Αυτοί που ζούσαν στην επισφάλεια πριν από την πανδημία έχουν περιέλθει σήμερα σε ακόμα πιο δεινή θέση. Για αυτό δεν φταίει ο ιός, αλλά η «συστημική ανισότητα». Αυτό είναι το κεντρικό συμπέρασμα της μεγάλης έρευνας, που παρουσίασε την περασμένη εβδομάδα στην Γερμανία το Ινστιτούτο Οικονομικών και Κοινωνικών επιστημών (WSI) το οποίο συνεργάζεται με τα συνδικάτα. Όπως σημειώνουν οι ερευνητές, η εισοδηματική ανισότητα, η οποία έτσι κι αλλιώς ακολουθεί ανοδική πορεία από το 2010 και μετά, επιδεινώνεται από την κρίση της covid-19. Ήδη από το 2017, το Ινστιτούτο είχε σημειώσει ότι το εισόδημα του κατώτατου 10% της κοινωνίας είχε μειωθεί σε σχέση με το 2010. Η ευημερία και η ανάπτυξη της γερμανικής οικονομίας δεν τους ωφέλησε όλους. Ανάλογες διαπιστώσεις έχουν κάνει και άλλα Ινστιτούτα, τα οποία δεν έχουν «αριστερή ταυτότητα» και προειδοποιούν για τις πιθανές συνέπειες της διεύρυνσης των κοινωνικών και οικονομικών ανισοτήτων στην πλουσιότερη χώρα της ευρωζώνης.

Η κατανομή του πλούτου είναι εξαιρετικά άνιση στην Γερμανία. Το πλουσιότερο 1% του πληθυσμού κατέχει το 35% του συνόλου των περιουσιακών στοιχείων της χώρας, σύμφωνα με το Γερμανικό Ινστιτούτο Οικονομικής Έρευνας (DIW) στο Βερολίνο. Το χαμηλότερο εισοδηματικά μισό του ενήλικου πληθυσμού κατέχει ένα μερίδιο μόλις 1,3% του συνολικού πλούτου. Τα περισσότερα περιουσιακά στοιχεία στην Γερμανία αποτελούνται από περιουσίες επιχειρήσεων (40%) και ακίνητα, που δεν χρησιμοποιούνται από τον ιδιοκτήτη (25%). Και ενώ οι φτωχοί ξοδεύουν το πενιχρό εισόδημά τους για να καλύψουν βασικές ανάγκες όπως σίτιση, στέγαση, ρουχισμός όσο αυτό είναι δυνατό, οι πλούσιοι δεν μπορούν να ξοδέψουν όσα έχουν. Συνεπώς, τα «επενδύουν» αυξάνοντας ακόμα περισσότερο τον πλούτο τους και το κοινωνικό χάσμα.

 

Οι μονίμως «μειονεκτούντες»

 

Η συνεχιζόμενη πανδημία έχει εντείνει περαιτέρω αυτή τη διαίρεση: Οι «μειονεκτούντες» - χαμηλόμισθοι, επισφαλείς εργαζόμενοι, προσωρινοί εργαζόμενοι, μίνι-εργαζόμενοι και γενικότερα όσοι εργάζονται σε ένα νέο «ευέλικτο» πλαίσιο είναι οι μεγάλοι χαμένοι των τελευταίων μηνών. Ένας από τους κύριους λόγους είναι η διευρυμένη εφαρμογή της μερικής απασχόλησης. Επηρεάζει ως επί το πλείστον βιομηχανίες και τομείς στους οποίους οι εργαζόμενοι έχουν παραδοσιακά χαμηλές αμοιβές. Οι γονείς με παιδιά ή μετανάστες υπέστησαν επίσης δυσανάλογα υψηλότερη απώλεια εισοδήματος από εργαζόμενους χωρίς παιδιά ή άτομα χωρίς ιστορικό μετανάστευσης. Σύμφωνα με το WSI, ωστόσο, αυτό είναι λιγότερο πρόβλημα που έχει να κάνει με ορισμένες βιομηχανίες, αλλά οφείλεται κυρίως σε κοινωνικούς λόγους, όπως οι διακρίσεις ή η έλλειψη βοήθειας για εργαζόμενους γονείς. Με μια φράση: σε μια σκληρά ανταγωνιστική κοινωνία, τα εν δυνάμει μειονεκτούντα άτομα υποφέρουν στο τέλος περισσότερο σε περιόδους μεγάλων κρίσεων.

Την ίδια στιγμή, άλλες μελέτες καταγράφουν τα μεγαλύτερα επίσημα ποσοστά φτώχειας στη χώρα μετά την γερμανική ενοποίηση, κάτι που έχει να κάνει με σημαντικά κενά στο σύστημα κοινωνικής ασφάλειας. Τα μέσα ενημέρωσης προσπαθούν να παρουσιάσουν αυτά τα ευρήματα ως συνέπειες του ιού Sars-Cov-2: «Ο κορονοϊός κάνει τους φτωχούς ακόμη πιο φτωχούς», «Ο κορονοϊός διαιρεί τους πλούσιους και τους φτωχούς», «Ο κορονοϊός επηρεάζει κυρίως τα χαμηλά εισοδήματα», ήταν οι τίτλοι των τελευταίων ημερών. Ωστόσο, οι μελετητές επισημαίνουν ότι δεν είναι ο ιός, που κάνει τους ανθρώπους φτωχούς ή ακόμα φτωχότερους, αλλά οι κοινωνικές συνθήκες στις οποίες εξαπλώνεται. 

Για παράδειγμα, δεν είναι περίεργο, που οι δισεκατομμυριούχοι στη Γερμανία γίνονται πλουσιότεροι από ότι στο παρελθόν, κατά τη διάρκεια της πανδημίας. Στους μεγάλους κερδισμένους περιλαμβάνονται εταιρείες από τομείς που θεωρούνται συστημικής σημασίας (τρόφιμα, υγεία) ή που βιώνουν μια άνευ προηγουμένου άνθηση κατά τη διάρκεια της κρίσης (logistics, διαδικτυακό λιανικό εμπόριο, ψηφιακές τεχνολογίες). Ο τομέας της κερδοσκοπίας των ακινήτων κερδίζει επίσης διαρκώς έδαφος. Μια άλλη πρόσφατη μελέτη κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι τιμές των ακινήτων ήταν εξαιρετικά «ανθεκτικές απέναντι στην πανδημία».

 

Αμφισβήτηση της δημοκρατίας

 

Ουσιαστικά η έκθεση του Ινστιτούτου επισημαίνει ότι και στην Γερμανία όπως συμβαίνει και σε άλλες χώρες είναι μεγάλη πλέον η... διασπορά της κακοπληρωμένης, φθηνής εργασίας με επισφαλείς όρους. Οι άνθρωποι αυτοί δεν είχαν δυνατότητα να διεκδικήσουν ούτε αποζημιώσεις, ούτε επιδόματα λόγω της διακοπής της απασχόλησής τους εξαιτίας της πανδημίας και βρίσκονται συχνά κάτω από τα όρια της επιβίωσης. Η έκθεση μάλιστα προειδοποιεί ότι πολλοί από αυτούς, που πήραν μέρος στην μελέτη της έχουν χάσει την εμπιστοσύνη τους στους θεσμούς και στην ίδια την δημοκρατία και δείχνουν ιδιαίτερα ευάλωτοι, τόσο απέναντι σε θεωρίες συνωμοσίας όσο και γενικότερα σε λαϊκιστικές υποσχέσεις, που ακούγονται συχνά από την Ακροδεξιά.

Όταν στο δημόσιο διάλογο η αντιπαράθεση γίνεται ανάμεσα σε εκείνους που ρίχνουν το φταίξιμο στον κορονοϊό και σε εκείνους, που θεωρούν ότι όλα αυτά είναι μια διεθνής συνωμοσία, τότε είναι δύσκολο να υπάρξει η απαραίτητη συνδικαλιστική και πολιτική παρέμβαση, που θα καταδείξει την πραγματική αιτία του προβλήματος, που ξεκινά ακόμα από την εποχή του «συντρόφου» Σρέντερ, του σοσιαλδημοκράτη καγκελάριου που έκανε τη φτηνή εργασία μαζικό φαινόμενο, διασφαλίζοντας μεγαλύτερα κέρδη για τις επιχειρήσεις και μειώνοντας τεχνητά τα ποσοστά της ανεργίας.

Βασικά εργαλεία του μεταξύ άλλων, η μείωση εισφορών και επικουρικού μισθολογικού κόστους, η απαλλαγή του κεφαλαίου από τους φόρους, η αναδιάρθρωση του κοινωνικού συστήματος, η ευελιξία της αγοράς εργασίας και η ιδιωτικοποίηση του συνταξιοδοτικού. 

Αυτό που ακούμε και στην Ελλάδα ως «παροχή κινήτρων» για τους επιχειρηματίες και που δεν σημαίνει τίποτα περισσότερο από τη δημιουργία ενός πλαισίου ευνοϊκού για μεγιστοποίηση του κέρδους του μεγάλου κεφαλαίου.

Τα όσα συνέβησαν σε μια σειρά από μεγάλες βιομηχανίες κρέατος και αλλαντικών με την αποκάλυψη των απάνθρωπων συνθηκών εργασίας, που συνέβαλαν και στην ταχεία διασπορά του ιού, αλλά και οι κινητοποιήσεις των εργαζομένων στα γερμανικά «υποκαταστήματα» μεγάλων πολυεθνικών, όπως η Amazon ρίχνουν λίγο μόνο φως στις σκοτεινές πλευρές του «εργασιακού θαύματος», που κληρονόμησε στην Ανγκέλα Μέρκελ ο Γκέρχαρντ Σρέντερ.

 

Αναγκαία μέτρα αποτροπής

 

Το WSI προτείνει τώρα μια σειρά από πολιτικά μέτρα για την αποτροπή της περαιτέρω διεύρυνσης του χάσματος μεταξύ πλουσίων και φτωχών: αύξηση του επιδόματος εργασίας μικρής διάρκειας, εξασφάλιση θεσμικής φροντίδας παιδιών, επιμόρφωση, αύξηση του επιδόματος «Hartz IV» για τους ανέργους, επέκταση του επιδόματος ανεργίας και αύξηση του ελάχιστου μισθού, ενίσχυση της συλλογικής κάλυψης διαπραγματεύσεων, υψηλότερη φορολόγηση επί των εισοδημάτων από επενδύσεις, μεταρρύθμιση του καθεστώτος περί φόρου κληρονομιάς, αναγνώριση των εκπαιδευτικών προσόντων των μεταναστών και συμβουλευτικές δράσεις για τους άπορους. Σύμφωνα με το ινστιτούτο, «ο στόχος είναι να ξεκινήσουμε τουλάχιστον από εκεί όπου προκύπτει ανισότητα». Τα μέτρα αυτά δεν αλλάζουν φυσικά την ουσία του συστήματος και της ιδιοκτησίας. Αλλά τουλάχιστον προσπαθούν να στηρίξουν την αμειβόμενη εργασία, απέναντι στο κέρδος του κεφαλαίου. Μπορούν να αποτελέσουν μια αρχή για την αντιμετώπιση των ανισοτήτων, να αποτρέψουν την περαιτέρω διόγκωσή τους. Μια «λογική» άρχουσα τάξη που θα είχε συμφέρον να θέλει να αποφύγει κοινωνικές εκρήξεις θα έπρεπε να τα επικροτεί. Αλλά μέσα στην Χριστιανοδημοκρατία της Μέρκελ ή και μετά από αυτή δεν φαίνεται να υπάρχει τέτοια διάθεση. Αντίθετα οι διεκδικητές της διαδοχής συνεχίζουν να αναμασούν γνωστά και ξεπερασμένα αφηγήματα για την ανάγκη «μείωσης των φόρων, που θα φέρει ανάπτυξη και περισσότερα έσοδα» ή για ακόμα μεγαλύτερη «ευελιξία στην αγορά εργασίας». Ουσιαστικά μοιάζουν να μην καταλαβαίνουν ότι μπορεί να πριονίζουν τον ίδιο τους το θρόνο. Η «κοινωνική ειρήνη», πάνω στην οποία στηρίζεται το γερμανικό «οικονομικό θαύμα» κάθε άλλο παρά δεδομένη είναι. Με ή χωρίς πανδημία.

Πρόσφατα άρθρα ( Ευρώπη )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet