Το άρθρο του κ. Σημίτη στα «Νέα» του συγκροτήματος Μαρινάκη το περασμένο Σάββατο, στο οποίο ο πρώην πρωθυπουργός εγκαλεί την αντιπολίτευση για άγονη και επιπόλαιη κριτική στην κυβέρνηση, ανακάλεσε στη μνήμη άρθρο του σε εφημερίδα του ίδιου συγκροτήματος («Το Βήμα», Κυριακή 30 Δεκεμβρίου 2018), όπου του παραχωρήθηκε ένα τρισέλιδο «για να υπερασπιστεί εαυτόν από τα σκάνδαλα που σκιάζουν τα χρόνια της πρωθυπουργίας του, με αντάλλαγμα να αναμασήσει τα όσα καταστροφολογικά επιφυλάσσει στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ με κάθε ευκαιρία» (βλ. «Η προσωποποίηση ενός συστήματος…», «Εποχή» της Κυριακής 5 Ιανουαρίου 2019).

Σε μια κρίσιμη φάση μετάβασης, μετά την επιτυχή απαλλαγή της χώρας από την ασφυκτική μνημονιακή επιτροπεία, προσφέρθηκε να συνεισφέρει στις άοκνες προσπάθειες των συμφερόντων που οδήγησαν τη χώρα στον μνημονιακό όλεθρο να προκαλέσουν μια πολιτική κρίση ικανή να κλείσει την «αριστερή παρένθεση». Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, υποστήριξε, θεωρούν βέβαιο πως η Ελλάδα θα προσφύγει γρήγορα στο δανεισμό από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας, με συνέπεια ένα νέο μνημόνιο. Διαψεύστηκε, δυστυχώς για το ίδιο.

Δυστυχώς για την αξιοπιστία του, 24 ώρες αργότερα ένας από τους πέντε «σοφούς» συμβούλους της κυβέρνησης Μέρκελ, ο οικονομολόγος Πέτερ Μπόφινγκερ, σε συνέντευξή του καταλόγισε, αναφερόμενος στην Ελλάδα, στην ΕΕ και ειδικά στη Γερμανία την ευθύνη για τη λιτότητα που επέβαλε στην Ευρωζώνη «οδηγώντας χώρες-μέλη σε δεινή θέση». Καταλόγιζε στη χώρα του ότι «παρά την υψηλή ανταγωνιστικότητα στη δεκαετία του 2000 κράτησε τους μισθούς χαμηλά σαν να είχε πρόβλημα ανταγωνιστικότητας. Ως αποτέλεσμα, προκάλεσε ανισότητες στον ανταγωνισμό εντός της Ευρωζώνης προς όφελος της, αλλά εις βάρος των άλλων χωρών».

Ο κ. Σημίτης είχε βιαστεί στο άρθρο του να καταλογίσει στην κυβέρνηση της Αριστεράς την ευθύνη για το ότι τον Δεκέμβριο του 2018 «το επιτόκιο του ελληνικού δεκαετούς ομολόγου έφθασε το 4,35%, έναντι 0,57% του γερμανικού», μολονότι, ως οικονομολόγος, όφειλε να γνωρίζει τον πραγματικό λόγο της διαφοράς. Δεν επανόρθωσε, σιώπησε.

Αλλά αν δεν είχε το θάρρος αυτής της «ήσσονος» παραδοχής, πού θα το εύρισκε για να αναθεωρήσει μιαν άλλη, μείζονα παραδοχή. Την παραδοχή βάση της οποίας «ήδη από τις αρχές της τρίτης χιλιετίας, με το πρόταγμα του εκσυγχρονισμού το ΠΑΣΟΚ άρχισε να συμβιβάζεται ιδεολογικά με την ιδέα του “μονόδρομου” και πρακτικά με την άποψη ότι στη χώρα μας δεν μπορούν να γίνουν πραγματικές τομές με κοινωνικό και δημοκρατικό πρόσημο γιατί “αυτή είναι η Ελλάδα”»(βλ. Χ. Γεωργούλας, «Η χαμένη αδελφή ψυχή της σοσιαλδημοκρατίας», «Εποχή» της Κυριακής 25 Νοεμβρίου 2018).

Την παραδοχή που προετοίμαζε, μια δεκαετία πριν, «την αμαχητί συνθηκολόγηση του 2010, την αποδοχή των συντριπτικών μνημονίων ως σωτηρία και τη σύμπραξη με τη δεξιά και την ακροδεξιά, με τη δικαιολογία του “μονόδρομου”. Την αποδοχή των μνημονίων ως σχεδίου που θα έπρεπε να είχαμε εφαρμόσει μόνοι μας, ακόμα κι αν δεν μας το είχαν επιβάλει…» (βλ. ό.π.).

Την παραδοχή που εξέθετε (και εξακολουθεί να εκθέτει) την παράταξη του κ. Σημίτη στον «εμφανή κίνδυνο […] είτε να παρασυρθούν (προεκλογικά) οι δυνάμει ψηφοφόροι του ΚΙΝΑΛ από το ισχυρότερο μαγνητικό πεδίο της ΝΔ, είτε (μετεκλογικά) το ίδιο το κόμμα, αποδυναμωμένο πια, να οδηγηθεί σε μια εκ νέου συνεργασία με τη ΝΔ, που πιθανότατα θα είναι η χαριστική βολή…» (βλ. ό.π.)

Την παραδοχή που, ουσιαστικά, τον είχαν οδηγήσει ως «υπεύθυνο πρωθυπουργό», να προτρέψει τους μικροκαταθέτες να επενδύσουν σε υπερτιμημένες μετοχές του χρηματιστηρίου, με αποτέλεσμα τη μοιραία για χιλιάδες επενδυτών κατάρρευση και την πρωτοφανή μεταφορά πλούτου από τη βάση στην κορυφή της οικονομικής πυραμίδας και από εκεί στις τράπεζες του εξωτερικού. Θα μείνει στην ιστορία (βλ. «Η προσωποποίηση ενός συστήματος σε αποδρομή», ΕΠΟΧΗ της Κυριακής 5 Ιανουαρίου 2019) η φράση με την οποία είχε επιρρίψει αμοραλιστικά στους μικροεπενδυτές την ευθύνη που βάρυνε τον ίδιο: «Ας πρόσεχαν!».

Όπως αμοραλιστικά, μιλώντας στο συνέδριο του «Ποταμιού» το 2019, είχε αποκαλέσει την κυβέρνηση «ανερμάτιστη Αριστερά» και τα μέλη της «ανόητα πρόσωπα που μας κυβερνούν» -- και σε άλλη περίσταση, «περιστασιακούς ένοικους της εκτελεστικής εξουσίας», κατατάσσοντας προφανώς τον εαυτό του στους μόνιμους ιδιοκτήτες της.

Ο κ. Σημίτης, στη ρηχή προσέγγισή του από τις σελίδες των «Νέων» επιπλήττει την αξιωματική αντιπολίτευση ότι κακώς καταλογίζει παλινωδίες στην κυβέρνηση, αφετέρου το δικό του κόμμα ότι αστοχεί όταν εγκαλεί την κυβέρνηση ότι αυτοσχεδιάζει. Ο προφανής λόγος είναι επειδή θέλει να στηρίξει την κυβέρνηση Μητσοτάκη σε μια δύσκολή γι’ αυτήν συγκυρία. Ο πραγματικός λόγος είναι ότι το κάνει φοβούμενος ότι ένα σοβαρό κυβερνητικό ατύχημα μπορεί να εκτροχιάσει την προσπάθεια παλινόρθωσης --μετά την απομάκρυνση της Αριστεράς από την κυβέρνηση-- των θεμελιωδών παραδοχών στις οποίες εδράζεται η προτίμησή του για την κυβέρνηση Μητσοτάκη.

Αλλά υπάρχει ένας ακόμη βαθύτερος φόβος. Ο φόβος ότι οι αστοχίες της κυβέρνησης που αυτός στηρίζει στη διαχείριση της πανδημικής και οικονομικής κρίσης διευρύνουν κάθε μέρα που περνά, αντικειμενικά και σωρευτικά, τις πιθανότητες συνεννόησης και συγκλίσεων στον ευρύτερο χώρο της προοδευτικής αντιπολίτευσης. Ο φόβος ότι η κατανόηση από την κα Γεννηματά ότι στην εξακολούθηση της πολιτικής των περίφημων «ίσων αποστάσεων» ελλοχεύει ο κίνδυνος το κόμμα της να εξαερωθεί στις κάλπες μπορεί να οδηγήσει την πρόεδρο του ΚΙΝΑΛ σε αλλαγή πλεύσης.

Η πρωτολογία της προέδρου του ΚΙΝΑΛ την περασμένη Πέμπτη στο Κοινοβούλιο ήρθε να προστεθεί στους ήδη αρκετούς λόγους ανησυχίας του κ. Σημίτη. Με αξιοσημείωτη μεθοδικότητα η κα Γεννηματά κατέθεσε στα πρακτικά της Βουλής, ως απάντηση στον κ. Σημίτη, τις προτάσεις του κόμματος της επί του συγκεκριμένου. Ήταν από τις καλύτερες τοποθετήσεις της και μάλλον η μοναδική στην οποία δεν αναφέρθηκε στον ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία πάνω από δύο ή τρεις φορές επικριτικά – και μάλιστα σε ήπιους τόνους.

Ένα μήνυμα με πολλαπλούς αποδέκτες οπωσδήποτε. Εντός του κόμματός της παρατηρείται αναβρασμός.

Εκτός, το μήνυμα εκλήφθηκε από τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης όπως ακριβώς εκπέμφθηκε. Και (εκ)τιμήθηκε από αυτόν στη δευτερολογία του δεόντως.

Οι φήμες κάνουν λόγο για τις πρώτες ενδείξεις ενός νέου πολιτικού χάρτη, που «όταν πλησιάσουν οι κάλπες μπορεί να γίνουν πιο ορατές». Ο κ. Σημίτης έχει αρκετό χρόνο να αναστοχαστεί τις παραδοχές και να διοχετεύσει τις ανησυχίες του.

Κωστής Γιούργος Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2020 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet