Αλεξί Ραγκουνιό «Νιλς», μτφ. Μανώλης Πιμπλής, εκδόσεις Στερέωμα, 2020

 

«Μα τι θέλουν πια από μένα; Γιατί δεν με αφήνουν σε ησυχία; Γιατί με κατατρέχουν έτσι; Ένας συνηθισμένος ηθοποιός είμαι, και τίποτε άλλο!»: αυτές είναι οι τελευταίες λέξεις του Μεφίστο, του μυθιστορήματος του Κλάους Μαν με το οποίο είχε ασχοληθεί η στήλη πριν από λίγο καιρό. Ένα μυθιστόρημα που επικεντρώνεται στην ηθική ευθύνη των καλλιτεχνών, στηλιτεύοντας σκληρά τον καιροσκόπο ηθοποιό που αρνείται το ίδιο του το παρελθόν, τον ίδιο του τον εαυτό, για να ακολουθήσει έναν δρόμο κίβδηλης και αμφίβολης δόξας, αλλά και όλους όσοι επέλεξαν να στηρίξουν, σιωπηρά ή ανοιχτά, ή να ανεχτούν το ναζιστικό καθεστώς.

Σε έναν παρόμοιο κόσμο, τον κόσμο του θεάτρου και των συνεργατών των ναζί, αλλά στη Γαλλία, μας μεταφέρει ο Νιλς, το μυθιστόρημα του θεατρικού συγγραφέα και μυθιστοριογράφου Αλεξί Ραγκουνιό, ένα βιβλίο που είχε μπει στη μικρή λίστα του βραβείου Γκονκούρ το 2017 (το οποίο είχε κερδίσει δίκαια ο Ερίκ Βυϊγιάρ με την εξαιρετική Ημερήσια διάταξή του) και περιγράφει την ιστορία ενός άλλου καλλιτέχνη που «πούλησε χωρίς καμία αμφιβολία την ψυχή του στον Διάβολο».

 

Βρισκόμαστε κοντά στο τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου: «η ναζιστική Γερμανία ψυχορραγούσε. Ο πόλεμος δεν θα κρατούσε πια παρά λίγες ημέρες ακόμα». Στη Δανία, ο θεατρικός σκηνοθέτης Νιλς Ράσμουσεν συμμετέχει στην αντίσταση ενάντια στη ναζιστική κατοχή. Τότε μαθαίνει ότι ο θεατρικός συγγραφέας Ζαν-Φρανσουά Κανονιέ, φίλος και συνεργάτης του τα χρόνια που ο Νιλς ζούσε στο Παρίσι, παραπέμπεται σε δίκη ως δωσίλογος στο ήδη απελευθερωμένο Παρίσι, αντιμετωπίζοντας μάλιστα ακόμα και την ποινή του θανάτου. Εκπλήσσεται, το γεγονός αυτό δεν ταιριάζει με την εικόνα που είχε για τον φίλο του από τα παλιά χρόνια. Δεν καταλαβαίνει τι έχει συμβεί. Και τα παρατάει όλα, φεύγει από τη Δανία και πηγαίνει στο Παρίσι για να τον βρει.

Στο Παρίσι συναντάει έναν κόσμο που καμία σχέση δεν έχει με εκείνον που είχε γνωρίσει προπολεμικά. Έναν κόσμο σε αναταραχή, με συγκρούσεις ανάμεσα σε οπαδούς του Βισύ και συνεργάτες των ναζί με τους αντιστασιακούς, αλλά και με διαμάχες μεταξύ γκωλικών και κομμουνιστών εντός της Αντίστασης. Αντιστασιακοί στους δρόμους πανηγυρίζουν, όμηροι που είχαν μεταφερθεί στη Γερμανία για καταναγκαστική εργασία επιστρέφουν χωρίς να ξέρουν πώς θα τους αντιμετωπίσουν αφού είχαν δουλέψει έστω και αθέλητα για τον εχθρό, συνεργάτες των ναζί συλλαμβάνονται ή λιντσάρονται στον δρόμο, ενώ άλλοι συνεργάτες έχουν σπεύσει τελευταία στιγμή να συνδεθούν με την Αντίσταση, «δωσίλογοι κατασκευάζουν ένα ένδοξο αντιστασιακό παρελθόν», «άλλοι, που σε όλη τη διάρκεια του πολέμου είχαν μείνει εντελώς άπρακτοι, κάνουν όψιμα την εμφάνισή τους και αντισταθμίζουν την τετραετή τους παθητικότητα μετατρεπόμενοι σε απηνείς διώκτες» των συνεργατών, καθώς έχουν αρχίσει να λειτουργούν τα ειδικά δικαστήρια «προκειμένου να δικάσουν σοβαρά περιστατικά δωσιλογισμού» («ο ντε Γκωλ τα δημιούργησε πριν από ένα χρόνο το πολύ, υποδεικνύοντας στους δικαστές να τιμωρούν τάχιστα και αυστηρά»), ενώ ταυτόχρονα λειτουργούν και οι «επιτροπές κάθαρσης» των διάφορων επαγγελματικών χώρων από τους συνεργάτες των Γερμανών. Σε αυτόν τον κυκεώνα, ο Ράσμουσεν αρχίζει να μιλάει με ανθρώπους που γνώριζαν τον Κανονιέ και να σκαλίζει αρχεία και φακέλους, επιδιώκοντας αγωνιωδώς ξανά και ξανά το ίδιο πράγμα: «να καταλάβω», «προσπαθώ να καταλάβω», «έχω ανάγκη να καταλάβω». Τι οδήγησε τον φίλο του να γίνει συνεργάτης των ναζί;

 

Τι θα έκανες εσύ στη θέση μου;

 

Στον κόσμο των λογοτεχνών και των καλλιτεχνών, υπήρξαν προφανώς διαφορετικές στάσεις στη διάρκεια της κατοχής: άλλοι συμμετείχαν στην Αντίσταση, άλλοι συνεργάστηκαν ανοιχτά με τους ναζί γράφοντας και πύρινα αντισημιτικά άρθρα (Σελίν, Μπραζιγιάκ) και άλλοι κράτησαν μια στάση ανοχής, με διαφορετικό βαθμό ευμένειας προς τους ναζί ο καθένας και η καθεμιά. Σε αυτούς τους τελευταίους, σε αυτή την «γκρίζα ζώνη» της απάθειας, της απραξίας, της αναμονής, της σιωπηρής ή λιγότερο σιωπηρής αποδοχής, στέκεται ιδιαίτερα ο Ραγκουνιό: άλλοι είχαν οικογένεια να θρέψουν, άλλοι φοβήθηκαν, άλλοι είχαν απλώς ανάγκη να εργαστούν, άλλοι υπάκουαν σε διαταγές, και τώρα, μετά την απελευθέρωση, τα επαναλαμβάνουν όλα αυτά προσπαθώντας να εξηγήσουν τη στάση τους και ρωτώντας: «τι θα έκανες εσύ στη θέση μου;».

Καθώς στο ξενοδοχείο Lutetia αρχίζουν να επιστρέφουν οι κρατούμενοι από τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης (για να ξεχαστεί το γεγονός ότι εκεί στη διάρκεια του πολέμου ήταν η έδρα μέρους των μυστικών και κατασταλτικών υπηρεσιών των Γερμανών), καλλιτέχνες όπως ο Σασά Γκιτρί, η Αρλετί ή ο Ζαν Κοκτώ είναι υπό εξέταση, έως ότου διερευνηθεί πλήρως η οποιουδήποτε είδους σχέση τους με τις δυνάμεις κατοχής.

 

Προσωπικές επιλογές, συλλογικές στάσεις

 

Ο Ραγκουνιό καταπιάνεται με ένα θέμα εξαιρετικά λεπτό και δύσκολο (τη συνεργασία με τους ναζί αλλά και το πώς η Γαλλία προσπάθησε να διαχειριστεί αυτό το όνειδος), ενώ κοιτάζει με κριτικό μάτι αυτές που θεωρεί «υπερβολές της κάθαρσης» που έγινε αμέσως μετά τον πόλεμο στη Γαλλία (π.χ. εκκαθαρίσεις για προσωπικούς ή συντεχνιακούς λόγους). Συζητάει τόσο την προσωπική επιλογή («η Κατοχή έφερε όλους τους ανθρώπους μπροστά σε ένα όριο. Κάποιοι συμπεριφέρθηκαν σαν ήρωες. Άλλοι εισέδυσαν στη σκοτεινή πλευρά») όσο και τη συλλογική στάση («Οι Γάλλοι επί Κατοχής ήταν όπως το εθνικό τους θέατρο. Όλο αντιφάσεις, γενναιότητα μα και δειλία, καιροσκοπισμό μα και αυταπάρνηση»). Μάλιστα, ο Ράσμουσεν δεν θα αποφύγει να αναρωτηθεί τι ακριβώς ήταν η στάση του ηθοποιού και σκηνοθέτη Λουί Ζουβέ που, μετά από τέσσερα χρόνια περιοδεία (1941-1945) στη Λατινική Αμερική, γύρισε ως ήρωας επειδή προήγαγε τα γαλλικά γράμματα και τη δόξα της Γαλλίας στη μακρινή ήπειρο.

Μιλώντας για μια Γαλλία που σηκώνει το ασήκωτο βάρος του καθεστώτος του Βισύ («θέλουν να ενταφιάσουν το πλήθος των συνεργασιών με τον εχθρό κάτω από μια χιονοστιβάδα από καταδίκες», ενώ «βασικό μέλημα των δικαστών του Βισύ είναι να αποκαταστήσουν την υπόληψή τους, καταδικάζοντας δωσίλογους με το τσουβάλι»), ο συγγραφέας παίρνει το ρίσκο να δώσει τον λόγο και σε ανθρώπους που είτε έμειναν άπραγοι είτε υποστήριξαν το Βισύ και τους Γερμανούς και μετά τον πόλεμο πασχίζουν να δικαιολογήσουν αυτή τη στάση.

 

Οδυνηρή ανατροπή

 

Η περίπτωση Μπραζιγιάκ δείχνει πόσο περίπλοκη ήταν η κατάσταση στη Γαλλία αμέσως μετά τον πόλεμο: όταν ο Μπραζιγιάκ, μια κραυγαλέα περίπτωση συγγραφέα που συνεργάστηκε με τους ναζί, καταδικάστηκε σε θάνατο, τον Ιανουάριο του 1945, άλλοι διανοούμενοι (μεταξύ των οποίων ο αντιστασιακός Καμύ) υπέγραψαν έκκληση προς τον Ντε Γκωλ να μετατρέψει την ποινή σε ισόβια («ούτε εκείνος είχε κάνει τίποτε άλλο πέρα από το να παραθέτει φράσεις σ’ ένα φύλλο χαρτί», προσπαθεί να συνοψίσει το σκεπτικό τους ένας από τους χαρακτήρες του Ραγκουνιό), ενώ άλλοι (μεταξύ των οποίων η Μποβουάρ και ο Σαρτρ) αρνήθηκαν να υπογράψουν.

Στήνοντας έναν χαρακτήρα όπως ο Ράσμουσεν, που βγαίνει από τον πόλεμο με βαθιά προσωπικά τραύματα ακόμα και λόγω των δικών του πράξεων στην Αντίσταση, κυνηγημένος από «τα φαντάσματα του δικού του πολέμου», ο συγγραφέας προσπαθεί να ανιχνεύσει τις προσωπικές, πολιτικοκοινωνικές ή ψυχολογικές αιτίες που οδήγησαν κάθε άνθρωπο στην όποια επιλογή του. Η προσπάθεια του Νιλς να κατανοήσει και η απόφασή του να βοηθήσει τον φίλο του θα συντριβεί πάνω στην οδυνηρή πραγματικότητα που αποτυπώνεται στην ανατροπή των τελευταίων σελίδων του βιβλίου.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2020 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet