Πώς θα αλλάξουμε την Ευρώπη;



Οι εξελίξεις στην Ελλάδα, η υποχώρηση της κυβέρνησης στον εκβιασμό των δανειστών και η υπογραφή της νέας συμφωνίας με το τρίτο μνημόνιο, έδωσαν νέο βάθος στη συζήτηση που ήδη είχε ανοίξει στην Ευρώπη με την εμφάνιση του «φαινομένου ΣΥΡΙΖΑ» και τη συγκρότηση κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ - Οικολόγων στην Αθήνα.
Στη συζήτηση αυτή, που συνεχίζεται με ιδιαίτερη ένταση, ήταν αναμενόμενο να πάρει μέρος ο Ετιέν Μπαλιμπάρ, που παρακολουθεί από κοντά όλες αυτές τις εξελίξεις εδώ και πολλά χρόνια. Τα ερωτήματα που θέτει από τη θέση του οπαδού μιας «άλλης Ευρώπης», έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Με το συστηματικό τρόπο που αναλύει τα γεγονότα και εκθέτει τις απόψεις του πάντοτε συμβάλλει σε μια επιχειρηματολογημένη συζήτηση, χωρίς εύκολες συνθηματοποιήσεις.
Δημοσιεύουμε σήμερα το πρώτο μέρος της παρέμβασής του. Στο δεύτερο και τελευταίο, που θα φιλοξενήσουμε στο επόμενο φύλλο της «Εποχής», ο Ετιέν Μπαλιμπάρ πραγματεύεται το θέμα της δυνατότητας μιας Ευρώπης, που θα είναι εναλλακτική πρόταση στη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση, τη δυνατότητα οικοδόμησης στην Ευρώπη μιας δημοκρατίας διεθνικής ως διάδοχης κατάστασης στις εθνικές δημοκρατίες και τις διάφορες κυριαρχίες (εθνικές, κρατικές, λαϊκές). Τέλος, θέτει και το ερώτημα της συγκρότησης και ανάπτυξης ενός «ευρωπαϊκού κόμματος» και ενός «ευρωπαϊκού κινήματος», που θα ενώνουν τα εθνικά πολιτικά και κοινωνικά υποκείμενα με στόχο τη νέα Ευρώπη. 


Πρόθεσή μου είναι μια απόπειρα συστηματοποίησης, παρά τον κίνδυνο να οδηγηθώ σε απλουστεύσεις, των υποθέσεων που κάνω προκειμένου να κατανοήσω πώς διαρθρώνονται οι διαφορετικές συνιστώσες της κρίσης που διαπερνά το «ευρωπαϊκό οικοδόμημα», προσπαθώντας παράλληλα να ενσωματώσω σ’ όλα αυτά το σχέδιο ριζικού μετασχηματισμού για το οποίο, στη μεγάλη μας πλειοψηφία, έχουμε δεσμευθεί. Θα το επιχειρήσω σε δέκα σημεία, καθένα από τα οποία θα άξιζε, προφανώς, να αναπτυχθεί ακόμα περισσότερο, και με την ελπίδα να προκαλέσω όχι την συστράτευση με τις θεωρίες και τις θέσεις μου που διατυπώνονται εδώ, αλλά την ανταλλαγή απόψεων πάνω σ’ αυτή τη βάση και πέρα απ’ αυτή.

1. Η στιγμή

Ξεκινώντας οφείλω να υπενθυμίσω, παρ’ ότι όλοι μας το έχουμε κατά νου, πως η στιγμή κατά την οποία διεξάγεται η συζήτησή μας είναι μια κρίσιμη στιγμή, δύο όψεις της οποίας έχουν απασχολήσει την επικαιρότητα κατά τις τελευταίες εβδομάδες. Αναμφίβολα, δεν είναι διόλου τυχαίο πως το σημείο σύγκλισης και των δύο βρίσκεται στην Ελλάδα, εξαιτίας όλων όσων υφίσταται και όλων εκείνων που συνέβησαν εκεί.
Από τη μια πλευρά, είχαμε την έκβαση των «διαπραγματεύσεων» που διεξήχθησαν μεταξύ της ελληνικής κυβέρνησης υπό την ηγεσία του Αλέξη Τσίπρα και, από την άλλη, των ευρωπαϊκών «θεσμών», με τις ανατροπές της κατάστασης που όλοι γνωρίζουμε. Αντίθετα με κάποιους από τους φίλους μας, εγώ δεν μιλώ για «συνθηκολόγηση», γιατί «συνθηκολογώ» σημαίνει πως ρίχνω τα όπλα καταγής και εγκαταλείπω τη μάχη. Δεν νομίζω ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με κάτι τέτοιο. Πιστεύω ότι θα πρέπει, εν τούτοις, να μιλάμε για βαριά ήττα, για τον ΣΥΡΙΖΑ και για τον ελληνικό λαό, άρα και για την υπόθεση της «άλλης Ευρώπης» στο σύνολό της. Πρόκειται για μια ήττα που διαμορφώνει ιδιαίτερα δύσκολη κατάσταση, εξαιτίας των αντικειμενικών και υποκειμενικών συνεπειών της, και επομένως δεν θα ωφελούσε σε τίποτα να αποκρύψουμε πως κάνει το μέλλον να φαντάζει πολύ αβέβαιο.
Από την άλλη πλευρά, υπήρξε η συνεχής επιδείνωση και η ξαφνική έκρηξη του δράματος των προσφύγων και των μεταναστών, που συνωθούνται στις πόρτες της Ευρώπης με αντίτιμο χιλιάδες νεκρούς και συνθήκες αβάσταχτης δυστυχίας. Θα έλεγε κανείς ότι πρόκειται για το μεγαλύτερο κύμα αιτούντων πολιτικό άσυλο και ανθρώπων ξεριζωμένων μετά τα επακόλουθα του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου. Σ’ αυτές τις συνθήκες ανθρωπιστικής καταστροφής, η Ευρωπαϊκή Ένωση αποδεικνύει την ανικανότητά της να ξεπεράσει τις εσωτερικές της διαμάχες και να εξουδετερώσει τον εκβιασμό που ασκούν τα ξενοφοβικά κινήματα, προκειμένου να οργανώσει την υποδοχή όσων, στην Αφρική και τη Μέση Ανατολή, τρέχουν για να ξεφύγουν από καταστάσεις για τις οποίες ευθύνεται εν μέρει κι εκείνη.
Η πολυπλοκότητα του πολιτικού τοπίου που προκύπτει απ’ όλα αυτά, σημαδεύεται από το γεγονός ότι η Γερμανία, δύναμη «ηγεμονική» στην Ευρώπη, που έπαιξε κεντρικό ρόλο στη συντριβή των αιτημάτων του ελληνικού λαού, αποτελεί επίσης, είτε το θέλουμε είτε όχι, το μόνο ευρωπαϊκό κράτος που αντιμετωπίζει το ζήτημα των προσφύγων με μια στοιχειώδη λογική και ανθρωπιά. Ωστόσο, η γενική εντύπωση είναι πως το ευρωπαϊκό οικοδόμημα έχει φθάσει σε απόλυτο αδιέξοδο, και όσον αφορά το πρόταγμα της δημοκρατίας που θα εξασφάλιζε ευημερία στους λαούς της, αλλά και ως προς τη συνεισφορά της στη δημιουργία ενός καλύτερου κόσμου. Ας μη μας ξαφνιάζει, λοιπόν, το γεγονός ότι, σ’ αυτές τις συνθήκες, «η ευρωπαϊκή ιδέα» αντιμετωπίζεται με αυξανόμενη δυσαρέσκεια και οι θεσμοί που την υλοποιούν σημειώνουν απώλεια της θεμελιώδους νομιμοποίησης.

2. Η άποψη

Πριν περάσω σε λεπτομέρειες, θα διευκρινίσω την άποψή μου, που οδηγεί στην περιγραφή των όσων προτείνω και στις πολιτικές συνέπειες που πιστεύω ότι μπορούν να επιφέρουν. Ασφαλώς και δέχομαι την αμφισβήτηση, ακόμη και την απόρριψή της, υπό τον όρο πως δεν θα γίνεται από τη σκοπιά υπεράσπισης του status quo. Για να μην μακρηγορώ, θα έλεγα ότι η άποψη αυτή ανήκει στον «αριστερό ευρωπαϊσμό». Είναι αυτός ο οποίος στιγματίστηκε από ορισμένους φίλους και συντρόφους κατά την τελευταία περίοδο ως αντίδραση στις εξελίξεις που σημειώθηκαν στην ελληνική κρίση αλλά και στις θέσεις, που μαζί με άλλους θεώρησα ότι θα μπορούσα να υπερασπιστώ αναφορικά μ’ αυτό το θέμα. [1]
Η ετικέτα του ευρωπαϊστή, που προβάλλει ίσως κάπως δυσφημιστική στις μέρες μας, προϋποθέτει ότι η υποστήριξη του ευρωπαϊκού οικοδομήματος θα επέβαλε ακαριαία και το ασφυκτικό περίβλημα μιας ενιαίας συλλογιστικής. Θα οδηγούσε στην υποταγή στους κανόνες και τις κατευθυντήριες γραμμές της νεο-φιλελεύθερης Ευρώπης. Αντιθέτως, αυτό που θέλω να υπογραμμίσω περισσότερο από ποτέ υπερασπιζόμενος τον «αριστερό ευρωπαϊσμό», είναι πως, σήμερα, υπάρχουν δύο δρόμοι στην Ευρώπη και για την Ευρώπη. Αυτή είναι και η θέση που υπερασπίστηκε με περισσή ευφράδεια και ο Αλέξης Τσίπρας, στο άρθρο του που δημοσιεύθηκε τον Μάιο του 2017 στη Le Monde, το οποίο είχε μεγάλο αντίκτυπο. [2] Αυτή η θέση ακούγεται στ’ αυτιά μου πάντοτε επίκαιρη (θα έλεγα μάλιστα ακόμη περισσότερο μετά τις τελευταίες περιπέτειες), παρ’ όλο που παραδέχομαι ότι δεν είναι εύκολο να προσδιορίσουμε επακριβώς το περιεχόμενο αυτών των δύο δρόμων και να περιγράψουμε τους συγκεκριμένους όρους και προϋποθέσεις που ορίζουν αυτή την «αλλαγή κατεύθυνσης».
Θα πάρω ως αφετηρία την πρόσφατη ετυμηγορία του Πιέρ Καλφά (προέδρου του Ιδρύματος Κοπέρνικος) για τα μαθήματα που μπορούμε να αντλήσουμε από την ελληνική εμπειρία. [3] Ο Καλφά χρησιμοποιεί τον όρο «συνθηκολόγηση» για να χαρακτηρίσει την αποδοχή των όρων του Μνημονίου της 13ης Ιουλίου, πράγμα που εγώ δεν θα κάνω, ωστόσο χαρακτηρίζει τον προσανατολισμό της ελληνικής κυβέρνησης μ’ έναν τρόπο που θεωρώ δίκαιο. Είχε να κάνει με την ταυτόχρονη επιδίωξη δύο στόχων: την απόρριψη της λιτότητας και της υπερχρέωσης εις το διηνεκές, και την παραμονή της Ελλάδας στη ζώνη του ευρώ. Για να επιτευχθούν αυτά τα δύο, έπρεπε να εξασφαλίσει από την Ευρώπη «συμβιβασμούς». Εκείνη όμως τους απέρριπτε άνευ όρων: όχι για λόγους οικονομικούς (συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που άπτονται της συνετής δημοσιονομικής διαχείρισης του χρέους που είχε καταστεί «δυσβάσταχτο»), αλλά για λόγους ιδεολογικούς και πολιτικούς. Ακριβέστερα, επεδίωκε, μέσω του ΣΥΡΙΖΑ, να καταφέρει μια ήττα σ’ ολόκληρο το κίνημα αμφισβήτησης των πολιτικών λιτότητας στην Ευρώπη. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η κυβέρνηση Τσίπρα, που, για να δηλώσει την ευρωπαϊκή καλή της θέληση, είχε «απαγορεύσει» στον εαυτό της τη λήψη ή την πρόβλεψη μέτρων μονομερών (ή «ρήξης»), βρέθηκε σε θέση αδυναμίας και κατευθύνθηκε ολοταχώς προς την ήττα.
 Από την πλευρά μου, λοιπόν, θα πρότεινα, παίρνοντας ως αφετηρία την ίδια υπόθεση εργασίας (το διπλό στόχο), ένα διαφορετικό συμπέρασμα: τα στοιχεία αποδεικνύουν πως δεν μπορεί να υπάρξει στρατηγική προς όφελος της «άλλης Ευρώπης», που να μην βασίζεται σε μια αλλαγή των δομών (ιδιαίτερα των δομών συλλογικών αποφάσεων), πράγμα που προϋποθέτει αντίστοιχα μια αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων σε παγκόσμιο επίπεδο, σε μια κλίμακα που διαλαμβάνει ολόκληρη την Ευρώπη και την πλειοψηφία της κοινής γνώμης της. Θα μου πουν: φοβερή ανακάλυψη! Αυτό είναι απόλυτη ταυτολογία! Πού και πώς, κάτω από ποιες προοπτικές θα μπορούσε να επέλθει αυτή η αλλαγή σε παγκόσμιο επίπεδο; Όπως όλοι εμείς, έτσι κι εγώ ψάχνω την απάντηση και, πρώτα απ’ όλα, προσπαθώ να καταλάβω τι συμβαίνει.

3. Η «άλλη Ευρώπη»

Θα επαναλάβω, λοιπόν, από την πλευρά μου το σύνθημα της ‘άλλης Ευρώπης’, πίσω από το οποίο στοιχήθηκαν ουκ ολίγες κινητοποιήσεις της τελευταίας περιόδου. Αυτό που επιβεβαιώνει, πρώτα και κύρια, είναι πως υπάρχουν εναλλακτικές, και πως αυτές, μέσα στην αναπόφευκτη πολυπλοκότητά τους, συγκεντρώνονται στους κόλπους μιας μείζονος εναλλακτικής λύσης. Από τη μία η νεοφιλελεύθερη Ευρώπη, δηλαδή εκείνη την οποία ο νεοφιλελευθερισμός (ο οποίος, ας μην ξεχνάμε, αποτελεί πολιτική και όχι απλώς οικονομική «θεωρία») καθορίζει με απόλυτο εξαναγκασμό, μέσω της αποδόμησης των κοινωνικών δικαιωμάτων, της κοινωνικής πολιτικής, των αξιών της αλληλεγγύης, για να την προσαρμόσει στην οικονομική παγκοσμιοποίηση. Από την άλλη, η δημοκρατική Ευρώπη, ή καλύτερα η Ευρώπη του εκδημοκρατισμού (που περιλαμβάνει την επαναξιολόγηση και τον επαναπροσδιορισμό της «κοινωνικής Ευρώπης», αφού η άρνηση των κοινωνικών διαστάσεων της ιδιότητας του πολίτη βρίσκεται στο επίκεντρο των στρατηγικών «απο-δημοκρατισμού»).
     Η πρώτη, κατά γενική ομολογία, είναι πιο πραγματική από την άλλη, γιατί παίρνει σάρκα και οστά μέσα από ένα πελώριο σύστημα δομών, θεσμών, ηγεμονικών θέσεων. Η δεύτερη είναι ακόμη σε μεγάλο βαθμό εικονική, γιατί δεν υπάρχει παρά μόνο υπό τη μορφή ετερογενών αντιδράσεων και πρωτοβουλιών, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι ουτοπική ή ότι αντιπροσωπεύει ένα κενό «ιδεώδες». Γιατί η δυνητική της ύπαρξη παραπέμπει στις πολύ υπαρκτές αντιφάσεις της πρώτης. Θα έλεγα, λοιπόν, πως αυτή τη στιγμή η δημοκρατική Ευρώπη αποσυντίθεται από τους θεσμούς και τις πολιτικές της νεοφιλελεύθερης Ευρώπης, αλλά η ανασύνθεση, ή η «θεσμοθέτησή» της, ενόσω η κρίση εξακολουθεί να ξεδιπλώνεται, δεν είναι κάτι το αδιανόητο. [4]
Σ’ αυτό το προκαταρκτικό στάδιο, ας προσθέσουμε δύο διευκρινίσεις.
Καταρχάς, η ερμηνεία αυτή δεν αποκτά νόημα παρά μόνο όταν αρχίσουμε να παραδεχόμαστε ότι στην Ευρώπη σήμερα κυριαρχεί το στοιχείο του μη αναστρέψιμου. Το θέμα είναι να μάθουμε ως ποιο βαθμό ισχύει και τι μπορούμε να περιμένουμε απ’ αυτό. Φυσικά, μπορούμε να πούμε πως, σε γενικές γραμμές, τίποτα δεν είναι μη αναστρέψιμο στην ιστορία, ούτε καν οι δομές και οι εξελίξεις που φαινόταν ότι θα κρατήσουν για πάντα. Η ΕΣΣΔ, ως «μετα-εθνικό» πολιτικό οικοδόμημα ή ο «υπαρκτός σοσιαλισμός» ως πολιτικο-οικονομικό σύστημα, δεν ήταν μη αναστρέψιμα, και αυτό κατέστη σαφές εκ των υστέρων. Γιατί να μην είναι, λοιπόν, και το ευρωπαϊκό οικοδόμημα με την «υλική του υπόσταση», που είναι εμπνευσμένη από τις αρχές του νεοφιλελευθερισμού; Ωστόσο, από μια άλλη πλευρά, μετά από 60 χρόνια, το ευρωπαϊκό οικοδόμημα έχει αλλάξει την κοινωνία και τα ίδια τα έθνη τόσο καθοριστικά, που δεν υπάρχει πλέον καμία πιθανότητα επιστροφής στο προηγούμενο καθεστώς: η ιδέα της επιστροφής σε κράτη εθνικά ανεξάρτητα, είτε με τρόπο καθοριστικό, είτε εκ των προτέρων, για να «ξαναχτιστεί» η ένωση σε βάσεις «υγιείς» αυτή τη φορά, είναι ένας επικίνδυνος μύθος.
Το ενδεχόμενο να «γκρεμίσουμε» την Ευρώπη (έστω κι αν ήταν για να «ξαναχτίσουμε» μια καλύτερη) δεν θα μπορούσε παρά να έχει καταστροφικές συνέπειες για τους λαούς και τα κράτη της. Είναι όμως γεγονός πως η ανάγκη να μάθουμε τον τρόπο με τον οποίο εξελίσσεται αυτό το «μείγμα» εθνικών ιδιαιτεροτήτων και υπερεθνικής ενότητας που αποτελεί πλέον η Ευρώπη, είναι ένα ζήτημα που παραμένει ανοιχτό. Η ιδέα τού μη αναστρέψιμου, αν απέκλειε τις αλλαγές κατεύθυνσης, τις αλλαγές που πρόκειται να έρθουν, θα γινόταν κι εκείνη με τη σειρά της ακατανόητη και καταπιεστική.
Και εδώ είναι που προβάλλει η ανάγκη μιας δεύτερης διευκρίνισης. Είναι ρεαλιστική η υπόθεση η ανάγκη πως στην Ευρώπη του σήμερα δεν ισχύει το απαράβατο των κανόνων και των δομών, αλλά το ενδεχόμενο να μην υπάρχει πλέον status quo, ούτε σε κοινωνικό επίπεδο, αλλά ούτε και σε επίπεδο θεσμών. Δεν χρειάζεται να είναι κανείς μάντης για να κάνει το συλλογισμό πως βρισκόμαστε στο κατώφλι νέων αποφασιστικών αλλαγών, εφ’ όσον οι ίδιες οι ηγέτιδες δυνάμεις δεν μπορούν και δεν θέλουν πλέον να «κυβερνούν όπως πριν». Αυτό φανερώνουν οι προτάσεις συγκέντρωσης ή μετάθεσης των εξουσιών που ακούγονται ολοένα και πιο επίμονα μετά τη «διευθέτηση» της ελληνικής κρίσης (στην οποία, στην πραγματικότητα, ελάχιστοι ευρωπαίοι αξιωματούχοι πιστεύουν): και, από όλα αυτά τα σχέδια, το πιο συνεκτικό και το πιο επιθετικό είναι το «σχέδιο Σόιμπλε» για την πολιτική αυτονόμηση και θεσμοθέτηση της ευρωζώνης, που έρχεται να επισημοποιήσει αυτό που με τρόπο αυτοσχέδιο υιοθετήθηκε κατά την «προσπάθεια επίλυσης της ελληνικής κρίσης» και αναπαράγει το σχέδιο περί «σκληρού ευρωπαϊκού πυρήνα», το οποίο είχε προτείνει παλαιότερα ο ίδιος αξιωματούχος των Χριστιανοδημοκρατών. [5]
Όλα αυτά επιβεβαιώνουν όχι μόνο ότι οι αντιφάσεις έρχονται στο φως, αλλά και ότι είναι πολυάριθμες. Το μείζον ερώτημα, λοιπόν, για το αμέσως επόμενο διάστημα είναι να μάθουμε ποιος θα έχει τη δυνατότητα να προσδιορίσει την «κυρίαρχη αντίφαση» και να τη χρησιμοποιήσει για να «ξανασχεδιάσει» την Ευρώπη με καινούργιες γραμμές. Οι δημοκρατικές δυνάμεις δεν είναι καταδικασμένες από τη φύση τους να παρακολουθούν ως απλοί θεατές αυτές τις αναμετρήσεις. Το σύνολο των χαρακτηριστικών της δεδομένης ιστορικής στιγμής ανταποκρίνεται με μεγάλη ακρίβεια στην κατάσταση την οποία, σε διαφορετικό πλαίσιο, ο Γκράμσι είχε ονομάσει «μεσοβασιλεία» (interregnum), κατά το οποίο οι παλαιές δομές είναι ήδη απαρχαιωμένες, ενώ οι καινούργιες δομές δεν έχουν ακόμη γεννηθεί (ή αποκρυσταλλωθεί).

4. «Εσωτερικός» ή «εξωτερικός» μετασχηματισμός;

Μια εξίσου έντονη διαμάχη, που προέκυψε κατά την πολύμηνη συζήτηση της «ελληνικής» κρίσης, περιστρέφεται γύρω από το ζήτημα εάν ένας πολιτικός οργανισμός, όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση, μπορεί να μετασχηματισθεί εσωτερικά, χωρίς να υπάρξει ρήξη με τους κανόνες λειτουργίας του και με το consensus που οι κανόνες αυτοί απαιτούν. Η διαμάχη αυτή είναι σφοδρή, γιατί προϋποθέτει όχι μόνο μια ετυμηγορία όσον αφορά τις τακτικές, τις «αυστηρές» ή «συμβιβαστικές» συμπεριφορές του πρόσφατου παρελθόντος, αλλά και την ανάλυση των ίδιων των θεσμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και την πιθανότητα ή μη να υποστούν μετασχηματισμούς ή μεταρρυθμίσεις αντίθετες προς στους στόχους που είναι ενσωματωμένοι στη λειτουργία τους (ιδιαίτερα με την ανάπτυξη μιας ορισμένης μορφής καπιταλισμού). Μια διαμάχη που ξαναφέρνει στο προσκήνιο κάποια από τα παλαιότερα ζητήματα επαναστατικής πολιτικής, τα οποία όμως ξανατίθενται κάθε φορά με νέους όρους.
Η αίσθησή μου είναι πως, για να καταλήξουμε σε μια απόφαση, πρέπει να επανεξετάσουμε την πολύ απλή, μη διαλεκτική διάκριση μεταξύ του «έσω» και του «έξω». Στο σημείο αυτό θα δώσω τον λόγο τον Ροζέ Μαρτελί, ο οποίος, σε πρόσφατο σχόλιό του, ζητούσε να μην συγχέουμε τη «λογική» της λειτουργίας ενός πολιτικοκοινωνικού συστήματος με το ίδιο το σύστημα: « Ας σταματήσουμε, λοιπόν, να επαναλαμβάνουμε μέχρις αηδίας πως, όσοι αγωνίζονται εδώ και χρόνια για μια άλλη Ευρώπη, τρέφουν την αυταπάτη πως το ισχύον ευρωπαϊκό πλαίσιο μπορεί να μετασχηματισθεί, χωρίς να θιγούν οι θεμελιώδεις μηχανισμοί του. Πρέπει εδώ να προσθέσουμε πως, όσοι μάχονται εκ των έσω σε έναν θεσμό, όποιος κι αν είναι αυτός, μοιράζονται την απλοϊκή πεποίθηση πως οι κοινωνίες εκμετάλλευσης και επικυριαρχίας μέσα στις οποίες λειτουργούν, μπορούν να μετασχηματισθούν χωρίς να τεθούν εν αμφιβόλω οι θεμελιώδεις λογικές που τις διέπουν. Άρα, η επιθυμία δράσης στο εσωτερικό ενός συστήματος δεν σημαίνει υποχώρηση στους ‘περιορισμούς’ του (…) Το αντίθετο, μάλιστα: όταν λέμε ότι θέλουμε μιαν άλλη Ευρώπη, εννοούμε, κατά κυριολεξία, πως αυτή που υπάρχει δεν είναι κατά βάθος αποδεκτή και, επομένως, ότι πρέπει να απεγκλωβιστεί από τη λογική μέσα στην οποία ασφυκτιά. Να απεγκλωβιστεί από τη λογική, όχι από την Ευρώπη… » [6]
Με άλλα λόγια, πως δεν υπάρχει άλλος δρόμος μετασχηματισμού –ούτε καν μερικού– της καπιταλιστικής, νέοφιλελεύθερης Ευρώπης, από την εκμετάλλευση των ίδιων των αντιφάσεών της. Μπορεί να είναι σωστό, ωστόσο, δεν απαντά στο ερώτημα εάν πρέπει, προκειμένου να φθάσει κανείς εκεί, να υποταχθεί στους θεσμικούς κανόνες (ή σε ποιους κανόνες). Ωστόσο, η πρόσφατη πολύμηνη εμπειρία αποδεικνύει πως αυτοί ακριβώς οι «κανόνες» δεν είναι τίποτα περισσότερο από την αποκρυστάλλωση κάποιων συσχετισμών (πολιτικών) δυνάμεων ανάμεσα σε αντικρουόμενα συμφέροντα, αφού για να αναγκάσεις κάποιον που σε ωθεί σε αλλαγές να τηρήσει τους κανόνες, πρέπει απαραίτητα να ασκήσεις βία (και, όπως είχε πει ο Γιάνης Βαρουφάκης, η δύναμη των τραπεζών σήμερα δεν υστερεί ούτε σε μέγεθος ούτε σε βία από εκείνη των τανκς χθες»).[7] Όπως είναι επίσης αλήθεια ότι οι θεσμοί (ή οι «κανόνες», που επιβάλλονται από τον νόμο, επικυρώνονται, έστω και τύποις, από δημοκρατικές διαδικασίες) αντιτίθενται και οι ίδιοι στη διαμαρτυρία. Γι’ αυτό και, τις περισσότερες φορές, για να κλονισθούν απαιτείται η συστράτευση αντιφατικών δυνάμεων και συμφερόντων, που τους θεωρούν αβάσταχτους. Κι αυτό περιλαμβάνει πιθανότητες και κινδύνους ανατροπής προς πολλές κατευθύνσεις, οι οποίες ενίοτε είναι διαμετρικά αντίθετες μεταξύ τους. Επομένως, έχει σημασία να γνωρίζουμε πρωτίστως ποιες είναι οι δυνάμεις εκείνες που θέτουν σήμερα υπό αμφισβήτηση κάποιους «κανόνες» λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, από τους οποίους άλλοι είναι θεσμοθετημένοι και άλλοι όχι.
Ωστόσο, η αναγκαία διάκριση μεταξύ «του εσωτερικού τού συστήματος» και «του εγκλωβισμού στη λογική του», όσο απαραίτητη κι αν είναι, αποκλείει μιαν άλλη πτυχή, λιγότερο επίσημη και γι’ αυτό περισσότερο θεμελιακή, στο θέμα του μετασχηματισμού. Στην πραγματικότητα, υπάρχουν δύο «εξωτερικοί παράγοντες» στο σύστημα και στη λογική του, ολωσδιόλου ετερόκλητοι μεταξύ τους, οι οποίοι διακυβεύονται εδώ. Από τη μία πλευρά παρατηρούμε πως οι συντηρητικές δυνάμεις, οι δικαιούχοι του συστήματος, ή αυτοί που προσπαθούν να το μετασχηματίσουν προς μια κατεύθυνση ακόμη μεγαλύτερης ανισότητας, στηρίζονται διαρκώς σε έναν «εξωτερικό» παράγοντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που είναι η (παγκοσμιοποιημένη) αγορά, η ανώνυμη « global financial market », τα συμφέροντα της οποίας εκπροσωπούν και τις απαιτήσεις της οποίας υπερασπίζονται. Ο «εξωτερικός παράγων» αυτός είναι, λοιπόν, ήδη σταθερά παγιωμένος, αλλά και τόσο μακριά που η δράση των πολιτών δεν μπορεί να τον αγγίξει.
 Υπάρχει, ωστόσο, και ένας άλλος «εξωτερικός παράγων»: εκείνος τον οποίο εκπροσωπούν οι μάζες των «παθητικών πολιτών», που έχουν απωθηθεί στο περιθώριο των συζητήσεων για το πολιτικό και οικονομικό σύστημα, ο οποίος ωστόσο θέτει σε κίνδυνο την ίδια τους τη ζωή, καθώς και τις αξιώσεις των οποίων φορείς είναι οι ίδιοι. Μπορεί λοιπόν κανείς να ισχυρισθεί πως, στη διαμάχη που εκτυλίσσεται στους κόλπους του συστήματος, ο μόνος τρόπος για να αντιπαλέψει κανείς την αυξανόμενη δύναμη (και την ικανότητα που διαθέτει να επιβάλλει τους «κανόνες» του), που προσδίδει στους κυρίαρχους το έρεισμα του παγκοσμιοποιημένου εξωτερικού παράγοντα, είναι να προκαλέσει την αντίδραση (ή να καταφέρει να στήσει εκεί μπροστά του) τον άλλο, «εσωτερικό» εξωτερικό παράγοντα, ετερόκλητο όσον αφορά το «σύστημα» και τους «κανόνες» του, που εκπροσωπούν οι «εξόριστοι» ή «αυτοεξόριστοι» πολίτες, για τους οποίους η εφαρμογή των κανόνων προϋποθέτει την καταδίκη τους σε σιωπή. Ίσως να μην είναι αρκετό, είναι όμως απαραίτητο, κι αυτό ακριβώς συνέβη μόλις τώρα σε ένα τμήμα της Ευρώπης.
Σ’ αυτό το πνεύμα, θα επιχειρήσω τώρα να προσδιορίσω τρία «μέτωπα», στα οποία διακυβεύεται, πιστεύω (και θα διακυβεύεται ολοένα και περισσότερο), η πιθανότητα ύπαρξης μιας αλλαγής κατεύθυνσης προς την «άλλη Ευρώπη». Όπως είναι φυσικό, συνδέονται άρρηκτα μεταξύ τους. Ένα από τα σημεία στα οποία τέμνονται είναι το ακανθώδες ερώτημα του ευρώ: η «δομή», η λειτουργία, η πολιτική χρήση, η ελαστικότητα ή ανελαστικότητά του. Μια υπόθεση κρίσιμη κατά τη γνώμη μου είναι ότι δεν μπορεί κανείς να διεξάγει αυτή τη συζήτηση απομονώνοντας μόνο μια διάσταση: οι εναλλακτικές στη λιτότητα, η είσοδος της Ευρώπης και των ευρωπαϊκών λαών στην κοινωνία της παγκοσμιοποίησης, η αντι-δημοκρατική εκτροπή των θεσμών. Θα επανέλθω σ’ αυτά αργότερα.

5. Για τον «ευρωπαϊκό μηχανισμό σταθερότητας»

Γνωρίζουμε ήδη πως η γερμανική άρχουσα τάξη (η οποία, στο συγκεκριμένο θέμα, ακολουθείται κατά πλειοψηφία και από την κοινή γνώμη της χώρας) έχει σχεδιάσει, κι ας το αρνείται σθεναρά, τον «Ἐνωση Μεταβιβάσεων» (Transferunion), με τη έννοια ενός είδους οικονομικής αλληλεγγύης, όπου τα «κράτη πιστωτές» και, γενικότερα, όλοι εκείνοι οι οικονομίες των οποίων ωφελούνται από την παγκοσμιοποίηση, θα έπρεπε να «αποζημιώνουν», έναντι των προνομίων των οποίων απολαμβάνουν, τα υπερχρεωμένα κράτη με οικονομικές χορηγίες (πράγμα που προβλέπεται στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης) και, γενικότερα, να χρησιμοποιούν ένα μέρος των οικονομικών πόρων τους για την υποβοήθηση της ανάπτυξης των άλλων. Είμαι πεπεισμένος πως δεν πρέπει να παρακάμπτουμε αυτή την έννοια, αλλά αντίθετα να την διατρανώνουμε, υπό τον όρο ότι θα προσδιορίζουμε με ακρίβεια το περιεχόμενο και τους στόχους της.
Το πρώτο πράγμα που θα πω είναι πως υπάρχει ήδη μεγάλος όγκος «στηρίξεων» μεταξύ ευρωπαϊκών χωρών και ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση βασίζεται, μάλιστα, στην ύπαρξη αυτών των οικονομικών παροχών. Ωστόσο, παραμένουν, κατά ένα μέρος τους, αδιαφανείς και ανισομερείς, προς όφελος ενός τμήματος της Ευρώπης: και η ανισομέρειά τους βαίνει αυξανόμενη. Συνδέονται με έναν μηχανισμό εκμετάλλευσης (από ορισμένες απόψεις, νέοαποικιοκρατίας). Συνίστανται σε μεταφορά χρημάτων (λόγω του γεγονότος ότι ορισμένα ευρωπαϊκά κράτη – όπως η Γερμανία, η Γαλλία – δανείζονται με πολύ χαμηλά, αν όχι αρνητικά, επιτόκια, τη στιγμή που άλλοι δεν έχουν πρόσβαση στις αγορές παρά μόνο έναντι υψηλών, αν όχι τοκογλυφικών, επιτοκίων) και σε μεταφορά «ανθρώπινου κεφαλαίου» (που εικονογραφείται επαρκώς, αν βάλουμε με το νου μας πως η ραγδαία αύξηση των συντελεστών ανεργίας στις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου: την Ισπανία, την Πορτογαλία, την Ελλάδα, την Ιταλία, ιδιαίτερα στις τάξεις των νέων πτυχιούχων, επιτρέπει σήμερα στη Γερμανία να αντισταθμίζει τις δημογραφικές αδυναμίες της και, γενικότερα, να εξοικονομεί το κόστος κατάρτισης του εργατικού δυναμικού το οποίο χρειάζεται). Σχετίζεται επίσης με τον τρόπο με τον οποίο ορισμένα κράτη (η Γερμανία και πάλι) επωφελούνται από την «ελεγχόμενης αγοράς» που τους εξασφαλίζει η ευρωζώνη, για να αυξάνουν τη δυνατότητα των εξαγωγών τους και να διεισδύουν στις διεθνείς αγορές (ιδιαίτερα στην Κίνα).
Όσο γενικεύεται η δομή των μεταβιβάσεων, τόσο περισσότερο εμφανές γίνεται ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση, με το σύστημα του « ανόθευτου ανταγωνισμού », μετατρέποντας τα συγκριτικά πλεονεκτήματα σε κυρίαρχες θέσεις, αποτελεί στην πραγματικότητα έναν μηχανισμό άνισης ανάπτυξης των χωρών που την απαρτίζουν, οι επιπτώσεις του οποίου είναι αρνητικές σε παγκόσμιο επίπεδο, και για την πολιτική της σταθερότητα, αλλά και από την άποψή της ικανότητάς της να αντιστέκεται στις κυκλικές διακυμάνσεις της παγκόσμιας οικονομίας. Πρέπει να σημειωθεί ότι η ύπαρξη της μεταφοράς κεφαλαίων, καθώς και ο μονόπλευρος χαρακτήρας τους, αναγνωρίζεται κάθε φορά που γίνεται λόγος για τη σημασία της συνεισφοράς της Ευρώπης στην επανένωση και, επομένως, στο χτίσιμο του σημερινού ηγεμονικού χαρακτήρα της Γερμανίας, ή όταν η Κομισιόν των Βρυξελών υπενθυμίζει στη Γερμανία (χωρίς να της επιβάλλει την παραμικρή κύρωση) ότι χρόνια τώρα «παραβαίνει» τον κανόνα περιορισμού των πλεονασμάτων του εμπορικού ισοζυγίου.[8]
Ο σχεδιασμός μας για έναν «ευρωπαϊκό μηχανισμό στήριξης» θα έπρεπε, επομένως, να παρουσιάζεται ως η ανατροπή του νοήματος που περικλείει αυτή η έννοια και όχι ως η «εισαγωγή» αρχίζοντας από το μηδέν. Δεν θα έπρεπε να περιορίζεται σε μηχανισμούς παροχής οικονομικών αντισταθμισμάτων, ιδίως όταν τα τελευταία παίρνουν τη μορφή νέων δανείων, λίγο πολύ αναγκαστικών, που επιτείνουν την υπερχρέωση των «επωφελούμενων» χωρών, τροφοδοτούν την ιδεολογική παρουσίαση ορισμένων χωρών ως έθνη οικονομικά εξαρτώμενα από τη διαρκή «μετάγγιση» κεφαλαίων άλλων κρατών, λόγω των οικονομικών ατασθαλιών τους, και δεν ωφελούν, σε τελική ανάλυση, κανέναν άλλον εκτός από τις τράπεζες και τους πιστωτικούς οργανισμούς, δημιουργώντας μια δίνη δίχως τέλος. Και οι μεταβιβάσεις δεν θα έπρεπε επίσης να εντάσσονται σε μια προοπτική απλής κοινωνικής αναδιανομής, ακόμα και όταν έχουν στόχο την αντιμετώπιση των ανισοτήτων στις περιφέρειες και τις ανισότητες μεταξύ των πολιτών, που τείνουν να μετατρέψουν τη σημερινή Ευρώπη σε «δυαδική» κοινωνία. Θα έπρεπε, αντίθετα, να εισάγουν την κοινή δημοσιονομική πολιτική, καθιστώντας κοινό ένα σημαντικό μέρος των ευρωπαϊκών πόρων που προέρχονται από τη φορολογία, τους οποίους θα χρησιμοποιούν για τη στήριξη κοινών σχεδίων ανάπτυξης μεταξύ ευρωπαϊκών χωρών, και ειδικότερα σχεδίων «μετάβασης» ολόκληρης της Ευρώπης στη νέα βιομηχανική εποχή και το νέο ενεργειακό καθεστώς, που επιβάλλεται από την κλιματική αλλαγή, λόγω της υπερθέρμανσης του πλανήτη, όπως προτείνει ιδίως ο Μισέλ Αλιετά [9].
Άλλοι οικονομολόγοι (όπως ο Ρομπέρ Σαλέ) επισημαίνουν ότι η προοπτική αυτή επιτρέπει την αντιμετώπιση της αναμόρφωσης του χρέους (στο σύνολό του: δημόσιο και ιδιωτικό όλων των ευρωπαϊκών χωρών και όχι μόνο των υπερχρεωμένων) με στόχο τη χρήση των πόρων με λογική μακροπρόθεσμη και παραγωγική και όχι βραχυπρόθεσμη και κερδοσκοπική [1ο].
Εννοείται ότι αυτή η προοπτική επιβάλλει ένα μετασχηματισμό της θεσμικής «δόμησης» του ευρώ της νομισματικής πολιτικής (ως πολιτικής υποκίνησης της οικονομίας και όχι μόνο «αστυνόμευσης» του πληθωρισμού, σύμφωνα με το νεοφιλελεύθερο δόγμα των Γερμανών), του ρόλου της ΕΚΤ (που θα γίνει επιτέλους «δανειστής τελευταία προσφυγής» για τα κράτη). Δεν πρόκειται, λοιπόν, μόνο για την «επιδιόρθωση» κάποιος «κακοτεχνίας», αλλά για την είσοδο σε μια νέα εποχή ευρωπαϊκού φεντεραλισμού, που επιτέλους θα ήταν γνήσια ομοσπονδιακός. Και μόνο μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο θα μπορούσε να νομιμοποιηθεί η συλλογική αρχή (που αντιπροσωπεύουν οι «θεσμοί», μεταξύ των οποίων και η ευρωβουλή, όπως ζητάει ο Τσίπρας) να απαιτεί τον έλεγχο των διοικητικών μεταρρυθμίσεων, όπως αυτές που αφορούν τη διαφθορά ή την αποτελεσματικότητα των φορολογικών μηχανισμών.

Σημειώσεις

[1] Cf. E. Balibar, S. Mezzadra, F. O. Wolf :  Le Diktat de Bruxelles et le dilemme de Syriza, Mediapart, 19 juillet 2015 http://blogs.mediapart.fr/blog/ebalibar/190715/etienne-balibar-sandro-mezzadra-frieder-otto-wolf-le-diktat-de-bruxelles-et-le-dilemme-de-syriza); et Stathis Kouvelakis: Turning “No” Into a Political Front. Some lessons from Syriza — and where we go from here, Jacobin, 8.3.15,https://www.jacobinmag.com/2015/08/tsipras-debt-germany-greece-euro/
[2] Alexis Tsipras dans Le Monde du 31 mai 2015 : « Non à une zone euro à deux vitesses ».
[3] Pierre Khalfa : « L’affrontement inévitable », Marianne, 3 août 2015.
[4] Voir Sandro Mezzadra : « Per un movimento costituente europeo », in Euronomade, http://www.euronomade.info/?p=71
[5] Il s’agissait de la Kerneuropa proposée par Wolfgang Schäuble et Karl Lamers en 1994 : « Überlegungen zur europäischen Politik” (voir le site officiel de la CDU/CSU).
[6] « La nation contre l’Europe, ou la tentation du grand contournement », paru dans Regards, 25 août 2015 (http://www.regards.fr/web/article/la-nation-contre-l-europe-ou-la)
[7] http://yanisvaroufakis.eu/2015/07/14/on-the-euro-summits-statement-on-greece-first-thoughts/
[8] http://www.lesoir.be/360354/article/economie/2013-11-13/l-allemagne-visee-pour-premiere-fois-par-une-procedure-en-desequilibre-excessif
[9] Voir Michel Aglietta et Nicolas Leron : « A la recherche du souverain en zone
euro », Libération du 26 août 2015, ainsi que Michel Aglietta : Europe. Sortir de la crise et inventer l’avenir, Editions Michalon 2014.
[10] Robert Salais : « Convertir la dette en investissements », Le Monde Diplomatique, Juillet 2015


Στο επόμενο φύλλο το δεύτερο και τελευταίο μέρος.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet