Τόμας Μπέρνχαρντ «Ρίττερ, Ντένε, Φος», μτφ. Γιώργος Δεπάστας, εκδόσεις Κριτική, 2020

 

 

Μια οικογένεια, τρία αδέλφια, τέκνα πλούσιας μεγαλοαστικής οικογένειας: ο αδελφός έγκλειστος στο ψυχιατρείο, με τη θέλησή του όμως. Έρχεται ωστόσο η στιγμή που θα πάρει εξιτήριο· οι δύο αδελφές, στο πατρικό τους σπίτι, τον περιμένουν για γεύμα αμέσως μετά την έξοδό του από την κλινική. Πόση βία και απόρριψη, πόση απογοήτευση, πόση περιφρόνηση και εκμηδένιση, πόσο συμπυκνωμένο μίσος και οργή μπορούν άραγε να χωρέσουν σε ένα τέτοιο σκηνικό.

Και όμως, αυτό το οικογενειακό γεύμα είναι ένα σκηνικό πολέμου, ένα πεδίο μάχης, καθώς τα αδέλφια, τραυματισμένα από το παρελθόν τους και εγκλωβισμένα στην κενή ζωή τους («σκέφτομαι όλη την ώρα πόσο αργά είναι να δώσω στη ζωή ένα νόημα»), στρέφονται διαρκώς το ένα εναντίον του άλλου. Οι αποκλίσεις φαίνονται εξαρχής: «εγώ δεν θα τον έφερνα στο σπίτι / ειδικά τώρα όχι», λέει η μία αδελφή στην άλλη, η οποία, όλο λαχτάρα, ετοιμάζει για τη συνάντηση το τραπέζι και το φαγητό. Μέσα σ’ εκείνο το ασφυκτικό σπίτι όμως («σιγά σιγά μας έγινε αυτό το σπίτι μια κόλαση», λέει η μία, «σαν μαυσωλείο είναι εδώ μέσα / είμαστε ήδη ενταφιασμένοι σε ένα εξαίσιο μαυσωλείο», λέει ο άλλος), η μάχη θα γίνει πόλεμος, όταν βρεθούν και οι τρεις μαζί, ένας πόλεμος που δεν θα αφήσει τίποτα στο απυρόβλητο προτού οδεύσει προς την παράδοση του τέλους. Όλα θα βγουν στην επιφάνεια, θα ξεριζωθούν με αιματηρό τρόπο μέσα από τους πρωταγωνιστές. «Πνιγόμαστε στη μονοτονία», θα φωνάξει ο αδελφός, που στην πραγματικότητα δεν έχει σκοπό να μείνει εκεί («αφήστε τις αδελφές μου να πιστεύουν πως θα γυρίσω στο σπίτι […] τι πιο αποκρουστικό από το να πεθάνεις στο πατρικό σου»). Άλλωστε, οι γονείς έχουν αφήσει πολύ βαθιά τραύματα στα τρία παιδιά – τα λόγια του αδελφού για τον πατέρα τους είναι χαρακτηριστικά: «Πάντα τον μισούσα / Ευχόμουν τον θάνατό του / ο θάνατός του δεν επηρέασε καθόλου το μίσος μου», «ο πατέρας ανεχόταν αδίστακτα ό,τι σκότωνε η μητέρα μέσα μου».

Το κείμενο, γεμάτο κρυφές παραπομπές και κλεισίματα ματιού, είναι ένα συνεχές γρονθοκόπημα, σκληρό όπως κάθε γραμμή και κάθε υπονοούμενο του Μπέρνχαρντ, που όπως πάντα στηλιτεύει ανηλεώς τη γεμάτη υποκρισία κοινωνία που τον περιβάλλει, κάθε της πτυχή, κάθε της έκφανση, κάθε λεπτομέρεια και κρυφή γωνία ενός κόσμου που δεν είναι παρά «μια τερατώδης μηχανή παραγωγής νόμων», ένα «σωφρονιστήριο», όπως λέει ένας χαρακτήρας του Μπέρνχαρντ στην Πρόζα του. Ενός κόσμου που συντρίβει ανθρώπους και αντικατοπτρίζεται στην απελπισία και την οργή του τολμηρού συγγραφέα.

Με όλα αυτά, βέβαια, ο Μπέρνχαρντ φέρνει συνεχώς και τον ίδιο τον αναγνώστη και την αναγνώστριά του αντιμέτωπους με τον εαυτό τους και τις πιο ανομολόγητες πτυχές του, τους αναγκάζει να σκαλίσουν ό,τι πιο άσχημο μπορεί να κρατούν κρυμμένο μέσα τους, και προφανώς η οικογένεια κατέχει πάντα προνομιακή θέση στο στόχαστρο του μεγάλου συγγραφέα, κάτι που σε αυτό το έργο αναδεικνύεται με τον πιο σκληρό τρόπο: «πατέρας μητέρα παιδιά / όλοι τους μίμοι της κόλασης / μέσα σε σούπες και σάλτσες έπνιγαν πάντα όλα όσα άξιζαν κάτι».

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2020 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet