Κυνηγώντας από ανάγκη την καυτή επικαιρότητα κινδυνεύουμε να πάθουμε ό,τι έπαθε εκείνος που του δείχνανε το φεγγάρι και κοιτούσε το δάχτυλο. Έχει σημασία να παρακολουθήσουμε τι συνέβη ανήμερα τη 47η επέτειο του Πολυτεχνείου, πώς έδρασαν οι μεν και πώς αντέδρασαν οι δε, ποιος βγήκε πολιτικά ωφελημένος και ποιος ζημιωμένος, αλλά τα σημαντικά καταγράφηκαν την προηγούμενη μέρα και μερικά εικοσιτετράωρα πριν. Τρία κόμματα της αριστεράς, ο ΣΥΡΙΖΑ, το ΚΚΕ και το ΜΕΡΑ 25, δικαιολογημένα αγανακτισμένα και θορυβημένα από την αυταρχική απόφαση της κυβέρνησης της ΝΔ να απαγορεύσει τις συναθροίσεις άνω των τριών ατόμων για τέσσερις μέρες καθ’ άπασα την επικράτεια, συνυπέγραψαν κοινή καταγγελία-διαμαρτυρία που παρέδωσαν στην πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας.

 

Η κοινή στάση και ο κοινός κίνδυνος

 

Πιο σημαντικό, ίσως, από το κοινό κείμενο ήταν το γεγονός ότι ομονόησαν κατ’ αρχήν και στον τρόπο με τον οποίο θα επιχειρούσαν να σπάσουν αυτή την απαράδεκτη καθολική απαγόρευση, που μόνο σε καταστάσεις πολιορκίας συνηθίζεται. Παρά τις διαφορετικές εκδηλώσεις με τις οποίες θα αντιδρούσε το καθένα, κοινό στοιχείο είχαν όλες την επίγνωση των κινδύνων από μια μαζική, όπως οι συνηθισμένες όλα αυτά τα χρόνια, συγκέντρωση και πορεία και τη δέσμευσή τους για τήρηση των μέτρων προφύλαξης. Όπως και έγινε – τουλάχιστον από τη μεριά τους. Γιατί από τη μεριά της κυβέρνησης οι συναθροίσεις που οργανώθηκαν, συναθροίσεις δυνάμεων καταστολής, δεν ήταν άνω των τριών, αλλά των τριών χιλιάδων επί δύο μόνο στην Αθήνα, και μάλιστα χωρίς το παραμικρό μέτρο προφύλαξης.

Η κίνηση αυτή δεν ήρθε σαν κεραυνός εν αιθρία, τουλάχιστον για τους προσεκτικούς παρατηρητές των πολιτικών εξελίξεων. Η σχετική ατμόσφαιρα φαινόταν να καλλιεργείται τουλάχιστον στις τελευταίες συνεδριάσεις της Βουλής, με την πρόταση δυσπιστίας του ΣΥΡΙΖΑ κατά του υπουργού Οικονομικών και με τη συζήτηση για την εξέλιξη της πανδημίας, όπου κατατέθηκε η πρόταση κοινής πολιτικής για την αποτελεσματική αντιμετώπισή της, επίσης από τον ΣΥΡΙΖΑ. Και στις δύο συνεδριάσεις η απομόνωση της κυβερνητικής πλειοψηφίας ήταν ηχηρή και ιδιαίτερα ανησυχητική για το μέγαρο Μαξίμου, καθώς στις αντιπολιτευτικές επιθέσεις αυτές η ΝΔ δεν βρισκόταν απλώς μόνη απέναντι στους άλλους, αλλά και χωρίς ικανοποιητική άμυνα και αντεπίθεση. Τα πραγματικά διακυβεύματα και η αδυναμία της κυβέρνησης να ανταποκριθεί στις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας, για πρώτη φορά δεν μπορούσαν να καλυφθούν από τη συνήθως φιλότιμη προσπάθεια των φιλικών και καλοταϊσμένων μέσων ενημέρωσης. Εσείς τι θα κάνατε, αν βρισκόσασταν μπροστά σε ανάλογη κατάσταση; Τουλάχιστον θα ανησυχούσατε.

 

Η αντίδραση της ΝΔ

 

Η ανησυχία οδήγησε την κυβέρνηση και σε αποφάσεις. Πριν και όχι μόνο την ημέρα ή κατόπιν εορτής. Οι αποστροφές του κ. Μητσοτάκη στις τελευταίες ομιλίες του στη Βουλή, με τις οποίες ανήγγειλε την επιχείρηση καθαίρεσης της αριστεράς από τη δικαιολογημένα προνομιακή θέση της στην Εθνική και την Αντιδικτατορική Αντίσταση, δεν ήταν διατυπωμένες με επιστημονική λεπτότητα, συνοδεύτηκαν με απαξιωτικές διατυπώσεις. Δεν ήταν, όπως φαίνεται, μόνο μια χειρονομία προς την άκρα δεξιά πτέρυγα της ΝΔ, που μιλάει για ιδεολογική ηγεμονία της αριστεράς, η οποία πρέπει να πολεμηθεί σκληρά. Ήταν μια προαναγγελία αλλαγής πολιτικής στάσης. (Ας σημειωθεί ότι ο κ. Χρυσοχοϊδης δέχτηκε τα πυρά της πτέρυγας αυτής λόγω… ήπιας στάσης απέναντι στο ΚΚΕ την περασμένη Τρίτη).

Στον κ. Μητσοτάκη δεν αρκεί πια να επιτίθεται εναντίον του ΣΥΡΙΖΑ σαν εκφραστή της λαϊκιστικής ανευθυνότητας και, αντίθετα, να επαινεί σε κάθε ευκαιρία την υπευθυνότητα του ΚΚΕ. Πιστεύοντας ότι έτσι και υπονομεύει τον πρώτο, και απομονώνει «τιμητικά» το δεύτερο, και υποδαυλίζει τη μεταξύ τους αντιπαράθεση. Τα πράγματα –υγειονομικά, οικονομικά, κοινωνικά - αντιλαμβάνεται πως έχουν ζορίσει τόσο, ώστε τέτοιου είδους τακτικισμοί δεν μπορούν να αναστρέψουν ή να εμποδίσουν τη δυσμενή για τη ΝΔ εξέλιξή τους. Οι πραγματικοί κίνδυνοι από την πανδημία δεν μπορεί για πολύ ακόμα να χρησιμοποιούνται σαν αναστολείς αντιστάσεων και διεκδικήσεων, αργότερα και πιο μαζικών κινητοποιήσεων.

Βάζοντας, λοιπόν, μπροστά το σχέδιο «εμπόριο ελπίδας με το εμβόλιο» προβλέπει ότι, αφενός, θα βρεθεί σε καλύτερη θέση απ’ ό,τι σήμερα στο δεύτερο εξάμηνο του 2021, όμως, αφετέρου, θα του έχει μείνει στο χέρι ο μουτζούρης της παρεπόμενης υφεσιακής κρίσης με όλες τις αρνητικές κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες που έχει η νεοφιλελεύθερη διαχείρισή του τόσο στο υγειονομικό όσο και στο οικονομικό πεδίο. Μήπως είχε έρθει η ώρα της μετάταξης του ΚΚΕ από την κατηγορία των «υπευθύνων» στα «ανεύθυνα» κόμματα, και της κάλυψης της χηρεύουσας θέσης στο επικοινωνιακό σχήμα από τον ΣΥΡΙΖΑ;

 

Ένα σχέδιο που μπορεί να μείνει «επί χάρτου»

 

Με δεδομένη την ανάγκη του ΚΚΕ να αντιδράσει πιο δυναμικά στις προσεχείς συνθήκες και τις δυνατότητές του για κινητοποίηση του λαϊκού παράγοντα, μια τέτοια αναδιάταξη θα ήταν ό,τι πρέπει, τη στιγμή μάλιστα που η κίνηση αυτή θα μπορούσε να αποκόψει, με μια αποτελεσματική προπαγάνδα, τον ΣΥΡΙΖΑ από το αριστερό ακροατήριο. Και να κάνει πιο δύσκολη έως απαγορευτική την προσέγγισή του με το ΚΚΕ. Καλό μοιάζει για σχέδιο επί χάρτου. Θα το αφήσει η πραγματικότητα των κοινωνικών και ταξικών ανταγωνισμών και συγκλίσεων να πραγματοποιηθεί;

Φαίνεται, πάντως, ότι στο ΚΚΕ έχουν λάβει τα μηνύματα και έχουν αποτιμήσει τη σοβαρότητα του κινδύνου από μια συστημική επιχείρηση πολιτικής απομόνωσής του στο χώρο των «ανεύθυνων» και «επικίνδυνων» πολιτικών δυνάμεων. Έτσι θα πρέπει να εξηγηθεί η πρωτοβουλία του για κοινό διάβημα, η οποία δεν μπορεί να θεωρηθεί μια βιαστική απόφαση της στιγμής. Δεν γίνονται έτσι τα πράγματα στον Περισσό. Η άμεση ανταπόκριση του ΣΥΡΙΖΑ δείχνει ότι και στην Κουμουνδούρου δεν υπήρχαν αμφιβολίες για το πώς θα απαντήσουν.

Μετά από έναν τόσο πολύχρονο και εντατικό προπαγανδιστικό πόλεμο εναντίον του «ανεύθυνου λαϊκιστή» ΣΥΡΙΖΑ όπου κυριαρχούν οι νοσταλγοί του 3%, η προπαγάνδα της ΝΔ, όσο ισχυρή κι αν φαντάζει, δεν είναι σε θέση να κάνει απότομη πειστική στροφή 180 μοιρών. Άλλωστε, και με την προηγούμενη γραμμή δεν φάνηκε αποτελεσματική. Πιο λογικό είναι να περιμένει κανείς ένα σημαντικό όφελος για τον ΣΥΡΙΖΑ από τα αριστερά, αλλά και από προοδευτικά τμήματα ψηφοφόρων, που βλέπουν με καλό μάτι τις κινήσεις προσέγγισης, ακόμη και σε επί μέρους ζητήματα, στο κοινοβουλευτικό φάσμα από την αριστερά του κέντρου μέχρι την αριστερά της αριστεράς.

Ποια θα είναι από εδώ και εμπρός η εξέλιξη των πραγμάτων; Η μέχρι στιγμής κοινή στάση απέναντι στην κυβερνητική επιχείρηση δυναμικής καταστολής και πολιτικής συκοφάντησης των τριών κομμάτων (αλλά και του ΚΙΝΑΛ σε ορισμένα σημεία) αφήνει περιθώρια για αισιοδοξία. Αν τα πράγματα έμεναν εκεί, θα ήταν απογοητευτικό. Χρειάζονται πρωτοβουλίες κοινής δράσης, καλλιέργειας, όπου είναι δυνατόν, της συνεννόησης, της συνεργασίας, της κοινής στάσης απέναντι στις κυβερνητικές επιθέσεις. Κανείς δεν έχει να χάσει από αυτά, εκτός από τη δεξιά. Και δεν γίνεται να δοθούν με επιτυχία οι πολιτικοί και κοινωνικοί αγώνες της δύσκολης περιόδου που μας περιμένει, χωρίς αυτή και άλλες προϋποθέσεις. Είναι ορατό διά γυμνού οφθαλμού ότι η κυβέρνηση της ΝΔ έχει σκοπό να μας βγάλει από το τούνελ της πανδημίας σε ένα πολιτικό-νομικό πεδίο αγνώριστο, κι αυτό δεν αποτρέπεται με τους συνήθεις σχεδιασμούς.

 Οι διαφορές δεν θα πάψουν διά μαγείας να υπάρχουν, ούτε θα εξαλειφθούν ολοκληρωτικά. Η εμπειρία, όμως, που έχουμε, και στην Ευρώπη, μας δείχνει ότι μπορούν να συμβούν ακόμα και πράγματα που φάνταζαν αδύνατα. Δεν είναι θέμα καλής θέλησης, είναι επιταγή των καιρών. Και για να μιλήσουμε με όρους ποδοσφαιρικούς, η μπάλα τώρα βρίσκεται στα πόδια της Κουμουνδούρου. Για μελετημένες μπαλιές, όχι άστοχα χτυπήματα.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2020 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet