Να δούμε όσο πιο εκλαϊκευμένα μπορούμε τι προβλέπει ο νόμος 4738/2020, ο λεγόμενος νέος πτωχευτικός κώδικας;

Ο εξωδικαστικός συμβιβασμός έχει δύο σκέλη. Το ένα αφορά την εξωδικαστική ρύθμιση, η οποία χρονικά προηγείται, και το άλλο αφορά την πτώχευση αυτή καθεαυτή. Όσον αφορά το πρώτο σκέλος, ο νέος νόμος προβλέπει χαρακτηριστικά ότι η όλη διαδικασία του εξωδικαστικού συμβιβασμού δεν έχει παρά μόνο προαιρετικό χαρακτήρα για τις τράπεζες. Δηλαδή, οι τράπεζες πλέον δεν θα υποχρεούνται καν να απαντήσουν στην αίτηση που θα κάνει ο οφειλέτης για ρύθμιση. Για παράδειγμα, εάν κάποιος έχει μια οφειλή 100.000 ευρώ από δάνειο και απευθυνθεί στην τράπεζα λέγοντας ότι με μειωμένο επιτόκιο, μακρά περίοδο αποπληρωμής ή διαγραφή τόκων, θα μπορέσει να εξυπηρετήσει το δάνειο, η τράπεζα δεν υποχρεούται καν να απαντήσει στο αίτημα αυτό. Μπορεί πλέον απλά και μόνο με την ιδιότητα του πιστωτή να περάσει τον οφειλέτη στο επόμενο στάδιο, της πτωχευτικής διαδικασίας. Συνεπώς η εξωδικαστική διαδικασία λειτουργεί ως προκάλυμμα και μόνο, και καθίσταται άνευ αντικειμένου.

 

Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος επισημάνθηκε έντονα σε τοποθετήσεις της αξιωματικής αντιπολίτευσης αλλά και φορέων ότι ο νέος νόμος αποτελεί μεγάλο πλήγμα για τους μικρομεσαίους επαγγελματίες. Τι ακριβώς περιέχει ο νόμος που στοιχειοθετεί αυτή τη ζοφερή πρόβλεψη;

Στο δεύτερο, λοιπόν, σκέλος, της πτώχευσης, προβλέπεται με το νέο νόμο ότι πλέον πλήττονται όλα τα φυσικά πρόσωπα αλλά και η μικρομεσαία επιχειρηματικότητα. Διότι η πτώχευση επεκτείνεται όχι μόνο στους εμπόρους αλλά και στους συνταξιούχους, και στους μισθωτούς και στους επαγγελματίες και στους αγρότες. Σε οποιονδήποτε δηλαδή χρωστάει, όχι μεγάλη οφειλή, αλλά μια οφειλή που απλώς ξεπερνά τα 30.000 ευρώ. Ο καθένας μπορεί να οδηγηθεί σε πτώχευση αρκεί να μην πληρώσει το 40% των οφειλών του για έξι μήνες. Αυτό αναιρεί εκ βάθρων το σκοπό της έννοιας της πτώχευσης, ο οποίος μέχρι τώρα ήταν να δώσει μια δεύτερη ευκαιρία σε έναν έμπορο, ο οποίος είχε αναλάβει ένα επιχειρηματικό ρίσκο το οποίο δεν πήγε καλά. Η επέκταση της πτωχευτικής διαδικασίας στα φυσικά πρόσωπα τα φορτώνει με βάρη για συνθήκες για τις οποίες αυτά δεν έχουν αναλάβει κάποιο ρίσκο. Δεν φταίει ο συνταξιούχος που του κόπηκε η σύνταξη κατά 50%, δεν φταίει ο μισθωτός για μειώσεις στο μισθό του λόγω της κρίσης, δεν φταίει ο ελεύθερος επαγγελματίας γιατί λόγω του κορονοϊού η επιχείρησή του κλείνει. Είναι ύποπτη λοιπόν αυτή η επέκταση της πτωχευτικής ιδιότητας και μάλιστα σε αυτή τη συγκυρία.

Πρόκειται πράγματι για χτύπημα στους ελεύθερους επαγγελματίες, δηλαδή όποιον έχει ατομική επιχείρηση, π.χ. υδραυλικούς, εστιάτορες, γιατρούς, μηχανικούς, δικηγόρους, αφού πλέον θα πτωχεύουν βίαια και αυτοί. Όλοι αυτοί οι οποίοι την προηγούμενη δεκαετία με υποθήκες σπιτιών παίρνοντας δάνεια προσπάθησαν να στηρίξουν τις επιχειρήσεις τους. Όλοι αυτοί οι οποίοι στην κρίση που επέφερε η διαχείριση της πανδημίας αντιμετωπίζουν το φάσμα του αφανισμού. Όλοι αυτοί στους οποίους η κυβέρνηση πόνταρε για να εκλεγεί, μπαίνουν τώρα στη μέγγενη της πτώχευσης.

 

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το οποίο θα ισχύσει με το νέο χρόνο, αίρεται η προστασία της πρώτης κατοικίας. Επιχειρήθηκε να παρουσιαστεί από τα ΜΜΕ ως κάτι που έχει ήδη συμβεί και όχι ως μια νέα ρύθμιση του νέου πτωχευτικού κώδικα. Τι ισχύει;

Από τη στιγμή που πτωχεύει ένα φυσικό πρόσωπο, αυτόματα ρευστοποιείται το σύνολο της περιουσίας του. Συνεπώς, παύει να υφίσταται προστασία και της πρώτης κατοικίας. Τέτοια προστασία υφίστατο με νόμο μέχρι το Φεβρουάριο του 2019. Από κει και πέρα η πρώτη κατοικία με άμεσο ή έμμεσο τρόπο προστατεύτηκε μέχρι τον Ιούλιο του 2019. Τι εννοώ; Υπήρξε μεν ο λεγόμενος νόμος Σταθάκη ο οποίος ήρε σε ένα βαθμό την προστασία της πρώτης κατοικίας, την οποία προστασία όμως στην πράξη εφάρμοσε. Δηλαδή, οι πλειστηριασμοί που έγιναν το 2019 δεν αφορούσαν πρώτη κατοικία.

Πλέον, εφόσον οδηγείται κάποιος σε διαδικασία πτώχευσης και ρευστοποιείται η περιουσία του, όλο το σύνολο των περιουσιακών του στοιχείων κατευθύνεται στην αποπληρωμή των χρεών του για τα επόμενα τρία χρόνια, ενώ ο οφειλέτης έχει δικαίωμα να κρατήσει έσοδα μέχρι του ποσού των 1.250 ευρώ. Αρχικά το νομοσχέδιο προέβλεπε ως ακατάσχετο ποσό «εύλογης δαπάνης διαβίωσης», τα 611 ευρώ. Μετά την κατακραυγή όμως το ποσό έγινε 1.250 ευρώ, το οποίο ο καθένας μπορεί να κρίνει αν αποτελεί ποσό αξιοπρεπούς διαβίωσης.

Επιπλέον, ο νέος νόμος προβλέπει ότι σε περίπτωση που ο πτωχευμένος επιδείξει «ριψοκίνδυνη συμπεριφορά» μπορεί να του ασκηθεί ακόμα και ποινική δίωξη και να απειληθεί με ποινή φυλάκισης. Η έννοια της «ριψοκίνδυνης συμπεριφοράς» είναι ανοικτή, μπορεί να συμπεριλάβει ακόμα και κινήσεις οι οποίες είναι απαραίτητες για τη στοιχειώδη διαβίωση των πολιτών. Για παράδειγμα, αν ένας μισθωτός που είναι σε διαδικασία πτώχευσης, για να πηγαίνει στη δουλειά του αγοράσει ένα μικρό αυτοκίνητο, μπορεί να θεωρηθεί «ριψοκίνδυνη συμπεριφορά».

 

Έγινε επίσης λόγος για «προστασία ευάλωτων οφειλετών». Ποιοι ορίζονται ως ευάλωτοι και πώς προστατεύονται τελικά;

Ως «ευάλωτοι» χαρακτηρίζονται όσοι αντιμετώπισαν οικονομικό πρόβλημα κατά την περίοδο της πανδημίας, εφόσον το εισόδημα του ενός ατόμου δεν ξεπερνά τα 7.000 ευρώ ή των δύο ατόμων τα 10.500 ευρώ.  Αυτή η λεγόμενη προστασία σημαίνει ότι ο οφειλέτης χάνει την κατοικία του η οποία μεταφέρεται σε έναν ιδιωτικό φορέα, δηλαδή σε ένα ξένο fund. Να σημειώσουμε ότι στην αρχή η πρόταση ήταν ο φορέας αυτός να είναι δημόσιος αλλά τελικά ο νόμος προβλέπει ιδιωτικό φορέα. Παρέχεται λοιπόν η δυνατότητα στον πτωχευμένο να γίνει ουσιαστικά νοικάρης στο σπίτι του,  του οποίου έχει χάσει την κυριότητα, καταβάλλοντας ενοίκια για 12 χρόνια. Αν μέσα στα 12 αυτά χρόνια καθυστερήσει τη δόση-ενοίκιο για τρεις μήνες, τότε επέρχεται η έξωση. Μετά το τυχόν «ευτυχές» πέρας των 12 ετών, έχει τη δυνατότητα να αγοράσει το ακίνητό του, όχι στην αντικειμενική, αλλά στην εμπορική αξία του ακινήτου, χωρίς να συνυπολογιστούν οι δόσεις-ενοίκια τα οποία πλήρωνε την προηγούμενη 12ετία. Αν κατά τη διάρκεια των 12 ετών και πριν τη συμπλήρωσή τους κάποιος πτωχευμένος βρει το ποσό για να αγοράσει το ακίνητό του, είναι υποχρεωμένος να αποπληρώσει επιπλέον όλα τα ενοίκια μέχρι τη συμπλήρωση των 12 ετών. Ποιος πτωχευμένος οφειλέτης που θα έχει φακελωθεί από τράπεζα, μετά από 12 χρόνια και χωρίς να έχει κινητή ή ακίνητη περιούσια μπορεί να βρει και από πού χρήματα για να επαναγοράσει το σπίτι του;

Nα σημειώσουμε ακόμα ένα σημείο: στη διαδικασία της πτώχευσης ο πιστωτής είναι πλέον ο πρωταγωνιστής. Αυτός διορίζει το σύνδικο της πτώχευσης, αυτόν ο οποίος ρευστοποιεί την περιουσία, ενώ ο οφειλέτης δεν έχει καθόλου λόγο. Πράγμα που σημαίνει ότι ο σύνδικος θα φροντίσει να εξυπηρετήσει άμεσα και γρήγορα τα συμφέροντα αυτού ο οποίος τον έχει διορίσει. Δεν θα αποτελεί λοιπόν μέριμνά του να πιάσει μια καλή τιμή για τη ρευστοποιούμενη περιουσία του οφειλέτη, αλλά με μια φαστ τρακ διαδικασία και με οποιοδήποτε τίμημα να πάρει άμεσα τα οφειλόμενα ο πιστωτής.

 

 

Χτύπημα στο δικαίωμα του συνδικαλίζεσθαι

 

Να περάσουμε στο νομοσχέδιο για τα εργασιακά που αναμένεται να κατατεθεί και του οποίου έχουν δημοσιοποιηθεί αρκετά στοιχεία.

Το νομοσχέδιο προβλέπεται να αφορά πέντε πεδία συνοπτικά. Η πρώτη ρύθμιση αφορά την ψηφιακή κάρτα εργασίας και το ψηφιακό ωράριο, που σημαίνει ότι πλέον θα κατατίθενται ηλεκτρονικά τα ωράρια όλων των εργαζομένων. Καταρχάς φαντάζει θετικό αυτό το μέτρο, όμως υποκρύπτει μια παγίδα: ο εργαζόμενος να γίνει λάστιχο και να αποδομηθεί συνεπακόλουθα όλη η δομή της οικογενειακής ζωής με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Θα μπορεί δηλαδή ο εργοδότης να τροποποιεί ψηφιακά, από το κινητό του για παράδειγμα, την ώρα αποχώρησης του εργαζόμενου και το οκτάωρο να γίνεται δεκάωρο. Μια τέτοια ρύθμιση θα είχε θετικό αντίκτυπο ως τμήμα ενός ευρύτερου σχεδίου για την προστασία της εργασίας, που θα προέβλεπε τη δημιουργία της απαραίτητης υποδομής του διοικητικού –ιδίως ελεγκτικού– μηχανισμού ώστε να ανταπεξέλθει στην εφαρμογή του.

Η δεύτερη ρύθμιση ενσωματώνει μια ευρωπαϊκή οδηγία περί ισορροπίας προσωπικής-επαγγελματικής ζωής, που αφορά την εξομοίωση ανδρών και γυναικών ως προς τα δικαιώματα γονικής άδειας και την προσπάθεια ενσωμάτωσης των γυναικών στην αγορά εργασίας με όρους ισοτιμίας. Αφενός το κείμενο που έχει δοθεί στη δημοσιότητα είναι πολύ πιο άτολμο στις προβλέψεις του σε σχέση με το κείμενο της ευρωπαϊκής οδηγίας. Αφετέρου δεν αρκεί, για παράδειγμα η θεσμοθέτηση γονικής άδειας για τους πατέρες, χρειάζεται να εξασφαλίζεται ότι οι γονική άδεια για τις μητέρες λαμβάνεται πράγματι, πράγμα που δεν συμβαίνει, αλλά και να γεφυρωθεί το χάσμα απασχόλησης μεταξύ ανδρών και γυναικών, με στήριξη των εργαζομένων μελών της οικογένειας.

Η τρίτη ρύθμιση όμως είναι η καρδιά του νομοσχεδίου, ο λόγος για τον οποίο ετοιμάζεται ένα τέτοιο νομοθέτημα: παρεμβαίνει στο συνδικαλιστικό νόμο, με στόχο να τελειώσει οριστικά με το συνδικαλισμό. Το επερχόμενο νομοσχέδιο θα προβλέπει:

- ως προϋπόθεση για την άσκηση συνδικαλιστικού δικαιώματος την  απογραφή στο ήδη νομοθετημένο Γενικό Μητρώο,

- η Γ.Σ. των συνδικαλιστικών οργανώσεων πρέπει να παρέχει πραγματική πρακτική δυνατότητα συμμετοχής και ψήφου εξ αποστάσεως, ηλεκτρονικώς, ιδίως για τη λήψη απόφασης απεργίας,

- στην προειδοποίηση για απεργία θα πρέπει να αναφέρονται και τα αιτήματα και οι λόγοι που τα θεμελιώνουν,

- το προσωπικό στοιχειώδους λειτουργίας, που πρέπει να εξακολουθεί να εργάζεται σε περίπτωση απεργίας στις επιχειρήσεις που η λειτουργία τους είναι κρίσιμη για το κοινωνικό σύνολο, στο δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα ΝΠΔΔ, ορίζεται σε τουλάχιστον 40%,

- θα απαγορεύονται οι καταλήψεις χώρων και εισόδων και η άσκηση ψυχολογικής ή σωματικής βίας. Αν λάβουν χώρα, η απεργία καθίσταται παράνομη. Όσοι μετέχουν σε κατάληψη ή βιαιοπραγούν, θα τελούν ποινικώς κολάσιμη πράξη.
Μάλιστα αναμένεται το νομοσχέδιο να φέρει και την άρση της προστασίας συνδικαλιστικών στελεχών από την απόλυση και την κατάργηση των αδειών συνδικαλιστών.

Πρόκειται συνολικά για ρύθμιση που περιορίζει το δικαίωμα του συνδικαλίζεσθαι όπως κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα. Η ηλεκτρονική ψηφοφορία και η καταγραφή, θα οδηγήσουν αντικειμενικά στην περικύκλωση του κάθε εργαζομένου που απομονωμένος από τους συνάδελφους του θα αντιμετωπίζει τεράστια πίεση. Ακόμα όμως και να καταφέρνει να την υπερνικά, ο εργοδότης με το πάτημα ενός κουμπιού θα αλλάζει τα αποτελέσματα κάθε τέτοιας «διαδικασίας» κατά το δοκούν. Παράλληλα, αποδυναμώνεται η καρδιά της λειτουργίας των συνδικάτων που είναι η συζήτηση στις Γ.Σ. Είναι χτύπημα στη συλλογική σκέψη και δράση των εργαζομένων.

 

Έχεις ήδη δημόσια εκφράσει την άποψη ότι το νομοσχέδιο αυτό επιδιώκει στην ουσία την ποινικοποίηση της απεργίας. Δώσε μας ένα παράδειγμα για το πώς στοιχειοθετείται αυτή η διαπίστωση.

Ας υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι απεργώ και παραμένω έξω από το εργοστάσιο στο οποίο εργάζομαι. Την ώρα που κάποιος συνάδελφος προσέρχεται για να μπει να εργαστεί, εγώ του μιλώ και του εξηγώ για ποιο λόγο χρειάζεται να απεργήσει. Αυτό συνιστά άσκηση ψυχολογικής βίας με το επερχόμενο νομοσχέδιο, η οποία καθιστά την απεργία παράνομη. Το ίδιο ισχύει για το μοίρασμα προκήρυξης σε συναδέλφους.

 

Οι περισσότερες από τις ρυθμίσεις που αφορούν την απεργία, είναι ρυθμίσεις που, όπως παρατηρείς, «παραβιάζουν ανοιχτές θύρες». Γιατί η κυβέρνηση έκρινε απαραίτητο σε αυτή τη χρονική στιγμή να τις επαναδιατυπώσει;

Ο στόχος αυτών των ρυθμίσεων είναι επαναδιατυπώνοντας, επανακυρώνοντας και επικαιροποιώντας τις ρυθμίσεις για την απεργία να δώσει το σήμα στις δυνάμεις καταστολής να επεμβαίνουν πιο άμεσα από ό,τι μπορούσαν μέχρι τώρα.

 

Υπάρχουν άλλα δύο πεδία ρυθμίσεων που προβλέπει το επερχόμενο νομοσχέδιο, τα οποία συμπληρώνουν το σχεδιασμό της κυβέρνησης για τη συντριπτική συμπίεση εργασιακών δικαιωμάτων.

Πρόκειται για τη ρύθμιση που ξηλώνει εντελώς το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας (ΣΕΠΕ), του οποίου η υποστέλεχωση και αδρανοποίηση είχε ξεκινήσει αμέσως μετά την εκλογή της νέας κυβέρνησης. Τώρα προβλέπεται να πάψει να επιβλέπει τη συμφιλίωση συλλογικών διαφορών εργασίας. Τέτοιες υποθέσεις το ΣΕΠΕ αναλάμβανε λίγες, αλλά ήταν καίριες, όπως για παράδειγμα στον Πειραιά όπου απευθύνονταν κατά κόρον οι εργαζόμενοι της COSCO, όταν ο εργοδότης αρνιόταν να υπογράψει Συμβάσεις Συλλογικής Εργασίας (ΣΣΕ). Η αρμοδιότητα για τέτοιες συλλογικές διαφορές θα εκχωρείται πλέον στον Οργανισμό Μεσολάβησης και Διαιτησίας (ΟΜΕΔ), ένα αρτηριοσκληρωτικό, εργοδοτικό μόρφωμα όπου η συμπαιγνία κράτους και εργοδοτών καθιστά διακοσμητικό το ρόλο των εργαζομένων. Επιπλέον θα καταργείται ο δεύτερος βαθμός διαιτησίας, γεγονός που απαξιώνει τη διαδικασία, στερώντας από τα συνδικάτα μια δεύτερη κρίση αλλά και δυνατότητα πίεσης σε ζητήματα σύναψης ΣΣΕ και αντιμετωπίζοντας τη διαιτησία σαν φαστ τρακ διαδικασία.

Τέλος, η πέμπτη ρύθμιση που θα προβλέπει το νομοσχέδιο για τα εργασιακά είναι επίσης πολύ σημαντική και αφορά το ωράριο εργασίας, στην πράξη ξηλώνει το οκτάωρο και αλλάζει το πλαφόν των υπερωριών. Το πολιτικό δια ταύτα σε αυτή τη ρύθμιση είναι ότι κανονικοποιεί και μονιμοποιεί σειρά ρυθμίσεων που είχαν εισαχθεί με τα μνημόνια. Πλέον δηλαδή δεν θα αποτελούν ρυθμίσεις που θα ενεργοποιούνται σε μια υφεσιακή κατάσταση αλλά θα αποτελούν τον κανόνα.

 

Αναλυτική παρουσίαση του νομοσχεδίου από τον Δ. Τεμπονέρα έχει δημοσιευτεί στην ιστοσελίδα ieidiseis.gr.

 

Εμμονή σε ένα άγριο ξεκαθάρισμα

 

Για ποιο λόγο η κυβέρνηση επιλέγει σε αυτή τη συγκυρία της κρίσης για την κοινωνία και την οικονομία, λόγω της διαχείρισης της πανδημίας, να νομοθετήσει τόσο σκληρά για τους πολίτες όσο προβλέπει ο νέος πτωχευτικός κώδικας, αλλά όχι μόνο αυτός, και το νομοσχέδιο που αναμένεται να κατατεθεί για τα εργασιακά;

Ο νέος πτωχευτικός κώδικας θα ισχύσει από 1 Ιανουαρίου 2021, δηλαδή σε μια περίοδο οπότε: με βάση όλες τις εκτιμήσεις η ανεργία θα είναι από 20-21%, οι μελέτες της Γενικής Συνομοσπονδίας Επαγγελματιών Βιοτεχνών Εμπόρων Ελλάδας (ΓΣΕΒΕΕ) λένε ότι μία περίπου στις τρεις επιχειρήσεις θα είναι αντιμέτωπη με λουκέτο, ενώ μερικές δεκάδες χιλιάδες εργαζόμενοι συνεχίζουν να αμείβονται με 534 ευρώ μηνιαία. Σε αυτή τη συγκυρία, την υφεσιακή, που όλα τα ευρωπαϊκά κράτη φροντίζουν να στηρίξουν την οικονομία, να αναστείλουν διαδικασίες ρευστοποίησης της περιουσίας φυσικών και νομικών προσώπων, να αποτρέψουν δηλαδή την καταβύθιση σε υφεσιακό σπιράλ, στην Ελλάδα επιχειρείται μια βίαιη ανακατανομή εισοδήματος προς όφελος κυρίως των τραπεζών και των ξένων funds.

Εν τω μεταξύ είναι υπαρκτό το ζήτημα των κόκκινων δανείων, του ιδιωτικού χρέους, το οποίο κυμαίνεται στα 234 δισεκατομμύρια περίπου. Συνεπώς, ασκείται πίεση στις τράπεζες, οι οποίες έχουν πολύ σοβαρό πρόβλημα λόγω αυτού του χρέους. Κατά τη γνώμη μου, λοιπόν, επιχειρείται σε αυτή τη χρονική συγκυρία να γίνει μια ένεση ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών δια της ρευστοποίησης της λαϊκής περιουσίας. Για τις τράπεζες είναι η ιδανική συγκυρία, ώστε να πάρουν ακίνητη και κινητή περιουσία για ένα κομμάτι ψωμί, προκειμένου αργότερα να τα πουλήσουν σε πολύ καλύτερες τιμές. Ουσιαστικά γίνεται μια έμμεση ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών –αυτών που ανακεφαλαιοποιήθηκαν δυο και τρεις φορές ήδη–, όχι με όρους φορολόγησης ή με όρους μείωσης μισθών των δημοσιών υπαλλήλων των συντάξεων κ.λπ., δηλαδή μέσω των δημοσίων δαπανών, αλλά μέσω της ρευστοποίησης του λαϊκού εισοδήματος.

Προφανώς το ζήτημα του ιδιωτικού χρέους είναι υπαρκτό, δεν είναι κάτι αόριστο. Όμως το θέμα είναι πώς λύνεις αυτό το πρόβλημα. Σε άλλες χώρες, άλλες κυβερνήσεις έχουν προχωρήσει ακόμα και στη διαγραφή οφειλών. Υπάρχει μια ανοιχτή συζήτηση διεθνώς για το πώς θα γίνει εφικτό τα χρέη που δημιουργήθηκαν την περίοδο του κορονοϊού να διαγραφούν, είτε πρόκειται για ιδιωτικό είτε για δημόσιο χρέος. Την ίδια στιγμή λοιπόν που είναι ανοικτή μια τέτοια συζήτηση διεθνώς, η ελληνική κυβέρνηση έρχεται να «επιλύσει» το ζήτημα του ιδιωτικού χρέους, το οποίο διογκώθηκε και κατά την περίοδο των μνημονίων αλλά και κατά την περίοδο της διαχείρισης της πανδημίας, με ρευστοποίηση περιουσίας.

Παράλληλα, η κυβέρνηση έχει ένα άμεσο σχέδιο το οποίο εδράζεται σε τρία βασικά νομοσχέδιο: το νεό πτωχευτικό, που είναι ήδη νόμος του κράτους, τα εργασιακά, που θα ψηφιστεί μέσα στο Νοέμβριο, και το νομοσχέδιο για το ασφαλιστικό, που θα αφορά την ιδιωτικοποίηση της επικουρικής ασφάλισης, το οποίο θα έρθει προς ψήφιση τα Χριστούγεννα ή την Πρωτοχρονιά. Μέσα σε ένα πλαίσιο, δηλαδή, διάλυσης του κοινωνικού κράτους, η κυβέρνηση πρόκειται εντός ενός τριμήνου να ξεθεμελιώσει ό,τι έχει θεμελιωθεί τα τελευταία πενήντα χρόνια στην Ελλάδα: λαϊκή περιουσία, εργασιακά δικαιώματα, κοινωνική ασφάλιση, προκαλώντας σώρευση πλούτου σε λίγους. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη και πιο βίαιη ανακατανομή εισοδήματος μετά τη μεταπολίτευση. Μετά από ένα - ενάμιση χρόνο όταν θα έχει εξελιχθεί η εφαρμογή αυτών των νομοσχεδίων, δεν θα είναι τίποτα πια το ίδιο, θα μιλάμε για μια άλλη κοινωνία.

 

Ένα μόνο χρόνο μετά την ανάληψη της διακυβέρνησης από τη Νέα Δημοκρατία, επέρχεται σκοτάδι και βίαιη αποδόμηση της κοινωνικής συνοχής. Δεν ανησυχεί η κυβέρνηση αν από τη μέγγενη που σφίγγει γύρω από τόσο μεγάλο τμήμα της κοινωνίας θα συνεχίσουν να προκύπτουν ψηφοφόροι για εκείνη;

Η Δεξιά δεν έχει ενδιαφερθεί ποτέ να εκπροσωπήσει συμφέροντα που δεν τις αντιστοιχούν ιδεολογικά. Με αυτό το γνώμονα κινείται και στην Παιδεία πριμοδοτώντας την ιδιωτική εκπαίδευση, την Υγεία, πριμοδοτώντας τους κλινακάρχες, την Εργασία, με χαριστικές ρυθμίσεις υπέρ του ΣΕΒ. Η αντιπολίτευση και το διαφορετικό δεν ακούγεται. Με μεγάλο μερίδιο ευθύνης των ΜΜΕ, δεν φτάνει στα αυτιά των πολιτών καμία εναλλακτική πρόταση. Ποιος θυμάται σήμερα ότι η προηγούμενη κυβέρνηση ανέβασε τον κατώτατο μισθό κατά 11%, ότι κατάργησε τον υποκατώτατο μισθό εκτός από αυτούς που αμείβονται με αυτόν; Οι συνταξιούχοι θα θυμηθούν τη 13η σύνταξη το Δεκέμβρη, όταν δεν θα την λάβουν. Εν τω μεταξύ υπάρχουν φιλελεύθερες κυβερνήσεις σε άλλες χώρες οι οποίες εφαρμόζουν διαφοροποιημένες πολιτικές. Στην Ελλάδα σήμερα όμως η κυβέρνηση επιδεικνύει μια εμμονή σε ένα άγριο ξεκαθάρισμα, το μεγάλο ψάρι να φάει το μικρό με κάθε τρόπο. Εδώ χρειάζεται μια διαφορετική προσέγγιση από τα κάτω.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2020 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet