Στο κέντρο του Παρισιού, στην πλατεία Ρεπουμπλίκ, διαδραματίσθηκαν απάνθρωπες και απαράδεκτες σκηνές βίας από την αστυνομία, κατόπιν κυβερνητικής εντολής να εκδιώξει τους περίπου 450 μετανάστες και πρόσφυγες, οι περισσότεροι Αφγανοί, απ’ όπου είχαν στήσει τ’ αντίσκηνά τους, προφανώς για ένα μεταβατικό διάστημα μέχρι την εξεύρεση μιας λύσης. Οι σκηνές βίας σόκαραν ως και τον υπουργό Εσωτερικών της Γαλλίας Ζεράλ Νταρμανέν και τον έκαναν να στραφεί κατά του άρθρου 24, μία μόλις ημέρα μετά την ψήφισή του στη γαλλική βουλή.

Η αστυνομία επέδειξε «μηδενική ανοχή» προς τους μετανάστες και πρόσφυγες, διέλυσε τις σκηνές τους και στη συνέχεια επιτέθηκε κατά των αλληλέγγυων προς τους μετανάστες. Οι σκηνές από την αστυνομική δράση είδαν το φως της δημοσιότητας, παρά τη ψήφιση του νόμου που το απαγορεύει, και εξαναγκάστηκε ο υπουργός Εσωτερικών να αναλάβει την υπεράσπιση των δημοσιογράφων, λέγοντας πως «μερικές εικόνες διάλυσης της μη νόμιμης κατασκήνωσης των μεταναστών στην πλατεία Ρεπουμπλίκ είναι σοκαριστικές. Θα ζητήσω από την αστυνομία να συντάξει μία έκθεση για το πώς εξελίχθηκαν τα γεγονότα με την παρουσία της αστυνομίας χθες το πρωί (Τρίτη). Κατόπιν, θα πάρω τις αποφάσεις». Το Νουβέλ Ομπζερβατέρ σχολίασε την αντίδραση του υπουργού γράφοντας: «ο υπουργός Νταρμανέν βρίσκει χρήσιμες τις φωτογραφίες, ώστε να κρίνει δίκαια και ν’ αποφύγει μελλοντικά δυσάρεστες καταστάσεις… Μας είπε πως θα ήταν παράλογο να στερηθούμε αυτά τα βίντεο και τις φωτογραφίες και ακόμα πως το άρθρο 24 είναι μια οπισθοδρόμηση για τις δημοκρατικές ελευθερίες». Και το σχόλιο καταλήγει: «Μπορούμε να ελπίζουμε ότι μετά το χάος που δημιουργήθηκε στην πλατεία Ρεπουμπλίκ στις 23 Νοεμβρίου θα συνειδητοποιήσουν ότι θα πρέπει να βρουν διέξοδο από αυτή την κατάσταση”. Αυτά για τον νόμο. Για τους μετανάστες - πρόσφυγες, όμως, η κυβέρνηση Μακρόν δεν δείχνει ιδιαίτερη ευαισθησία, παρά τα καλά λόγια που λέει όταν βρίσκεται εκτός έδρας και παρά τις πιέσεις που δέχεται από την αριστερά, τις ανθρωπιστικές οργανώσεις και τα συνδικάτα.

 

Οι δημοκρατικές ελευθερίες σε κίνδυνο

 

Ο Μακρόν είναι αποφασισμένος να προχωρήσει στο δρόμο της παραβίασης των θεμελιωδών δημοκρατικών δικαιωμάτων, όπως αυτή της ελευθερίας του Τύπου, παρά τη δύσκολη κατάσταση λόγω της κοινωνικής, οικονομικής και υγειονομικής κρίσης. Τίποτε δεν φαίνεται πως μπορεί να τον εμποδίσει. Ούτε οι μαζικές κινητοποιήσεις, ούτε η βουλή, ούτε οι φωνές των συλλογικοτήτων που υπερασπίζονται τα ατομικά και δημοκρατικά δικαιώματα, ούτε τα συνδικάτα, ούτε οι διανοούμενοι που δήλωσαν πως τον ψήφισαν και δεν “περίμεναν μια τέτοια πολιτική”. Το κόμμα του Μακρόν και το κόμμα της δεξιάς, Ρεπουμπλίκ, και της ακροδεξιάς ψήφισαν την προηγούμενη Δευτέρα το σύνολο του νομοσχεδίου για την καθολική ασφάλεια, συνεπώς και το επίμαχο άρθρο 24. Ένα άρθρο που δεν “είναι καθόλου χρήσιμο για την προστασία των αστυνομικών αλλά πολύ αποτελεσματικό για τον ασφυκτικό περιορισμό της ελευθερίας της έκφρασης και του Τύπου”, όπως τόνισαν οι βουλευτές της αριστεράς στη βουλή. Με το άρθρο αυτό στοχοποιούνται οι δημοσιογράφοι κι όλοι οι εργαζόμενοι στα ΜΜΕ. Ακόμα, απειλούνται οι πολίτες να καταδικαστούν σε ένα χρόνο φυλάκισης και σε 45.000 ευρώ πρόστιμο αν φωτογραφίσουν, και δημοσιοποιήσουν σε βίντεο ή φωτογραφίες, αστυνομικούς οι οποίες μπορεί να θεωρηθούν ότι τους προσβάλουν και τους πληγώνουν ψυχικά και σωματικά!

 

Σκλήρυνση της αυταρχικής πολιτικής

 

Με την ψήφιση του νόμου της καθολικής ασφάλειας σηματοδοτείται μία νέα πολιτική της “αυταρχικής διακυβέρνησης και της σκλήρυνσης της μακρονικής εξουσίας”. Γιατί εκτός από το άρθρο 24 θα επέλθουν αλλαγές στον κώδικα εσωτερικής ασφάλειας, στον ποινικό κώδικα, στον κώδικα κυκλοφορίας, στον κώδικα άμυνας και “στον νόμο του 1881 για την ελευθερία του Τύπου” όπως γράφει η βουλευτής του ΚΚΓ Έλσα Φουιγιώ. Το νομοθέτημα αυτό διέπεται από την παλιά νοοτροπία της επιτήρησης και των ποινών. Προβλέπεται στο νομοσχέδιο να δοθούν σταδιακά αρμοδιότητες στη δημοτική αστυνομία, να αναλάβει δηλαδή καθήκοντα που ανήκουν στις κρατικές υπηρεσίες, στην αστυνομία.

 

Ιδιωτικοποίηση της αστυνομίας

 

Η ίδια δυνατότητα δίνεται και στις ιδιωτικές εταιρείες ασφάλειας. Θα αφαιρεθούν, δηλαδή, δικαιοδοσίες από τις κρατικές υπηρεσίες καθώς και κονδύλια και θα δοθούν στους ιδιώτες. Το σπουδαιότερο όμως σ’ αυτή την ενέργεια είναι η προετοιμασία για την ιδιωτικοποίηση της ασφάλειας. Το ερώτημα που τίθεται, και ανησυχεί τους πολίτες, είναι ποιος θα τους προφυλάξει απ’ τις αυθαιρεσίες των νέων επιτηρητών. Με την ιδιωτικοποίηση της ασφάλειας αμφισβητείται η αρχή της ισότητας. Έρχεται σε αντίθεση με τις αρχές της διαχείρισης των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Δικαιώματα που συνδέουν με σαφήνεια την ασφάλεια και την προστασία του πολίτη με τις δημόσιες υπηρεσίες. Με τον νόμο αυτό προβλέπεται η μεταμόρφωση όλου του εναέριου δημόσιου χώρου σε χώρο ασφάλειας κι έτσι προετοιμάζεται το έδαφος να υπάρξει ένα δίκτυο με κινητές κάμερες και drones … ανοίγοντας έτσι την πόρτα για τη γενική παρακολούθηση των διαδηλώσεων, των συγκεντρώσεων κτλ.

 

Η αντίδραση της αριστεράς

 

Είναι σαφές πως πρόκειται για έναν αντιδημοκρατικό νόμο που ψήφισε η κυβέρνηση για να επιβάλει “τη γενική επιτήρηση και την καθολική ασφάλεια”, τόνισε ο Ζαν Λικ Μελανσόν. Το ΚΚΓ κατήγγειλε την πολιτική της κυβέρνησης που επιδιώκει να ιδιωτικοποιήσει την ασφάλεια σε βάρος των πολιτών τη στιγμή μάλιστα που η χώρα περνά μια πολύπλευρη κρίση. Σ’ αυτές τις συνθήκες “θα έπρεπε να ενισχυθούν οι δημόσιες υπηρεσίες για την προστασία των πολιτών”. Η κυβέρνηση με το νομοσχέδιο αυτό υπερβαίνει τα όρια και ανοίγει διάπλατα τον δρόμο της αυταρχικής εξουσίας, σημείωσε. Με το ίδιο πνεύμα άσκησαν κριτική και οι άλλες πολιτικές δυνάμεις της αριστεράς. Το νομοσχέδιο δεν έχει να προσθέσει τίποτα προς την κατεύθυνση των λαϊκών στρωμάτων αντίθετα έρχεται να προσθέσει νέα προβλήματα. Και όπως παρατήρησε ο Γ.Γ. της CGT Μαρτάν Πεσίν “δεν μπορεί η απάντηση στην πολύπλευρη κρίση να είναι όλα για την ασφάλεια”.

Η ψήφιση του νομοσχεδίου από την κυβέρνηση για τους αναλυτές δεν είναι μια μεμονωμένη και τυχαία ενέργεια. Εντάσσεται στην πολιτική της κυβέρνησης καθώς και στην προοπτική διεκδίκησης και πάλι της προεδρίας την άνοιξη του 2021 απ’ τον Μακρόν. Με το νομοσχέδιο αυτό ήθελε ν’ αποδείξει τη “μεταρρυθμιστική του ικανότητα” ικανοποιώντας ένα συγκεκριμένο ακροατήριο, μετατοπίζοντας όμως έτσι την πολιτική ζωή της Γαλλίας όλο και πιο πολύ προς τα δεξιά. Αυτή η μετατόπιση είναι που ανησυχεί ευρύτερες δυνάμεις όπως έγινε φανερό με τις αντιδράσεις που προκάλεσε η ψήφιση του νόμου και που δεν πρόκειται να σταματήσουν.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet