Ημέρες Πολυτεχνείου, και αυτό το δισέλιδο της Εποχής αισθάνεται ότι οφείλει να τις ξαναφέρει στη μνήμη όσων τις έζησαν, αλλά και όσων έμαθαν γι’ αυτές από τα διαβάσματα και τις έρευνές τους, ή/και από διηγήσεις ή μαρτυρίες συντρόφων και φίλων τους, καθώς και αγωνιστών με τους οποίους τους χώριζαν, και ίσως εξακολουθούν να τους χωρίζουν, μικρές ή μεγάλες ιδεολογικές και πολιτικές διαφορές. Σήμερα, λοιπόν, δημοσιεύουμε δύο κείμενα. Το πρώτο είναι ένα μέρος της συνέντευξης που πήραμε μέσω skype, η Ζωή Γεωργούλα και ο υπογραφόμενος, από τον ιστορικό Ιάσονα Χανδρινό, συγγραφέα του βιβλίου «Όλη νύχτα εδώ. Μια προφορική ιστορία της Εξέγερσης του Πολυτεχνείου» (εκδόσεις Καστανιώτη, 2019). Το δεύτερο είναι ένα κεφάλαιο με τίτλο «Η έφοδος της εξέγερσης», από το βιβλίο «ω, λε φιλαλάκο. Μια ιστορία για το κίνημα, τη ζωηρή άκρα Αριστερά και τους ανθρώπους της» (εκδόσεις Κουκίδα, 2019) του Νίκου Γιαννόπουλου, που οι περισσότεροι τον ξέρουν ως την ψυχή του Δικτύου για τα Πολιτικά και Κοινωνικά Δικαιώματα. Το κείμενο του Γιαννόπουλου αναφέρεται στη συμμετοχή που είχε, ως δεκαεξάχρονος μαθητής, στα γεγονότα έξω από το Πολυτεχνείο, μια αφήγηση που επιβεβαιώνει αυτό που λέει στη συνέντευξή του ο Χανδρινός, ότι οι μαθητές που συμμετείχαν στην εξέγερση «[έζησαν] στα γεγονότα μια κοσμογονία». Ή, όπως γράφει ο Γιαννόπουλος, «Το Πολυτεχνείο με άλλαξε ριζικά. Όχι ότι έκανα κάτι σημαντικό, αλλά ένοιωσα τι σημαίνει "λαός" και "εξέγερση"». Είτε αρέσει σε κάποιους είτε όχι, η μνήμη όσων συνέβησαν στο κτίριο της οδού Πατησίων και στους γύρω δρόμους, πριν από 47 χρόνια, παραμένει ζωντανή, μεταφερόμενη από γενιά σε γενιά.

 

X.Γο.

 

Είσαι πολύ νέος, δεν έχεις βιώματα από την εξέγερση του Πολυτεχνείου ή από τα χρόνια εκείνα τα παλιά. Τι έκανε ελκυστική αυτή την περίοδο σε σένα ώστε να αποτελέσει αντικείμενο έρευνας;

Η περίοδος της δικτατορίας και το ίδιο το θέμα του Πολυτεχνείου δεν είναι από τα θέματα με τα οποία ασχολούμαι ως ιστορικός. Ανήκω σε μια γενιά ιστορικών που ανδρώθηκε μέσα από τη διαμάχη γύρω από την Αντίσταση και τον Εμφύλιο, από το 2003 και μετά, με την εμφάνιση των μελετών του Στάθη Καλύβα. Το Πολυτεχνείο αποτελεί μια αγάπη βαθιά από όταν ήμουν μικρό παιδί. Το ενδιαφέρον μου δεν είναι το ακαδημαϊκό, της μελέτης, της ανάλυσης και της ερμηνείας. Είναι μια προσπάθεια, στα όρια του ασυνείδητου, να συμπληρώσω τη μεγάλη εικόνα της συλλογικής μνήμης για το Πολυτεχνείο, με τις μικρότερες. Πίστευα και πιστεύω ότι υπάρχουν κενά, και στην εξιστόρηση και στην πρόσληψη των γεγονότων. Το Πολυτεχνείο είναι ένα γεγονός το οποίο δεν γνωρίζουμε. Χρειαζόμαστε πηγές και χρειαζόμαστε να αρχίσουμε να βλέπουμε πώς εκείνο το τριήμερο συγκροτείται ως αυτόνομο γεγονός και εντάσσεται σε ένα συνεχές αγώνων. Ήθελα αυτό το βιβλίο να έχει όσο το δυνατόν πιο απλή μορφή, διότι καί δεν μπορούσα καί δεν ήθελα να το κάνω περισσότερο σύνθετο από την παράθεση των μαρτυριών, σχεδόν άκοπων, γεγονός για το οποίο μου ασκήθηκε κριτική.

 

Η μη συμμετοχή σου στην εξέγερση, που έγινε έντεκα χρόνια πριν γεννηθείς, σε προφυλάσσει από την «τυραννία» της προσωπικής εμπειρίας, που μπορεί να οδηγήσει σε μονομερείς προσλήψεις και ερμηνείες, όπως αυτές που διατυπώνουν πολλά από τα ογδόντα τέσσερα πρόσωπα με τα οποία μίλησες για να γράψεις το βιβλίο, αλλά και πολλοί/ες άλλοι/ες της λεγόμενης «γενιάς του Πολυτεχνείου». Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι είσαι ανεπηρέαστος από οικογενειακές, φιλικές, ιδεολογικές και πολιτικές επιρροές.

Δεν έχω τίποτα να ισχυριστώ ως κίνητρο ή πρόθεση πίσω από αυτό το βιβλίο-εγχείρημα, πέρα από την άδολη αγάπη και το ενδιαφέρον για το Πολυτεχνείο και τη μνήμη του. Μεγάλωσα ως ένα παιδί με ενδιαφέρον για τα ιστορικά γεγονότα, με μια αυξημένη ευαισθησία για τη μνήμη των ιστορικών επετείων, πόσω μάλλον των πολιτικών αγώνων. Συνεπώς είμαι επηρεασμένος σαφώς.

Δεν συμφωνώ με το κομμάτι εκείνο της κριτικής που θέλει τον ιστορικό να επεξεργάζεται το υλικό του με όρους διορθώσεων, παρεμβάσεων, σχολίων, υπομνηματισμών. Πιστεύω ότι ο ιστορικός είναι αυτός που πρέπει να κρατάει το μολύβι, να πλαισιώνει τις μαρτυρίες, να τις εξηγεί, να τις εντάσσει σε κάποιο πλαίσιο. Αυτό το βιβλίο έχει πάρα πολύ έρευνα από πίσω του, χρόνια εντοπισμού των ανθρώπων ώστε να επιτυγχάνεται μια αντιπροσωπευτικότητα με βάση επάλληλα και διαφορετικά κριτήρια. Θέλησα να φτιάξω ένα συνολικό σύστημα αναφορών, με μια εσωτερική λογική.

Το Πολυτεχνείο είναι μια ιστορία που έχει φιλτραριστεί και μέσα από την πολιτική ορθότητα, που πάντα συνοδεύει τη μνήμη τέτοιων αγώνων. Όπως χαρακτηριστικά μου είχε πει ένας από τους αφηγητές, που τελικά δεν δέχτηκε να μου δώσει συνέντευξη αλλά ήταν κοντά μου: αυτό που σου περιγράφουν οι βετεράνοι του φοιτητικού κινήματος δεν είναι το Πολυτεχνείο του 1973, αλλά του ‘74. Είναι η κατασκευή του μεταπολιτευτικού μύθου της εξέγερσης, με όλα τα φίλτρα, της σχηματοποιήσεις και τις εκ των υστέρων ερμηνείες που ανάγονται  στην κομματική μνήμη, την παραταξιακή, τη συντεχνιακή κ.λπ. Το Πολυτεχνείο ήταν κάτι πολύ πιο ευρύ, δυναμικό, μαζικό, από τους πρωταγωνιστές του. Δίνω ιδιαίτερη αξία στη λέξη «πρωταγωνιστές», το ιστορικό υποκείμενο το οποίο κινητοποιεί και δημιουργεί το γεγονός, δηλαδή το αντιδικτατορικό κίνημα. Ωστόσο, πυροδότησε ένα γεγονός τεράστιο, όχι μόνο για την Αριστερά, το οποίο κατά τη γνώμη μου δεν έχουμε συνειδητοποιήσει ακόμα. Αυτό είναι βασικό, όχι μόνο σε επίπεδο ερμηνείας, πρόσληψης και ανάλυσης, αλλά και για την κατανόηση του ίδιου του γεγονότος, το οποίο ήταν φονικότατο, αιματηρότατο και τεράστιο. To γεγονός ότι ακόμα δεν ξέρουμε πόσοι ήταν νεκροί και τραυματίες μιλάει από μόνο του για τις διαστάσεις του ζητήματος. Ως προς αυτό που κάποιοι μου επισήμαναν, ότι προσπάθησα να καινοτομήσω μεθοδολογικά ή να εισάγω τον παράγοντα της μνήμης και της προφορικής ιστορίας καμιά φορά παραβλέποντας και τα ίδια τα γεγονότα, απαντώ ότι το να συλλέξεις μαρτυρίες γύρω από ένα γεγονός είναι το αυτονόητο που εγώ ένιωσα ως ιστορικός ότι έπρεπε να κάνω. Έχει μια σημασία συμβαντολογική, πραγματολογική. Φυσικά σε δεύτερο επίπεδο είναι η ανάλυση, η μνήμη, τα φίλτρα, οι λογοκρισίες, οι αυτολογοκρισίες των αφηγητών σε σχέση με ένα γεγονός απέναντι στο οποίο κανείς δεν θέλει να νιώσει μειονεκτικά. Υπάρχει μια ένταση ανάμεσα στη συλλογική και την ατομική μνήμη. Η ατομική μνήμη συνομιλεί με τη συλλογική και δεν θέλει να νιώθει μειωμένη. Οι άνθρωποι θα δίσταζαν να μιλήσουν για εμπειρίες οι οποίες θα μπορούσαν να εκληφθούν ως πιο ταπεινές, λιγότερο ηρωικές, ενδεχομένως περιττές. Αυτός ήταν ο λόγος που είχα και πολλές αρνήσεις για το βιβλίο. Αλλά και πάρα πολύ αφηγητές μου ζήτησαν να διορθώσουν το κείμενό τους ή να ξανακάνουμε τη συνέντευξη, να μην είναι τόσο «πρόχειρα». Οι πρωταγωνιστές του φοιτητικού κινήματος έχουν απόλυτη συνείδηση ότι αυτό που θα πουν ελέγχεται. Οι μαρτυρίες αυτού του βιβλίου είναι δύο ειδών, παρότι δεν μου αρέσει ο διαχωρισμός αυτός: το φοιτητικό κίνημα, δηλαδή το μέσα του Πολυτεχνείου, και το ερύ μεγάλο χάος της εξέγερσης, το ανώνυμο πλήθος, που ήταν και το πιο δύσκολο και το πιο ερεθιστικό από την πλευρά της έρευνας.

 

Συνεπώς αντιλαμβάνεσαι το Πολυτεχνείο ως καί το μέσα και το έξω που περιγράφεις;

Είναι λίγα γεγονότα στην ιστορία που έχουν ταυτιστεί τόσο με ένα συγκεκριμένο τοπόσημο. Υπάρχει η σκηνογραφία της μνήμης, με το καταστάλαγμα της μνημονικής απεικόνισης, ένα άρμα μάχης το οποίο τσακίζει την καγκελόπορτα. Αλλά το Πολυτεχνείο ήταν πολλά περισσότερα πράγματα, πολλοί περισσότεροι άνθρωποι και πολλοί περισσότεροι τόποι. Είναι συγκεκριμένοι οι λόγοι για τους οποίους η μνήμη έχει συσπειρωθεί γύρω από ένα κτίριο. Το έξω του Πολυτεχνείου, αυτό που εγώ αποκαλώ «η κυριολεξία της λαϊκής εξέγερσης», ήταν κάτι πολύ μαζικό, πολύ αόρατο, πολύ δυναμικό. Χρειάζεται να γίνει αντικείμενο μελέτης, ποιοι άνθρωποι κατέβηκαν, το κοινωνικό τους προφίλ, το ταξικό, το δημογραφικό.

Υπήρξε μια διαλεκτική μεταξύ του οργανωμένου και του αυθόρμητου. Έτσι όπως το αντιλαμβάνομαι εγώ, το οργανωμένο κομμάτι, το φοιτητικό κίνημα και οι κομματικές, παραταξιακές εκπροσωπήσεις του, αποφασίζουν, με κόστος δικό τους, να σπάσουν το τείχος που τους χωρίζει από τη βουβή μάζα της χουντοκρατούμενης Αθήνας. Αυτή η μάζα προσέρχεται σε αυτό που οι χουντικοί θα έλεγαν «εστία της αναταραχής», την πλαισιώνει και πάει παραπέρα το μήνυμά της. Αυτό που λένε διαρκώς σε όλους τους τόνους πρώην Ρηγάδες, πρώην Κνίτες, πρώην αριστεριστές, είναι ότι αυτό το γεγονός μας ξεπέρασε. Κινητοποιήθηκε μια κατάσταση, η οποία δεν ελέγχεται και έγινε η εξέγερση που μνημονεύουμε σήμερα.

 

Αυτή η διάκριση που κάνεις έχει και κάποιες υποδιακρίσεις, διότι το «οργανωμένο» δεν ήταν ενιαίο. Προφανώς, το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος του ήταν τα μέλη της ΚΝΕ και του Ρήγα Φεραίου, αλλά στην κατάληψη μετείχαν και μέλη τροτσκιστικών και μαοϊκών οργανώσεων. Η στρατηγική αυτών των δεύτερων ήταν η «ρήξη», μια στρατηγική αντίθετη τόσο με αυτήν της στρατηγικής της αναβολής της σύγκρουσης «μέχρι να ωριμάσουν οι συνθήκες» (ΚΚΕ), όσο και με εκείνη της «μετάβασης στη δημοκρατία», ενδεχομένως και με τη συμμετοχή στις εκλογές του Μαρκεζίνη (ΚΚΕ εσωτερικού).  Νίκησε η στρατηγική της ρήξης έτσι δεν είναι;

Προφανώς. Δεν μπορώ να προσθέσω ούτε μια λέξη σε αυτό που έχει ήδη ειπωθεί πολλές φορές, ότι δεν θα γινόταν το Πολυτεχνείο αν οι δυνάμεις που στην αρχή ήταν αντίθετες με αυτό, δεν υιοθετούσαν τη γραμμή των αριστεριστών. Μου έτυχε πρόσφατα να δω, σε αρχεία της ΑΑΣΠΕ, δακτυλογραφημένα και χειρόγραφα σημειώματα μέσα από το τριήμερο της κατάληψης. Σε ένα από αυτά ένα στέλεχος που συνέτασσε στο πόδι μια μαρτυρία, έγραφε: Είναι τρομερό, νιώθω ότι κατεβαίνουν οι γονείς μας, ακούς ένα σωρό συνθήματα τα οποία είναι πολιτικά, αναρχικά και κάποια είναι απλώς μαλακίες. Με υπογραμμισμένη την τελευταία λέξη. Το Πολυτεχνείο έγινε σημείο συνάντησης διαφορετικών ηλικιών, γίνεται ευρύτερο από τη γενεαλογία του φοιτητικού κινήματος. Κατεβαίνουν άνθρωποι με προδικτατορικές αναφορές, άνθρωποι που έχουν ζήσει τα Ιουλιανά, άνθρωποι, όπως οι φοιτητές, που δεν έχουν δει στη ζωή τους διαδήλωση, κατεβαίνουν μαθητές οι οποίοι ζουν στα γεγονότα μια κοσμογονία. Σε αντίθεση μ’ αυτές τις παρουσίες, υπάρχει και το μεγάλο ζητούμενο του πλήθους στον αντιδικτατορικό αγώνα του φοιτητικού κινήματος, και στη μνημόνευση του Πολυτεχνείου επισημαίνεται η μεγάλη απουσία του. Ο όρος  «γενιά του Πολυτεχνείου» χρειάζεται να ανασημασιοδοτηθεί ως ένα ευρύτερο ηλικιακό ανάπτυγμα των ανθρώπων που ενηλικιώθηκαν πολιτικά και συνειδησιακά το τριήμερο του Νοέμβρη. Κάθε εξέγερση έχει και στοιχεία γιορτής, νομίζω ότι το Πολυτεχνείο ξεπέρασε κάθε θεωρητική σύλληψη, ακόμα και των οργανώσεων της άκρας αριστεράς.

 

Η μνήμη του Πολυτεχνείου έχει καταφέρει, εδώ και 46 χρόνια, να είναι εκείνη που τραβάει τα αριστερά κόμματα από το μανίκι και τα σπρώχνει στην πορεία προς την αμερικανική πρεσβεία. Γιατί νομίζεις ότι συμβαίνει αυτό; Γιατί φαίνεται αδιανόητο στα αριστερά κόμματα της Βουλής, αλλά και στις οργανώσεις της Αριστεράς και του αντιεξουσιαστικού χώρου, η μη πραγματοποίηση κατά κάποιο τρόπο, έστω και συμβολικό, της πορείας, ακόμα και στις σημερινές ακραίες συνθήκες της πανδημίας;

Η πορεία του Πολυτεχνείου είναι ένα από τα μεγάλα θαυμαστά πράγματα στα οποία έχω συμμετάσχει στη ζωή μου. Άλλωστε η πορεία του Πολυτεχνείου, όσο κι αν έχει εθιμοτυπικά, κανονικοποιημένα χαρακτηριστικά, παραμένει μια διαδήλωση. Περισσότερο από κάθε άλλη, η επέτειος του Πολυτεχνείου είναι ένας ζωντανός πνεύμονας εξεγερσιακών μηνυμάτων, τόσο ευρύς και δυναμικός που χωράει όλες τις εκδοχές της αριστεράς και της αναρχίας. Είναι από τις φορές που αυτό που λέμε «Αριστερά» επιτέλεσε ένα εθνικό καθήκον. Σκόπιμα το λέω έτσι συμβατικά. Είναι η συνέχεια που υποδεικνύει το σύνθημα των αριστεριστών «ΕΑΜ, ΕΛΑΣ, Πολυτεχνείο». Ο αντιδικτατορικός αγώνας είχε στοιχεία εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος. Το Πολυτεχνείο είναι μια εθνική μνήμη, που χρειάζεται εσαεί να πιστώνεται στην Αριστερά. Η Αριστερά τότε ήταν ένα όπλο, το οποίο αναζητούσε κάποιος, ακόμα και αν δεν είχε βιωματικές ή οικογενειακές σχέσεις, γιατί ήταν το προσφορότερο «μέσο» για να πολεμήσει το καθεστώς της 21ης Απριλίου. Ωστόσο, το Πολυτεχνείο δεν είναι μια μάχη του εμφυλίου. Είναι μια ηρωική εξέγερση άοπλων με συγκεκριμένο πολιτικό πρόταγμα και σαφή πολιτικό λόγο, η οποία πνίγηκε στο αίμα από ένα χουντικό καθεστώς.

Είναι σπάνιο ως ιστορικό γεγονός να συμβεί ένα ρήγμα στον ιστορικό χρόνο, το οποίο να ενσωματώνει τόσο πολλά και διαφορετικά φορτία, με τέτοια δυναμική. Είναι σπάνιο ένα τόσο δυναμικό πεδίο άντλησης νοημάτων.

Χάρης Γολέμης, Ζωή Γεωργούλα Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2020 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet