγενής πρόσφυγας για 18 χρόνια από τότε που απέδρασε από τη ναζιστική Γερμανία και οι νόμοι της Νυρεμβέργης της αφαίρεσαν την πολιτειότητα, κάλυψε ως ανταποκρίτρια του αμερικανικού περιοδικού New Yorker τη δίκη του αξιωματούχου του Γ’ Ράιχ και αρχιτέκτονα της Σοά, Άντολφ Άιχμαν. Χρησιμοποίησε τη φράση «the banality of evil» για να σκιαγραφήσει τον αδίστακτο εγκληματία πολέμου σαν ένα γρανάζι του ναζιστικού γραφειοκρατικού μηχανισμού εξόντωσης (αντί για ένα δαιμονικό και τερατώδες ον), χωρίς αυτό να μειώνει στο ελάχιστο την ευθύνη του.

Η Άρεντ δεν εννοούσε προφανώς ότι ο Άιχμαν και οι Ναζί συνοδοιπόροι του είχαν διαπράξει ένα απλό, κοινότοπο, μπανάλ έγκλημα. Το αντίθετο. Πίστευε ότι το έγκλημα ήταν πρωτόγνωρο, δίχως ιστορικό προηγούμενο, τόσο ακραίο και αδιανόητο που θα απαιτούσε μια νέα θεώρηση της ίδιας της έννοιας της νομικής και ηθικής κρίσης. Αυτό που εννοούσε ήταν ότι ο άνθρωπος που είχε οδηγήσει στον θάνατο με λογιστική ακρίβεια εκατομμύρια Εβραίους, και άλλους παράταιρους –ομοφυλόφιλους, Ρομά, ανάπηρους, αντιστασιακούς και αντιφρονούντες– ήταν ένας συνηθισμένος άνθρωπος, με τα δικά της λόγια, «τρομακτικά κανονικός/φυσιολογικός [normal]». Ένας σχολαστικός και άχρωμος γραφειοκράτης που εκτελούσε το υπηρεσιακό του καθήκον χωρίς να σκέπτεται τις συνέπειες των πράξεών του. Ένα αυτόματο που εκτελούσε εντολές με προσήλωση στον διεκπεραιωτικό «τρόπο να γίνονται να πράγματα».

Αυτή ήταν άλλωστε και η υπερασπιστική του γραμμή στη δίκη – ότι απλώς υπάκουε εντολές, ότι εκτελούσε το καθήκον του. Αυτό όμως, για την Άρεντ, ήταν πολλαπλά πιο επιλήψιμο από το εσκεμμένο κακό. Ήταν τρομακτικό. Η ευθύνη του Άιχμαν έγκειτο στην κατάργηση της δυνατότητας για αναστοχαστική κρίση και κριτική στους νόμους, και επομένως για αντίσταση στις άνωθεν διαταγές: με άλλα λόγια, στο αποτρόπαιο γεγονός της άκριτης υπακοής του με φυσιολογικό και φυσικοποιημένο τρόπο. 

Η ευθύνη της επαγρύπνησης ενάντια στην κανονικοποίηση του φασιστικού φαντασιακού, ενάντια δηλαδή στη μετατροπή του σε οικεία νόρμα και ρουτίνα, είναι ευθύνη για μια διαρκή αντιφασιστική και αντιρατσιστική μνήμη. Στο φιλμ-ντοκιμαντέρ του Raoul Peck I am not your negro (2016), ο συγγραφέας James Baldwin διηγείται την ιστορία του ρατσισμού στη σύγχρονη Αμερική ενθυμούμενος τους νεκρούς φίλους του που έπεσαν θύματα ρατσιστικής βίας. Αναφέρεται στο δημόσιο πένθος για το θάνατο του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ αλλά και στη δική του δυσκολία να τον θρηνήσει: «Αν άρχιζα να κλαίω, δεν θα σταματούσα ποτέ». Αναλογιζόμενος τι σημαίνει να είσαι μαύρος/η σε συνθήκες λευκής κυριαρχίας, ο Baldwin περιγράφει τη δημόσια διαπόμπευση μιας μαύρης μαθήτριας που μπαίνει στο χώρο του σχολείου αλλάζοντας με τη δημόσια ενσώματη παρουσία της το νόμο του φυλετικού διαχωρισμού, εν μέσω ενός όχλου που κραύγαζε «δεν θέλουμε μαύρους στα σχολεία μας». Εστιάζει στο γεμάτο περηφάνεια αλλά και αγωνία πρόσωπο της νεαρής γυναίκας, καθώς διασχίζει –εμποδισμένα αλλά και αποφασιστικά– το φράγμα του οργισμένου πλήθους. Το τι σημαίνει να έχεις δει αυτή τη σκηνή, λέει ο Baldwin, συμπυκνώνει το ποια είναι «η ευθύνη μου ως μάρτυρας».

Η ιστορία του αγώνα ενάντια στις φυλετικές διακρίσεις και το ρατσισμό εγγράφεται σε τέτοιες εναγώνιες και αγωνιστικές διεκδικήσεις του δημόσιου χώρου και απηχεί αυτό που ο Πρίμο Λέβι αποκαλούσε «το καθήκον της μνήμης». «Συνέβη, επομένως μπορεί να ξανασυμβεί», έγραφε, καταθέτοντας μια μελαγχολική μαρτυρία πάνω στη μνήμη της ναζιστικής εξόντωσης: μιας μνήμης εύθραυστης, που χρειάζεται διαρκή υπεράσπιση.

Γι’ αυτό αναπνεύσαμε πιο ελεύθερα με την καταδίκη των νεοναζί. Λέω «αναπνεύσαμε» και σκέφτομαι τη φράση-ορόσημο «I can’t breathe» του κινήματος Black Lives Matter: μια φράση που μνημονεύει όσους/όσες, όπως ο Τζορτζ Φλόιντ στις 25 Μαΐου 2020 στις ΗΠΑ, άφησαν την τελευταία τους πνοή εξαιτίας φυλετικής βίας επαναλαμβάνοντας αυτήν τη φράση. Μια κραυγή αντίστασης στην ασφυκτική εξουσία του θεσμοθετημένου ρατσισμού και ταυτόχρονα ένα κάλεσμα για συντροφικότητα με άλλους/άλλες που μοιράζονται την αγωνία αλλά και την αγωνιστικότητα της κομμένης ανάσας.

Η καταδίκη της ναζιστικής οργάνωσης μας δίνει οξυγόνο. Μας επιτρέπει να αναγνωρίσουμε το τι μπορεί να καταφέρει μια οργανωμένη αντιφασιστική κοινότητα. Αλλά και να αναλογιστούμε οφειλές. Σε όσες/όσους γνώρισαν στο κορμί τους την παραστρατιωτική βία και τα ρατσιστικά πογκρόμ των ταγμάτων του μίσους. Στα εκατοντάδες θύματα και στους επιζώντες/στις επιζώσες. Στις/στους συνηγόρους πολιτικής αγωγής. Ανάμεσά τους και στην Ευγενία Κουνιάκη, μεταπτυχιακή φοιτήτρια στο Τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Πανεπιστημίου μας και συνήγορο Πολιτικής Αγωγής στη δίκη, που ξυλοκοπήθηκε από τραμπούκους χρυσαυγίτες έξω από το Εφετείο το Νοέμβρη του 2017. Στο Golden Dawn Watch, στον Δημήτρη Ψαρρά, στους οικείους, φίλους και συναγωνιστές των θυμάτων, στη Μάγδα Φύσσα και στον πατέρα του Σαχζάτ Λουκμάν. Στο πλατύ αντιφασιστικό κίνημα που συντάχτηκε και ανέκτησε τους δημόσιους χώρους που είχε πολιορκήσει η Χρυσή Αυγή τα προηγούμενα χρόνια. Και στους μάρτυρες που δεν φοβήθηκαν.

Η δικαίωση των θυμάτων της νεοναζιστικής οργάνωσης οφείλει πολλά στις δυο κοπέλες που βρέθηκαν τυχαία να κάθονται αμέριμνα σ’ ένα παγκάκι στο Κερατσίνι τη νύχτα της 18ης Σεπτεμβρίου του 2013 και έγιναν αυτόπτριες μάρτυρες της δολοφονίας του Παύλου Φύσσα. Η Δήμητρα Ζώρζου και η Παρασκευή Καραγιαννίδου ανταποκρίθηκαν με γενναιότητα και κατέθεσαν κατά της Χρυσής Αυγής παρά τις απειλές που δέχτηκαν, κι ακόμη κι όταν οι οικογένειές τους τις παρότρυναν να κάνουν ότι δεν είδαν. Η κατάθεσή τους τον Νοέμβριο του 2015 έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην καταδίκη εκείνων που ευθύνονται για τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα.

Σε λίγες μέρες ξεκινά μια άλλη ιστορική δίκη με ρατσιστικό κίνητρο: η δίκη για το στυγερό λιντσάρισμα του Ζακ Κωστόπουλου / της Ζάκι Ο στον πεζόδρομο της Γλάδστωνος. Η άγρια δολοφονία του κουίρ αντιφασίστα ακτιβιστή την Παρασκευή 21 Σεπτεμβρίου 2018 ενέπνευσε ένα κίνημα αγωνιστικής μνήμης, με οργή και θλίψη για τους καθημερινούς, οικείους φασισμούς και με μια υπόσχεση ανατροπής της κανονικοποιημένης και ατιμώρητης έμφυλης ρατσιστικής βίας. Πόσο διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα αν οι αυτόπτες μάρτυρες είχαν παρέμβει συλλογικά. Αν ήταν εκεί μια Δήμητρα Ζώρζου…

Ο κριτικός ορίζοντας της αντιφασιστικής και αντιρατσιστικής μνήμης διεκδικεί την πολιτική θέση της μαρτυρίας ως διαρκή άσκηση αντίστασης στις κοινοτοπίες του κακού. Με τους στίχους του επιζώντα από τα ναζιστικά στρατόπεδα ποιητή Πάουλ Τσελάν:

Βαθιά

Μέσα στο ρήγμα των καιρών,

κοντά

στην κηρήθρα του πάγου

προσμένει, κρύσταλλος πνοής,

η δική σου ακλόνητη

μαρτυρία

(Paul Celan, «Καμπή Πνοής»)4

 

Σημειώσεις

1. Enzo Traverso, Τα Νέα Πρόσωπα του Φασισμού. Μτφρ. Νίκος Κούρκουλος. Αθήνα: Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2017.

2. Hannah Arendt, Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ: Έκθεση για την Κοινοτοπία του Κακού. Μτφρ. Βασίλης Τομανάς. Αθήνα: Νησίδες, 2009.

3. Gershom Scholem και Hannah Arendt, Δύο Επιστολές για τη Ρηχότητα του Κακού. Μτφρ: Παναγιώτης Τσιαμούρας. Αθήνα: Άγρα, 2017.

4. Paul Celan, Καμπή Πνοής. Μτφρ. Μιχάλης Καρδαμίτσης. Αθήνα: Κίχλη, 2018.

 

To κείμενο αποτέλεσε την εισήγηση της Α. Αθανασίου στη διαδικτυακή συζήτηση που οργάνωσε το Πάντειο Πανεπιστήμιο στις 27 Οκτώβρη 2020, με τίτλο «Φασισμός, ναζισμός, ρατσισμός, η κοινοτοπία του κακού».

 

 

Αθηνά Αθανασίου H Αθηνά Αθανασίου είναι καθηγήτρια Κοινωνικής Ανθρωπολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2020 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet