Τη Δευτέρα 23 Νοεμβρίου, η Διεύθυνση Γενικών Υπηρεσιών της αμερικανικής κυβέρνησης κήρυξε την έναρξη της διαδικασίας «προεδρικής μετάβασης», δηλαδή της προβλεπόμενης από το σύνταγμα των Ηνωμένων Πολιτειών σταδιακής μεταβίβασης της εξουσίας από την απερχόμενη στην επόμενη διοίκηση, η οποία θα ολοκληρωθεί στις 20 Ιανουαρίου 2021 με την ορκωμοσία του νέου προέδρου. Μία μέρα μετά, την Τρίτη 24 Νοεμβρίου, ο Τζο Μπάιντεν ανακοίνωσε τα πρώτα πρόσωπα που θα στελεχώσουν την κυβέρνησή του ή θα εκπροσωπούν τη χώρα διεθνώς στους τομείς της εξωτερικής πολιτικής και της πολιτικής εσωτερικής και εξωτερικής ασφάλειας.

Η επιλογή αυτών των προσώπων είναι το πρώτο τεστ αξιοπιστίας του Μπάιντεν σε σχέση με τις προεκλογικές του δεσμεύσεις· το επόμενο, και σημαντικότερο, είναι η καθαυτή άσκηση της κυβερνητικής πολιτικής, η οποία θα κριθεί σε όλη τη διάρκεια της θητείας του. Εν προκειμένω, οι κριτές είναι κατ’ αρχάς τα 80 εκατομμύρια αμερικανών πολιτών που τον ψήφισαν στις εκλογές, οι λαοί όλου του πλανήτη και οι κυβερνήσεις τους -τόσο εκείνες που ήθελαν την εκλογή του, όσο και εκείνες που προτιμούσαν τον Τραμπ- και, όσον μας αφορά, η πολιτική και κοινωνική Αριστερά στο εσωτερικό του Δημοκρατικού Κόμματος και εν γένει στην Αμερική, αλλά και στον υπόλοιπο κόσμο.

Οι προεκλογικές υποσχέσεις

 

Μετά την αποχώρηση του Μπέρνι Σάντερς από τη διεκδίκηση του χρίσματος των Δημοκρατικών για τις προεδρικές εκλογές, η αμερικανική Αριστερά στήριξε με περισσότερες ή λιγότερες επιφυλάξεις τον Μπάιντεν στη βάση του προεκλογικού του προγράμματος, δίνοντας μεγαλύτερη σημασία στα θέματα που αφορούν κυρίως την εσωτερική πολιτική: στην υγεία (αντιμετώπιση του κορονοϊού, αλλά και δημιουργία ενός αξιοπρεπούς δημόσιου συστήματος υγειονομικής περίθαλψης), στην οικονομία (αύξηση της απασχόλησης που πλήττεται λόγω της ύφεσης, αύξησης των μισθών και μεγαλύτερη φορολόγηση των επιχειρήσεων και των υψηλών εισοδημάτων, μείωση της φτώχειας και των ανισοτήτων, μηδενικές σχέσεις με τα επιχειρηματικά λόμπι και αντίσταση στις πιέσεις της Γουόλ Στριτ ), στα δικαιώματα (των αφροαμερικανών και γενικότερα των μειονοτήτων, των γυναικών, των πάσης φύσεως διαδηλωτών), και στην εκπαίδευση (διαγραφή των φοιτητικών χρεών, κατάργηση διδάκτρων στα δημόσια εκπαιδευτικά ιδρύματα). Βαρύνουσα σημασία, ιδιαίτερα για τους νέους και τις νέες, είχαν και οι προγραμματικές υποσχέσεις για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής (επιστροφή των ΗΠΑ στη συνθήκη για το κλίμα, υιοθέτηση του Πράσινου Νιου Ντιλ), τη μετανάστευση (κατάργηση των απάνθρωπων πολιτικών του Τραμπ), και τις εξωτερικές σχέσεις (εγκατάλειψη του εθνικιστικού απομονωτισμού -χωρίς βέβαια ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις, συμβολή στην ειρηνική επίλυση των διεθνών διαφορών, διακοπή των προνομιακών σχέσεων με τους διάφορους ανά τον κόσμο αυταρχικούς ηγέτες, μείωση των στρατιωτικών δαπανών και αποφυγή οποιασδήποτε σύνδεσης με τις εταιρείες όπλων).

 

Τα πρόσωπα

 

Με βάση τα παραπάνω, το πρώτο τεστ από την Αριστερά της αξιοπιστίας του Μπάιντεν θα ολοκληρωθεί μετά την ανακοίνωση όλων των μελών της κυβέρνησης, και κυρίως εκείνων που αφορούν τον/την επικεφαλής του υπουργείου Οικονομικών, του υπουργείου Εργασίας (για το οποίο έχει εκδηλώσει το ενδιαφέρον του και ο Σάντερς), καθώς και του επικεφαλής του γραφείου διοίκησης και προϋπολογισμού. Προς το παρόν, η αξιολόγηση από την Αριστερά της αξιοπιστίας του Μπάιντεν περιορίζεται στα πρόσωπα που θα αναλάβουν την ευθύνη των τομέων που αναφέρθηκαν στην αρχή. Αυτά είναι τα εξής: ο Άντονι Μπλίνκεν (υπουργός Εξωτερικών), ο λατίνος, κουβανικής καταγωγής Αλεχάντρο Μαγιόρκας (υπουργός Εσωτερικής Ασφάλειας), η Αβρίλ Χάινς (διευθύντρια των Εθνικών Υπηρεσιών Πληροφοριών), η αφροαμερικανίδα Λίντα Τόμας-Γκρίνφιλντ, ο Τζέικ Σάλιβαν (σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας) και ο Τζον Κέρι (ειδικός προεδρικός απεσταλμένος για το κλίμα).

Οι πρώτες επιλογές του Μπάιντεν θεωρούνται από τους περισσότερους αναλυτές και έγκυρους σχολιαστές των κυρίαρχων μέσων ως μια μάλλον επιτυχημένη κίνηση του νέου αμερικανού προέδρου, ο οποίος πρέπει να κρατήσει τις ισορροπίες μεταξύ της Δεξιάς και της Αριστεράς των Δημοκρατικών, αλλά και να μην τοποθετήσει ειδικά σ’ αυτές τις θέσεις πρόσωπα που θα μπορούσαν να μην είναι αποδεκτά από τη Γερουσία, που θα κληθεί να δώσει ψήφο εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση. Σ’ αυτό το νομοθετικό σώμα οι Ρεπουμπλικάνοι είναι πιθανόν να έχουν την πλειοψηφία. Τα προαναφερθέντα πρόσωπα έχουν εμπειρία στους τομείς που αναλαμβάνουν και οι απόψεις τους θεωρούνται «κεντρώες». Οι πληροφορίες λένε ότι η Αριστερά του Δημοκρατικού Κόμματος, παρά το γεγονός ότι δεν εκπροσωπείται σ’ αυτές τις πρώτες τοποθετήσεις, είναι ικανοποιημένη με τις επιλογές των Μαγιόρκας, Τόμας-Γκρίνφιλντ και κυρίως του Τζον Κέρι, ο οποίος είχε την προεδρία της ειδικής ομάδας εργασίας του Δημοκρατικού Κόμματος για το κλίμα, μαζί με τη ριζοσπαστική αριστερή βουλεύτρια Αλεξαντρία Οκάσιο-Κορτέζ.

 

Η άποψη της Αριστεράς

 

Σε αντίθεση με τα προαναφερθέντα πρόσωπα, οι αριστεροί Δημοκρατικοί είναι επιφυλακτικοί απέναντι στις τοποθετήσεις των Μπλίνκεν, Χέινς και Σάλιβαν, χωρίς πάντως να έχουν εκφράσει κάποια δημόσια διαφωνία για την επιλογή τους. Σημαντική, όμως, είναι ενόχληση της Αριστεράς εκτός του Δημοκρατικού Κόμματος ειδικά για τους δύο πρώτους, η οποία οφείλεται στις απόψεις και τις πράξεις τους στο παρελθόν, κυρίως κατά την περίοδο της διοίκησης Ομπάμα. Χαρακτηριστικό είναι το άρθρο της δημοσιογράφου Σάρα Λαζάρ με τίτλο “Joe Biden Is Filling His Cabinet With Pro-War Hawks” [Ο Τζο Μπάιντεν γεμίζει το υπουργικό του συμβούλιο με γεράκια υπέρ του πολέμου], που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Jacobin, στις 24 Νοεμβρίου2020. Κατά την Λαζάρ, ο Μπλίνκεν βαρύνεται με τη στήριξη της εισβολής στο Ιράκ το 2003 και της στρατιωτικής επέμβασης στη Λιβύη το 2011, η δε Χάινς, αναπληρώτρια διευθύντρια της CIA επί Ομπάμα, ήταν εκ των συγγραφέων του «επαίσχυντου εγχειριδίου των ντρόουν, που κανονικοποίησε τις στοχευμένες δολοφονίες σε όλο τον κόσμο».

Βέβαια, αν θεωρήσουμε ότι οι απόψεις των πολιτικών δεν αλλάζουν, η κριτική σ’ αυτά τα πρόσωπα παρέλκει, αφού αυτός που τους διόρισε ως μέλη της διοίκησής του έχει μια πολύ πιο μεγάλη και μελανή ιστορία, που περιλαμβάνει τη στήριξη όλων των στρατιωτικών επεμβάσεων των Ηνωμένων Πολιτειών από την δεκαετία του 1990 μέχρι πρόσφατα. Χωρίς ιδιαίτερη αισιοδοξία, λοιπόν, περιμένουμε να δούμε αν η προεδρία Μπάιντεν θα ακολουθήσει τη συνήθη αμερικανική, ιμπεριαλιστική εξωτερική πολιτική, που σε μεγάλο βαθμό διακόπηκε επί προεδρίας Τραμπ -χωρίς αυτό να σημαίνει βέβαια ότι έγινε φιλειρηνική, αν κρίνουμε από τις αποφάσεις του για την αποχώρηση των Ηνωμένων Πολιτειών από τη συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, καθώς και από τη συμφωνία με τη Ρωσία για τους πυραύλους μεσαίου βεληνεκούς, τη δολοφονία με ντρόουν του ιρανού στρατηγού Σολεϊμανί στο έδαφος του Ιράκ, τη στήριξη της απόφασης του Νετανιάχου να μεταφέρει την πρωτεύουσα του Ισραήλ στην Ιερουσαλήμ κ.λπ.

 

Το μέλλον θα δείξει

 

Προφανώς, η κυβέρνηση Μπάιντεν θα επιδιώξει και αυτή την προώθηση διεθνώς των αμερικανικών συμφερόντων, με ένα διαφορετικό τρόπο από αυτόν που του Τραμπ. Το σύνθημα «Η Αμερική επιστρέφει» έχει αντικαταστήσει το «Να κάνουμε πάλι την Αμερική μεγάλη», αλλά ελάχιστα διαφέρει ως προς την ουσία της επιδίωξης. Οι προβλέψεις είναι ότι ο Μπάιντεν θα συσφίξει τους δεσμούς της χώρας του με το ΝΑΤΟ, θα επιδιώξει την εξουδετέρωση της κινεζικής οικονομικής απειλής, καθώς και την περιθωριοποίηση της Ρωσίας και θα προσπαθήσει να ενεργοποιήσει τις νεοφιλελεύθερες διεθνείς εμπορικές συμφωνίες.

Η εξωτερική πολιτική δεν είναι ένα από τα πεδία στα οποία η αμερικανική Αριστερά μπορεί να ασκήσει κάποια σοβαρή θεσμική πίεση στην κυβέρνηση Μπάιντεν, όπως άλλωστε φάνηκε και από το γεγονός ότι δεν περιλαμβανόταν στα θέματα που επεξεργάστηκε η ομάδα εργασίας Μπάιντεν - Σάντερς. Η ελπίδα επαφίεται στη δράση των κινημάτων ειρήνης στην Αμερική και τον υπόλοιπο κόσμο, των οποίων η επανεμφάνιση είναι το μεγάλο ζητούμενο.

Αυτά, προς το παρόν, ως κάποιες σκέψεις για τα πρώτα πρόσωπα της επερχόμενης διοίκησης Μπάιντεν. Θα επανέλθουμε μετά την ανακοίνωση και των υπολοίπων.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet