Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ, Γεβγκένι Ζαμιάτιν «Επιστολές στον Στάλιν», μτφ. Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, εκδόσεις Άγρα, 2020

 

 

Η Οκτωβριανή Επανάσταση υπήρξε μια άνοιξη ελπίδας, μια υπόσχεση ελευθερίας για τους καλλιτέχνες, τους λογοτέχνες, τους δημιουργούς. Η αρχική ιδέα για τη λογοτεχνία όχι μόνο ως απόλαυση αλλά και ως μέσο εκπαίδευσης, ως πηγή γνώσης για εκατομμύρια ανθρώπους σύντομα μεταλλάχτηκε σε μια αντίληψη που ήθελε τη λογοτεχνία οργανικό κομμάτι ενός μηχανισμού κρατικής προπαγάνδας, όπου κρατικοί φορείς καθόριζαν τι επιβαλλόταν, τι επιτρεπόταν, τι απαγορευόταν με βάση τους κανόνες αυτής της προπαγάνδας. Η κριτική ματιά δεν χωρούσε σε μια τέτοια οπτική. Πτυχή αυτού του, κατασταλτικού τελικά μηχανισμού, υπήρξε και η ισοπεδωτική ματιά του σοσιαλιστικού ρεαλισμού που επιβλήθηκε ως κανόνας στη λογοτεχνία με την επιβεβλημένη όσο και πλαστή αισιοδοξία του.

Στον σύντομο αυτό τόμο περιέχονται οι επιστολές που έφτασαν να απευθύνουν οι δύο μεγάλοι λογοτέχνες, ο Ζαμιάτιν και ο Μπουλγκάκοφ, στον ίδιο τον Στάλιν, ελπίζοντας να τον πείσουν να τους επιτρέψει να πάρουν διαβατήριο και να φύγουν από την ΕΣΣΔ. Είναι γραμμένες σε μια πολύ δύσκολη εποχή (από τα τέλη της δεκαετίας του 1920 έως τα τέλη της δεκαετίας του 1930) και αφού το έργο τους είχε μπει πλέον στο στόχαστρο των σοβιετικών αρχών.

O Ζαμιάτιν ήταν παλιός μπολσεβίκος και μετά το 1905 κυνηγήθηκε και εξορίστηκε· μάλιστα, τον Σεπτέμβριο του 1917 επέστρεψε στη Ρωσία από την Αγγλία, όπου ζούσε, ενόψει της επικείμενης σύγκρουσης. Μετά το Εμείς, όμως, το κλασικό του βιβλίο που εκδόθηκε πρώτα στο εξωτερικό, τα πράγματα άλλαξαν και ο Ζαμιάτιν έφθασε στα πρόθυρα της εξορίας. Ο συγγραφέας έγραψε στον Στάλιν το 1931 ζητώντας να του επιτραπεί να φύγει από τη χώρα, πράγμα που τελικά συνέβη. Ο Ζαμιάτιν πέθανε έξι χρόνια αργότερα στο Παρίσι. Ο Μπουλγκάκοφ είχε αρχίσει από το 1929 να γράφει στον Στάλιν, χωρίς όμως να καταφέρει ποτέ να πάρει στα χέρια του το πολυπόθητο διαβατήριο, όπως ο Ζαμιάτιν.

Για τους δύο συγγραφείς το γράψιμο ταυτίζεται με τη ζωή: «αν σωπάσει ένας αληθινός συγγραφέας, τότε πεθαίνει», γράφει ο Μπουλγκάκοφ· «θανατική ποινή αποτελεί ακριβώς η στέρηση της δυνατότητας να γράφω», λέει ο Ζαμιάτιν. Υπήρχε άραγε άλλη λύση για τους δύο (αλλά και άλλους, σε αντίστοιχη θέση) λογοτέχνες; Στη δεύτερη επιστολή του (Μάρτιος του 1930), ο Μπουλγκάκοφ γράφει: «Μετά την απαγόρευση όλων των έργων μου […] μου έδιναν την ίδια πάντα συμβουλή. Να συγγράψω “ένα κομμουνιστικό θεατρικό έργο” […] και εκτός αυτού να απευθυνθώ στην Κυβέρνηση της ΕΣΣΔ με ένα γράμμα μετανοίας, το οποίο θα περιέχει την άρνηση των προηγούμενων απόψεών μου που έχω εκφράσει σε λογοτεχνικά έργα», για να προσθέσει λίγο παρακάτω: «αυτή τη συμβουλή δεν την ακολούθησα».

Πέρα από τις επιστολές, στον τόμο της ελληνικής έκδοσης περιλαμβάνεται και το περίφημο άρθρο «Φοβάμαι», όπου ο Ζαμιάτιν θα μαστιγώσει ανηλεώς τους «αυλικούς ποιητές», τους καπάτσους συγγραφείς «που παρακολουθούν συνεχώς τα γυρίσματα των καιρών», τους «γραφειοκράτες της λογοτεχνίας», όποιον φοβάται τον «αιρετικό λόγο» στη λογοτεχνία.

Σημαντικό στοιχείο της έκδοσης, ο εκτεταμένος και κατατοπιστικός πρόλογος της μεταφράστριας, που αποτυπώνει το νοσηρό κλίμα της εποχής, αναδεικνύοντας συνάμα και πολλά στοιχεία πέρα από τα γνωστά και προφανή.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2020 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet