Όλες οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν, σταθερά μέχρι σήμερα, έναν υπερδιπλασιασμό της διαφοράς στην πρόθεση ψήφου μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και Ν.Δ., σε σχέση με το εκλογικό αποτέλεσμα του 2019. Μπορεί να αποδοθεί αυτό το στοιχείο εξ ολοκλήρου στην κυριαρχία ενός επικοινωνιακού μετώπου που χειραγωγεί την κοινωνική συνείδηση σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μετατρέπει τη διαρκή «εξαπάτηση» σε πολιτική ηγεμονία; Να θυμηθούμε ότι η Αριστερά δοκίμασε αυτόν τον ερμηνευτικό δρόμο πολλές φορές στο παρελθόν και διαψεύστηκε. Να σκεφτούμε, επομένως, το σοβαρό ενδεχόμενο ότι, εμμένοντας σε μια πολιτική στρατηγική με επίκεντρο την «αποκάλυψη του πολιτικού ψεύδους», προσυπογράφουμε από τώρα την επόμενη εκλογική και πολιτική μας ήττα. Η εκτίμηση για την παρατεταμένη καθήλωση της πολιτικής μας απήχησης δεν μπορεί να μη συμπεριλαμβάνει τα δικά μας λάθη ͘ και στην ανάλυση των κοινωνικών τάσεων και στην μετάφραση αυτής της ανάλυσης σε πολιτική πρακτική – τρέχουσα και στρατηγική. Δεν μπορεί να αφήνει έξω από την κριτική αποτίμηση τη σκοπιά που έχουμε υιοθετήσει και στα δύο επίπεδα.

Αν πιστεύουμε ότι η όποια κοινωνική δυσφορία/αμφισβήτηση, που ανιχνεύεται δημοσκοπικά για πολιτικές της κυβέρνησης σε διάφορα πεδία, δρομολογεί την πτώση της ως μη αντιστρεπτή τάση, κάνουμε ένα σοβαρό λάθος. Υποτιμούμε ένα κρίσιμο στοιχείο: την επιστροφή ενός εκτεταμένου και ισχυρού ρεύματος κοινωνικού συντηρητισμού.

 

Το ρεύμα του συντηρητισμού

 

Σ’ ένα βαθμό, το ρεύμα ενεργοποιείται από το 2015. Είναι ο επώδυνος συμβιβασμός με το ευρωπαϊκό και το εγχώριο νεοφιλελεύθερο μέτωπο που εγγράφει στην κοινωνική συνείδηση το «μονόδρομο» ως ιστορική μοίρα ͘ που, παρά την αναγνώριση της προσπάθειας του ΣΥΡΙΖΑ να αποτρέψει την ολοσχερή καταστροφή της κοινωνίας, οδηγεί μια πλειοψηφία να αναζητήσει ένα μέλλον, έστω και μειωμένων προσδοκιών, στη θέση μιας ριζοσπαστικής επαγγελίας που μοιάζει αδύνατον να πραγματοποιηθεί.

Το ρεύμα του συντηρητισμού δεν αποδυναμώνεται από την επιβολή μιας «μεταρρυθμιστικής» ατζέντας – με αιχμή την ανατροπή των εργασιακών δικαιωμάτων, τη θεσμοποίηση του μεταδημοκρατικού αυταρχισμού, τη συνειδητή μεγέθυνση των ανισοτήτων ως βασικού εργαλείου οικονομικής μεγέθυνσης – που συστηματικά και από την αρχή υλοποιεί η σημερινή κυβέρνηση-κολλάζ νεοφιλελευθερισμού και ακροδεξιού λαϊκισμού. Τα ενσωματώνει όλα αυτά ως στοιχεία της ταυτότητάς του.

Η πανδημία, η όξυνση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, η ορατή πια νέα φάση στην οικονομική κρίση, μπορεί να αποκαλύπτουν τις προθέσεις αλλά και τις διαχειριστικές ανεπάρκειες της κυβέρνησης, λειτουργούν όμως ταυτόχρονα ως ασπίδα προστασίας της. Το εκ πρώτης όψεως πολιτικό παράδοξο είναι εξηγήσιμο:

Ακινητοποιημένη μέσα σ’ ένα κλοιό φόβου και ανασφάλειας, η κοινωνική πλειοψηφία είναι απρόθυμη να στραφεί σε μια «εναλλακτική» την οποία αντιλαμβάνεται ως ρίσκο, καθώς μάλιστα δεν κατανοεί το περιεχόμενο, την έκτασή της, την κρίσιμη διαφορά σε σχέση με την υπάρχουσα κατάσταση. Και εξακολουθεί να προσφέρει μια παθητική συναίνεση, στα όρια της ανοχής, σε μια «ελάχιστη κυβέρνηση», που θεωρεί ωστόσο ότι ακόμα μπορεί να της εξασφαλίσει μια ελάχιστη επιβίωση. Όσο η απομάγευση του μέλλοντος ως δυνατότητας για μια «ζωή αλλιώς» εξακολουθεί να δεσπόζει στο συλλογικό φαντασιακό, η ουσιαστική αντιστροφή της συντηρητικής αναδίπλωσης θα είναι δύσκολη και εύθραυστη  ͘ ακόμα και μετά από μια αλλαγή στη διακυβέρνηση.

 

Ο δρόμος για τη «δεύτερη αλλιώς»

 

Όσοι και όσες, λοιπόν, ελπίζουμε και πιστεύουμε στην ανάγκη της «δεύτερης φοράς Αριστερά», έχουμε την ευθύνη να συμβάλουμε για να αλλάξει η σκοπιά της ανάλυσής μας. Όσο εξακολουθούμε να διαβάζουμε τη συγκυρία μέσα από τον παραμορφωτικό φακό της αισιοδοξίας για μια γρήγορη επάνοδο στη διακυβέρνηση, η προσπάθεια θα είναι εξ αρχής υπονομευμένη. Ο στόχος χρειάζεται να σχεδιαστεί με «ψυχρό πάθος». Προς το παρόν, το προβάδισμα ανήκει στην «απαισιοδοξία της σκέψης».

Ο δρόμος για την «πρώτη φορά» ήταν όντως κακοτράχαλος. Οι δυσκολίες για την επιθυμητή «δεύτερη αλλιώς» θα είναι μεγαλύτερες. Η διακυβέρνηση της Ν.Δ. δεν πρέπει να υποτιμηθεί ως προσωρινή «διαταραχή» στην επιφάνεια των εξελίξεων. Το θεσμικό και ιδεολογικό της αποτύπωμα θα λειτουργήσει ως έρμα στην κοινωνική ενεργοποίηση. Όλο το βάρος της προσπάθειας πρέπει να πέσει στη συγκρότηση του «αλλιώς». Όχι ως παρεπόμενο της νίκης, αλλά ως όπλο της διεκδίκησής της. Προς το παρόν, όμως, δεν διαθέτει στρατηγική συνοχή και προγραμματική σαφήνεια.

Ας ξεκινήσουμε από την αναμφισβήτητη διαπίστωση: Οι πολιτικοί συσχετισμοί μέσα στο κοινωνικό σώμα είναι παγωμένοι. Η αντιπολίτευση που ασκούμε δεν έχει προκαλέσει ούτε μια ελάχιστη «απόψυξη». Εμμένουμε, εντούτοις, στα βασικά της χαρακτηριστικά: Την αποσπασματικότητα –την οριοθέτηση της αντιπαράθεσης αποκλειστικά στην πολιτική κορυφή, ως μονομαχία των ηγεσιών – την επιθετική/καταγγελτική ρητορική, παγιδευμένη στην πολωτική στρατηγική της Δεξιάς – την αναμονή μιας πρωτογενούς κοινωνικής έκρηξης – την υπαγωγή της πολιτικής πρακτικής μας στην ατζέντα που καθορίζει η Ν.Δ. – ένα ευδιάκριτο πολλές φορές χάσμα ανάμεσα σε τακτικές επινοήσεις και στον στρατηγικό πυρήνα μας. Όλα αυτά που, ο Χ. Γεωργούλας συνόψισε, με αναλυτική σαφήνεια, ως τον ετεροκαθορισμό μας, την έλλειψη ηγεμονικού λόγου, το ασθματικό τρέξιμο πίσω από την επικαιρότητα που καθορίζουν οι πρωτοβουλίες του αντιπάλου («Εποχή», 18.10.2020) ͘ αυτά που πρέπει να αλλάξουν όσο είναι καιρός. Δεν θα είναι εύκολο. Δεν υπάρχει ένας «οδηγός τεχνογνωσίας» έτοιμος για χρήση. Μπορούμε όμως να αναθεωρήσουμε προτεραιότητες και να σχεδιάσουμε στοχευμένες παρεμβάσεις, για να ανανεώσουμε το Πολιτικό μας Παράδειγμα.

 

Σύνθετο εγχείρημα

 

Σ’ αυτή τη συγκυρία της παθητικής επανάστασης του συντηρητισμού, σφραγισμένη από την ισορροπία τρόμου ανάμεσα στη δημόσια υγεία και την οικονομία, η «επιστροφή» της Αριστεράς είναι ένα σύνθετο εγχείρημα. Μια αλλαγή των πολιτικών συσχετισμών στο κοινωνικό σώμα υπέρ του κόσμου της εργασίας και των «από κάτω», προϋποθέτει τη συνάντηση ενός κοινωνικού «θέλω και διατίθεμαι» με το «θέλω και μπορώ» του πολιτικού Υποκειμένου. Και εδώ υπάρχουν ανοιχτά ερωτήματα, αμφισημίες και αντιφάσεις.

Σε ποια διαιρετική τομή συγκροτούμε το Πολιτικό μας Πρόγραμμα κα την αντιπολιτευτική μας πράξη; Στην τομή Αριστερά/Δεξιά, στην τομή Πρόοδος/Συντήρηση, στην τομή Λαός/Ελίτ; H διαφορετική επιλογή οδηγεί σε προφανείς διαφορές ως προς την κοινωνική απεύθυνση και ως προς τις πολιτικές συμμαχίες. Νέα επιμέρους τέτοια δίπολα, που αναδεικνύονται στο έδαφος της τριπλής κρίσης, μπορούν να υπαχθούν στην τομή Αριστερά/Δεξιά, ώστε η οικειοποίησή τους να μην οδηγήσει σε μια πολυσυλλεκτική ρευστοποίηση της ταυτότητας;

Η εκτίμηση ότι, αργά ή γρήγορα, στο έδαφος της νέας κρίσης θα αναδυθεί ένας κοινωνικός ριζοσπαστισμός –όχημα της επιστροφής μας στη διακυβέρνηση, σε μια επανάληψη της «μνημονιακής περιόδου», δεν μοιάζει ισχυρή. Αλλά ακόμα κι αν η κοινωνική απελπισία μορφοποιηθεί σε θυμό και απόρριψη της νεοδημοκρατικής επικυριαρχίας, πόσο μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι αυτή η μορφοποίηση, αφημένη στον αυτόματο πιλότο του κοινωνικού αυθόρμητου, δεν θα στραφεί αυτή τη φορά στον ακροδεξιό «αντισυστημισμό», χωρίς μια συστηματική προετοιμασία που θα αρχίσει από σήμερα;

 

Δραστική αλλαγή με στόχο μετατοπίσεις

 

Δεν μπορούμε να «κατασκευάσουμε» συγκρουσιακά γεγονότα που θα οδηγήσουν σε μια άμεση κοινωνική αφύπνιση. Μπορούμε όμως να αρχίσουμε να δημιουργούμε μοριακές κοινωνικές μετατοπίσεις, ξεκινώντας από πεδία προνομιακά για μας. Αυτό όμως θα απαιτήσει μια δραστική αλλαγή της πολιτικής απεύθυνσης: Να σχεδιάσουμε την επανεκκίνηση της συνομιλίας με την κοινωνία, για την επανασύνδεσή μας με αυτήν και την ανάκτηση της εμπιστοσύνης της. Να επικαιροποιήσουμε τις προτεραιότητες των κοινωνικών μας αναφορών, ως πολιτικής έκφρασης του κόσμου της εργασίας και των νέων. Να οδηγήσουμε, σταθερά και επίμονα, τον πολιτικό ανταγωνισμό στην προγραμματική αντιπαράθεση, σπάζοντας τη ρουτίνα της πλειοδοσίας σε αποσπασματικές πολιτικές και μέτρα ͘ υπερβαίνοντας την τυπολογία του συμβατικού «ρόλου» ενός κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης  ͘ μ’ ένα πολιτικό λόγο περισσότερο αναλυτικό και στοχαστικό. Να κάνουμε απολύτως ορατό, χωρίς προπαγανδιστικές ευκολίες, το πολιτισμικό μας υπόβαθρο – αδιαπραγμάτευτα αντίπαλο στον λαϊκισμό κάθε είδους.

Αναμέτρηση με πολλά και δύσκολα. Μέσα σε χρόνο που πιέζει ασφυκτικά. Για να δοκιμάσουμε το «αλλιώς».

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2020 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet