Στον εύφορο και ευλογημένο τόπο, τα Χανιά, υπήρχαν κάποτε άνθρωποι που κατάφεραν να σπουδάσουν τα παιδιά τους και να τα… προικίσουν αξιοποιώντας καλλιέργειες όπως τα εσπεριδοειδή ή οι ελιές. Οι καιροί άλλαξαν, οι σπουδές ακόμα κοστίζουν, η προίκα έχει μάλλον ξεπεραστεί και η φυτική παραγωγή στο νομό Χανίων έχει αλλάξει εντελώς εικόνα. Κυρίαρχη καλλιέργεια παραμένει η ελιά, αλλά τα εσπεριδοειδή –τα κρητικά μανταρίνια και πορτοκάλια– βρίσκονται σε φθίνουσα πορεία. Οι κούτες με εσπεριδοειδή που ταξίδευαν σε συγγενείς στην πρωτεύουσα με το πλοίο της γραμμής είναι πια σπάνιο φαινόμενο.

Αντίθετα, το αμπέλι γνωρίζει στο νομό, τα τελευταία χρόνια, άνθηση –ποιοτική περισσότερο παρά ποσοτική–, με νέους ανθρώπους να μπαίνουν στην παραγωγή και να ανεβάζουν ψηλά τον πήχη. Παράλληλα, νέες καλλιέργειες έχουν εισαχθεί, όπως το αβοκάντο, αλλά κινδυνεύουν να υποστούν κι αυτές τα ίδια στρατηγικά ελλείμματα με τις προηγούμενες. 

 

Η καλλιέργεια της ελιάς, δεν είναι υπερβολή να ειπωθεί ότι, περνάει πολλαπλή κρίση με κίνδυνο εγκατάλειψης μεγάλων εκτάσεων. Η Κρήτη υπήρξε βασικός πυλώνας της ελληνικής παραγωγής ελαιολάδου –παράγει περίπου το 1/3 του ελληνικού συνόλου– και μάλιστα με υψηλής ποιότητας έξτρα παρθένο παραγόμενο προϊόν. Αν και ο ποιοτικός ανταγωνισμός είναι μεγάλος, το κρητικό ελαιόλαδο, παρότι έχει γνωρίσει ποσοτικά πτώση, παραμένει διακεκριμένο ποιοτικά. Όμως, το υψηλό κόστος παραγωγής, οι χαμηλές τιμές και ο μεγάλος ανταγωνισμός από μεσογειακές χώρες, με κυρίαρχες χώρες την Ισπανία, το Μαρόκο, την Τυνησία κ.ά., καθιστούν ασύμφορη οικονομικά την παραγωγή ελαιόλαδου. Επιπλέον, η φετινή χρονιά με παρούσα την πανδημία του κορονοϊού, έδωσε χαριστική βολή στο ζήτημα των εργατικών χεριών για το λιομάζωμα, αφού σε μεγάλο βαθμό οι εργάτες έρχονται από γειτονικές χώρες. Αξίζει να σημειωθεί ότι η κλιματική αλλαγή και οι διαφοροποιημένες συνθήκες θερμότητας και υγρασίας που επιφέρει, δημιουργούν πρόβλημα στην καλλιέργεια της ελιάς –και όχι μόνο– με έξαρση της προσβολής από δάκο και παρουσία μυκήτων, που με τη σειρά τους ρίχνουν την ποιότητα του παραγόμενου ελαιόλαδου.

Η καλλιέργεια εσπεριδοειδών έχει γνωρίσει τεράστια πτώση ακολουθώντας την κατηφόρα που έχουν διαγράψει οι τιμές του προϊόντος, με τεράστιες εκτάσεις καλλιεργειών να έχουν ήδη εγκαταλειφθεί. Ωστόσο, πρόκειται για μια καλλιέργεια που δεν έχει κλείσει τον κύκλο της, όσον αφορά ποικιλίες που απευθύνονται στην εσωτερική αγορά και ιδιαίτερα κατά την τουριστική περίοδο. Παρότι, τα εσπεριδοειδή είναι πολύ ψηλά στη διατροφική λίστα διεθνώς και η ζήτηση παραμένει υψηλή, ο παγκόσμιος ανταγωνισμός συμπίεσε τις τιμές πάρα πολύ, αλλά και την ποιότητα του τυποποιημένου προϊόντος – με παγοκολόνες χυμού, από χώρες όπως η Αργεντινή και η Βραζιλία, να έχουν μπει δυναμικά στην αγορά.

Με μεγάλη συχνότητα πλέον, στη θέση των εκτάσεων που καλλιεργούνταν εσπεριδοειδή έχουν φυτευτεί τα τελευταία χρόνια αβοκάντο. Πρόκειται για μια νέα σχετικά καλλιέργεια που θα μπορούσε να δώσει καλή ποσοτικά και ποιοτικά παραγωγή στο νομό και αντίστοιχα καλό εισόδημα στους παραγωγούς. Ωστόσο, χωρίς στήριξη από το κράτος και σχεδιασμό από κρατικά ερευνητικά ιδρύματα υπάρχει φόβος ότι μπορεί σύντομα να ακολουθήσει τη διαγεγραμμένη πορεία προηγούμενων καλλιεργειών.

Έχει σημασία, λόγω και του σημείου ανόδου που βρίσκεται αυτή η καλλιέργεια, να επισημανθεί ότι μεγάλο έλλειμμα της φυτικής παραγωγής στη χώρα μας αποτελεί η αποψίλωση και σίγαση ερευνητικών κέντρων, όπως το Ινστιτούτο Ελιάς Υποτροπικών Φυτών και Αμπέλου στα Χανιά. Κατά τη θητεία της προηγούμενης κυβέρνησης έγινε προσπάθεια να δοθεί έμφαση στη στελέχωσή τους και να αποδοθεί ο ρόλος που τους αναλογεί στον τομέα της έρευνας. Ωστόσο, η εγκατάλειψη που βίωσαν και οι συνεπακόλουθες συνέπειες, ειδικά στη δενδροκομία, θέλουν χρόνο να αναστραφούν, ώστε να φτάσουν σε σημείο που να μπορούν να τροφοδοτήσουν έμπρακτα και δυναμικά το σχεδιασμό νέων καλλιεργειών. Γι’ αυτό η ενδυνάμωσή τους οικονομικά και σε ανθρώπινο δυναμικό αποτελούν βήματα που, αν τώρα αναστραφούν, θα στιγματίσουν για δεκαετίες το μέλλον της φυτικής παραγωγής στο νομό. Την ίδια στιγμή, ερευνητικά συμπεράσματα της παγκόσμιας επιστημονικής κοινότητας δεν αξιοποιούνται σε τέτοιο βαθμό, ώστε να αντιστρέφουν το χρόνιο έλλειμμα των εγχώριων ερευνών.

Το κενό που δημιουργείται έχει βαθύνει τόσο, ώστε να μην υπάρχει τεχνολογικά σύγχρονο πολλαπλασιαστικό υλικό με κατάλληλα υποκείμενα (κλωνικά και σπορόφυτα), καθώς και νέες ποικιλίες, δενδρύλλια για την ανάπτυξη καλλιεργειών, με αποτέλεσμα να αναζητείται από τους παραγωγούς στο εξωτερικό, για παράδειγμα στην Ισπανία, σε πολλαπλάσιες τιμές. Αν μπορέσει να ανατραπεί αυτό το κλίμα και δοθεί η απαιτούμενη στήριξη, ανερχόμενη δενδροκαλλιέργεια, ειδικά για τα νότια του νομού, θα μπορέσει να αποτελέσει το μάνγκο, αλλά και άλλες τροπικές καλλιέργειες.

Παράλληλα, σε ορεινές περιοχές του νομού, τα τελευταία χρόνια, γίνονται προσπάθειες για καλλιέργεια ενδημικών βοτάνων και αρωματικών, όπως το δίκταμο, η ρίγανη και η μαλοτίρα, η λεβάντα, με παράλληλη άνθηση μονάδων για εκχύλιση αιθέριων ελαίων. Σταθερή καλλιέργεια στο νομό Χανίων αποτελούν τα κηπευτικά. Εδώ οι βιολογικές καλλιέργειες παρουσιάζουν μια σχετική αύξηση διατηρώντας ωστόσο μικρό ποσοστό της συνολικής παραγωγής.

Επιχειρώντας να δούμε συνολικά την εικόνα της φυτικής παραγωγής στο νομό, δύο συμπεράσματα φαίνεται να αναδεικνύονται: Η εγκατάλειψη, ήδη από τη δεκαετία του ’90, της έρευνας και των ερευνητικών κέντρων αποτελεί διαρκές τραύμα, που απαιτεί πολύ χρόνο και επιμονή για να επουλωθεί. Εδώ είναι απολύτως απαραίτητο να μην γίνουν βήματα προς τα πίσω, αντίθετα να ενδυναμωθεί ο βηματισμός προς τα εμπρός. Εξίσου, αν όχι περισσότερο, σημαντική είναι η απουσία της συλλογικής οργάνωσης των παραγωγών, συνεταιρισμών ή δικτύων. Αν υπήρχε αυτή η δομή οργάνωσης θα μπορούσε να δώσει ώθηση στην οικοδόμηση ενός φορέα, ο οποίος μέσα από προγράμματα ευρωπαϊκά να αποφέρει την επιστημονική ερευνητική στήριξη και να καταφέρει να ισορροπήσει και το παραπάνω έλλειμμα, αλλά και άλλα διαρκή ελλείμματα, όπως το μάρκετιγκ και η τυποποίηση, τομείς που τα ελληνικά προϊόντα υστερούν και μάλιστα έναντι υποδεέστερων ποιοτικά προϊόντων, που τελικά κερδίζουν τη μεγαλύτερη μερίδα στην αγορά.
Είναι γεγονός, πάντως, ότι και ο νομός Χανίων σήμερα βιώνει τη χρόνια απαξίωση του αγροτικού τομέα και την παράλληλη μονοκαλλιέργεια του τουρισμού.

Γιώργος Καλλιτεράκης Ο Γιώργος Καλλιτεράκης είναι γεώπονος και πρόεδρος του Συνεταιρισμού παραγωγών βιολογικών προϊόντων Χανίων. Περισσότερα Άρθρα
Πρόσφατα άρθρα ( Περιβάλλον )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2020 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet