Επιτέλους! Η δημόσια συζήτηση για το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης (ΕΜΣΤ) άνοιξε και πάλι! Η δυναμική που θα μπορούσε να αναπτύξει αυτό το δημόσιο μουσείο θα έδινε άλλο αέρα όχι μόνο σ’ αυτή την Αθήνα που προβάλλει εικόνες της Παναγίας στην πρόσοψη της Βουλής, αλλά και σε ολόκληρη τη χώρα. Είναι απαραίτητο να ευαισθητοποιηθεί η κοινή γνώμη γενικότερα, αλλά και τα ειδικά κοινά τα οποία μπορεί να κινητοποιήσει ένα τέτοιο μουσείο, κοινά (στον πληθυντικό) με φρέσκια ματιά, έτοιμα να απαντήσουν με τις καλλιτεχνικές τους ανησυχίες και την πολύμορφη παρουσία τους, στις προκλήσεις του σήμερα.

Γι’ αυτό ήταν κρίσιμη η επιστολή-παρέμβαση του Κώστα Σβόλη, προέδρου του Σωματείου Εργαζομένων ΕΜΣΤ, στην Εποχή (21,22/11/2020). Και αντίστοιχα κρίσιμη, με ευρύτερη προοπτική, ήταν η συνέντευξη που την πυροδότησε, του απερχόμενου μεταβατικού διευθυντή του ΕΜΣΤ, αρχιτέκτονα Δημήτρη Αντωνακάκη, μαζί με την αποτίμηση της σημαντικής Μόνιμης Συλλογής του ΕΜΣΤ και της αναγκαίας διεύρυνσής της, από την ιστορικό τέχνης και αναπληρώτρια διευθύντρια του Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης MOMus Θεσσαλονίκης, Συραγώ Τσιάρα. Και οι δύο δημοσιεύτηκαν στην Εποχή (7, 8/11/2020).

Σήμερα, το ΕΜΣΤ που ως θεσμός ιδρύθηκε το 1997, είναι ακόμα ακέφαλο (η θητεία της δεύτερης καλλιτεχνικής διευθύντριάς του Κατερίνας Κοσκινά έληξε τέτοιες μέρες το 2018), αναξιοποίητο, αφιλόξενο, δυσλειτουργικό, σπάταλο, και, όπως σημείωσε ο Κ. Σβόλης, υποστελεχωμένο. Οι εργαζόμενοι έχουν εργασιακά αιτήματα που χρειάζονται νυστέρι για να λυθούν, κι ακόμη περιμένουν μια συλλογική σύμβαση. Τα προβλήματά τους «τρέχουν» παράλληλα με τα γενικότερα προβλήματα που σχολίασε ο Δ. Αντωνακάκης, και ενίοτε διασταυρώνονται, γι’ αυτό και κανένα πρόβλημα δεν θα μπορέσει να λυθεί στο ΕΜΣΤ εάν δεν υπάρξει η απαραίτητη πολιτική βούληση.

Αυτό υπογράμμιζε το δισέλιδο της Εποχής (7,8/11) σχολιάζοντας την αδιαφορία που δείχνει η σημερινή ηγεσία του υπουργείου Πολιτισμού γενικότερα για τον Σύγχρονο Πολιτισμό, όσα ψίχουλα κι αν σπέρνει με επικοινωνιακά κριτήρια, λόγω Covid-19, σε θεατρικά σχήματα ή ποικίλους φορείς. Πρέπει λοιπόν η «νύφη» να τα «ακούσει». Αυτό το νόημα έχει, νομίζω, η επιστολή του έμπειρου συνδικαλιστή Κ. Σβόλη, που καταφέρεται εναντίον της «πεθεράς» – άρα του Δ. Αντωνακάκη – με τις αναμενόμενες σ’ αυτή τη συνθήκη, άδικες γενικεύσεις. Ο Κ. Σβόλης ξεχνά λ.χ. την «Έκθεση για την ιστορία του ΕΜΣΤ μέσα από τη δραστηριότητά του», και επιμένει στις απουσίες του Δ.Α., αλλά αποσιωπά τις ειδικές συνθήκες, κοινωνικές και προσωπικές, που τις προκάλεσαν.

Ο Δ. Αντωνακάκης ανέλαβε «προσωρινά τις αρμοδιότητες του διευθυντή του ΕΜΣΤ» (ΕΜΣΤ 12/03/2019, Α.Π. εισερχ. 552, Α.Π. αποστολέα 124124), μετά από (ευφυή) απόφαση της υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού Μυρσίνης Ζορμπά. Ήταν ένα καταξιωμένο πρόσωπο γενικής αποδοχής χωρίς εμπλοκή στα «ντεσού» του ΕΜΣΤ και χωρίς φιλοδοξία να κάνει «όνομα», ιδανικό για τη «μεταβατική πλήρωση της θέσης του διευθυντή του ΕΜΣΤ». Όμως ο «προσωρινός» διευθυντής, δεν δικαιούται να δεσμεύσει την καλλιτεχνική διεύθυνση, που αναμένεται οσονούπω να ανακοινωθεί και να αναλάβει καθήκοντα στο ΕΜΣΤ. Γι’ αυτό στη συνέντευξή του ο Αντωνακάκης δεν παρουσίασε καμία «μαγική εικόνα για τη θητεία του στο ΕΜΣΤ», αλλά μια δυνητική εικόνα για μια διευρυμένη μελλοντική φυσιογνωμία του ΕΜΣΤ, που φανέρωνε ακριβώς τη σημασία αυτού του θεσμού. Αυτό δεν μπορεί φυσικά να θεωρηθεί μέρος της «επίθεσης στην ιστορία και στο έργο του ΕΜΣΤ», που «διαπιστώνουν τελευταία» οι εργαζόμενοι, αλλά η αιχμή είναι αρκετή για να καταλάβει η «νύφη» ότι το θέμα ΕΜΣΤ δεν σηκώνει άλλη αναβολή. Όσο για το σχετικό δισέλιδο της Εποχής, δεν συμμετείχε σε κανένα «ξήλωμα της πραγματικότητας στα μέτρα του Δ.Α.», αλλά σίγουρα αμφισβήτησε την πραγματικότητα (και σε σχέση με το ρόλο της Ο.Δ.Ε.Μ.Σ.Τ) που σερβίρει το ΥΠΠΟΑ για το «ανοιχτό» ΕΜΣΤ, και πρότεινε μια διαφορετική πραγματικότητα.

Η επιστολή μέμφεται τον Δ.Α. επειδή αντί να λύσει τα σοβαρά ζητήματα των εργαζόμενων «μεταβίβασε όλες τις δικές του αρμοδιότητες στο Δ.Σ. του ΕΜΣΤ». Αλλά αυτό ακριβώς είναι ένα από τα μεγάλα αγκάθια του ΕΜΣΤ. Η διευρυμένη ισχύς του Δ.Σ. που πλαισιώνει σαν στενός κορσές την καλλιτεχνική διεύθυνση, πόσο μάλλον την προσωρινή που ορίστηκε από την προηγούμενη κυβέρνηση αποκλειστικά και μόνο για «να διασφαλιστεί η εύρυθμη λειτουργία του Μουσείου καθώς και η ομαλή ολοκλήρωση των διαδικασιών έναρξης και πλήρους λειτουργίας του». Γι’ αυτό ακριβώς ο Δ.Α. επέμενε σθεναρά να διοριστεί ένας διοικητικός διευθυντής, αίτημα που εγκρίθηκε τελικά από το ΥΠΠΟΑ αλλά …έχει μείνει στον αέρα.

Ίσως λοιπόν να έχει έρθει η ώρα για μια πιο ριζική λύση που θα ήταν πιο αποτελεσματική τόσο για τους εργαζόμενους/ες του ΕΜΣΤ όσο και για την καινούργια καλλιτεχνική διεύθυνση: να διεκδικήσουν τροποποίηση του ιδρυτικού νόμου του ΕΜΣΤ (Ν2557/1997). Το παράδειγμα του νομικού πλαισίου με βάση το οποίο λειτουργεί από το 2018 αρμονικά και δημιουργικά ο Μητροπολιτικός Οργανισμός Μουσείων Εικαστικών Τεχνών στη Θεσσαλονίκη (MOMuS), που πάντρεψε κρατικούς και ιδιωτικούς φορείς (Ν 4572/2018), δείχνει ότι ένας προσεγμένος νόμος μπορεί να δώσει μεγάλη ώθηση στη σχέση σύγχρονου πολιτισμού και κοινωνίας. Αλλά το σημερινό ΥΠΠΟΑ υπηρετεί άλλους αφεντάδες.

Μικέλα Χαρτουλάρη Περισσότερα Άρθρα
Tags:
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet