Μια συνομιλία με το άρθρο του Ευκλείδη Τσακαλώτου

 

Προλογίζοντας, πριν από δύο εβδομάδες, το άρθρο του Ευκλείδη Τσακαλώτου για την ιδεολογία, είχαμε γράψει ότι αυτό θα μπορούσε να ανοίξει μια μεγάλη συζήτηση. Δεν πέσαμε έξω στην προσδοκία μας. Ο πρώτος που ανταποκρίθηκε είναι ο αείποτε σύντροφος Δημήτρης Γιατζόγλου, κλασικός οργανικός διανοούμενος της ελληνικής ανανεωτικής κομμουνιστικής και ευρύτερης Αριστεράς. Στο κείμενο «συνομιλίας» του με το άρθρο του Τσακαλώτου, ο Γιατζόγλου εκφράζει κατ’ αρχάς την άποψη ότι η βασική του συνεισφορά είναι ότι μας υπενθυμίζει το κενό που έχει πάρει σήμερα τη θέση τού αδιάσπαστου δεσμού μεταξύ ιδεολογίας, θεωρίας και πολιτικής πρακτικής, στον οποίο στηρίχτηκε ιστορικά η Αριστερά του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού. Στο πλαίσιο του περιορισμένου χώρου που έχει στη διάθεσή του, ο συγγραφέας εκφράζει τη ρητή διαφωνία του με τη Θέση 10 του Τσακαλώτου για την ύπαρξη στη σημερινή εποχή κάποιου λιγότερο «τοξικού» καπιταλισμού, τις επιφυλάξεις του για τη Θέση 2 περί «αποδυνάμωσης» από την Δεξιά του φιλελευθερισμού, και τα ερωτηματικά του για το περιεχόμενο της έννοιας της «ενδεχομενικότητας» του σοσιαλισμού (Θέση 11). Κάτι μου λέει ότι θερμαίνεται η συζήτηση, παρά το γεγονός ότι κατά την γνώμη μου αυτή ελάχιστα αφορά το υπαρκτό πολιτικό υποκείμενο στο οποίο αναφέρονται και οι δύο συγγραφείς. Είμαι βέβαιος ότι έπεται συνέχεια.

 

Χ.Γο.

 

Η ιδεολογία είναι «αναπαράσταση».
Είναι η «αναπαράσταση της φαντασιακής σχέσης του ατόμου
με τις πραγματικές συνθήκες της ύπαρξής του».

 

Τα πολιτικά κινήματα της Αριστεράς στην Ευρώπη, σε όλες τις εκδοχές τους – κομμουνιστικά, σοσιαλιστικά, αναρχικά/ελευθεριακά – αναδύθηκαν μέσα από μια θάλασσα φιλοσοφικών και θεωρητικών αναζητήσεων. Οι πολιτικοί τους αγώνες εναντίον των κυρίαρχων τάξεων, αλλά και οι μεταξύ τους ανταγωνισμοί και αναμετρήσεις δεν αφορούσαν μόνο διαφορετικές πολιτικές στρατηγικές. Είχαν εξ αρχής τον χαρακτήρα σκληρών θεωρητικών αντιπαραθέσεων επίσης. Και μέσα από αυτές, ξεκινώντας από μια κριτική οικειοποίηση της κληρονομιάς των ιδεών του διαφωτισμού, συγκροτείται, επώδυνα και αντιφατικά, η σοσιαλιστική ιδεολογία ως η θετική απάντηση στην πολιτική και ιδεολογική κυριαρχία του αστισμού και όχι απλώς ως μια «αντισυστημική» της άρνηση. (Οι «σοσιαλιστικές ιδεολογίες» θα παρατηρούσαν ορισμένοι, αν σταθούμε στις διαφοροποιήσεις, παραβλέποντας τον σκληρό πυρήνα, δηλαδή την κατάφαση στην αναγκαιότητα και τη δυνατότητα της καθολικής κοινωνικής και ανθρώπινης απελευθέρωσης).

 

Γνώση – Ιδεολογία – Πολιτική Πράξη: Ο «δεσμός» από τον Μαρξ στον Γκράμσι

 

Ο «πολιτικός κανόνας» της γέννησης και της ανάπτυξης της ευρωπαϊκής Αριστεράς, από τους μπολσεβίκους μέχρι τους σοσιαλδημοκράτες, υπήρξε η πεποίθηση της ανάγκης και της δυνατότητας για μια οργανική σχέση μεταξύ της θεωρίας, της ιδεολογίας και της πολιτικής. Με τις ιστορικά εξηγήσιμες ταλαντεύσεις ανάμεσα σ’ έναν εύκολο αναγωγισμό από τη μια και στην «ευελιξία» του τακτικισμού από την άλλη, η αναζήτηση της σχέσης βρίσκει την πιο γόνιμη έκφρασή της στην γκραμσιανή έννοια της «φιλοσοφίας της πράξης». Αυτή είναι που επιβεβαιώνει τον αδιάσπαστο δεσμό ανάμεσα στη γνώση, τις ιδέες, την πολιτική πρακτική: Τη γνώση, όχι ως παθητική αντανάκλαση του «αντικειμενικού», αλλά ως ενεργητική πρόσληψή του, όταν «το πράγμα καθ’ εαυτό» διαμεσολαβείται από την υποκειμενικότητα με τις διακριτές της ιδεολογικές στοχεύσεις ͘ και την «ανατρεπτική πράξη», που θέλει να μετασχηματίσει το υπάρχον και όχι απλώς να το διαχειριστεί.

Ο Μάρξ είναι αυτός που ψηλαφίζει και σκιαγραφεί το δεσμό στις (απαξιωμένες από τον αλτουσεριανό θεωρητικισμό) “11 Θέσεις για τον Φόιερμπαχ”. O Γκράμσι τον διαπραγματεύεται εξαντλητικά, όσο του επιτρέπουν οι συνθήκες της ζωής του.

 

Η αποδυνάμωση του «Δεσμού»

 

Ξέρουμε όλοι ότι, μέσα σε μια μακρά ιστορική διαδικασία, ο προαναφερθείς Δεσμός αποδυναμώνεται. Ο μαρξισμός μετακομίζει στα πανεπιστήμια και στα ερευνητικά ινστιτούτα. Η ανάπτυξή του αποσυνδέεται από το «πραγματικό κίνημα» για την αλλαγή του κόσμου. Ξέρουμε, επίσης, ότι η σοσιαλιστική ιδεολογία χάνει βαθμιαία το αντιστασιακό και εξεγερσιακό δυναμικό της. Μετατρέπεται σε ένα άθροισμα στερεοτύπων που εκφωνείται από άμβωνος. Αδρανοποιείται. Και ο σοσιαλισμός; Δεν είναι μόνο ότι γίνεται ομιχλώδες το «πώς». Είναι και η απροσδιοριστία του «κάποτε». Και, ακόμα χειρότερα, η παραίτηση του «όποτε».

Γιατί συμβαίνουν όλα αυτά; Δεν έχω να προτείνω μια ερμηνεία. Μπορώ απλώς να αναφερθώ σε κάποιες συγκλίνουσες ιστορικές διαδικασίες: Ο «σοβιετικός μαρξισμός» εκπίπτει σε δικαιωτική μυθολογία της αναγκαιότητας και της νομοτέλειας ͘ σε απολογητική του «σοβιετικού κομμουνισμού» - του αυταρχικού κρατισμού, των βιαιοτήτων και του κυνικού πραγματισμού του. Η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία ενσωματώνεται στο διαχειριστικό δικομματισμό της καπιταλιστικής μεγέθυνσης και παραιτείται από την υπεράσπιση της όποιας εναλλακτικότητας. Το ρεύμα του ευρωκομμουνισμού υπόκειται στη συνεχή ταλάντευση μεταξύ των πόλων της ταξικότητας και της εθνικής ηγεμονίας. Ακόμα και οι ελπίδες για μια θεωρητική και ιδεολογική άνοιξη, που φύτρωσαν στο έδαφος του αλτουσεριανού μαρξισμού, διαψεύστηκαν από την πλήρη αδυναμία του να τροφοδοτήσει μια ανανεωμένη ριζοσπαστική πολιτική στρατηγική. Αναζητώντας την πολιτική αποτελεσματικότητα, η ευρωπαϊκή Αριστερά οδοιπορεί σε μια θεωρητική και ιδεολογική έρημο.

Το ορόσημο του 1989 λειτούργησε ως επίταση των αδιεξόδων. Η Αριστερά δεν αμφισβήτησε στην πράξη «το θεώρημα του τέλους των ιδεολογιών». Πρόκειται για ιστορικό παράδοξο: Αντιμέτωπη με την επέλαση της ολοκληρωτικής ιδεολογικής επίθεσης του νεοφιλελεύθερου αντιπαραδείγματος, με την πολυπλοκότητα της νέας περιόδου, μέσα σε μια συγκυρία ιδιαίτερης ιδεολογικής φόρτισης, αντί να πυκνώσει τις θεωρητικές της αναζητήσεις, να υπερασπιστεί την ιστορικότητά της, να εντείνει την ιδεολογική της απεύθυνση, η Αριστερά αναζήτησε τη διέξοδο στην αποτίναξη της πολιτικής της πράξης από τον «ζυγό της ιδεολογίας». Μαζί με τα απόνερα εξαντλημένων στερεοτύπων, πέταξε προτάγματα, και θεμελιώδεις θεωρητικές αρχές, προσυπογράφοντας ως πολιτικό εκσυγχρονισμό την απάλειψη της ιδεολογικής «τραχύτητας». Αλλά επειδή «η ιδεολογία της μη ιδεολογίας» είναι ο σίγουρος δρόμος για να οδηγηθείς στην αγκαλιά της κυρίαρχης ιδεολογίας και στον επακόλουθο πολιτικό αφοπλισμό, η διάψευση υπήρξε εκκωφαντική. Στη θέση του Δεσμού εγκαταστάθηκε η απουσία ͘ το κενό.

 

Η υπενθύμιση

 

Η πρωταρχική σημασία του άρθρου του Ευκλείδη Τσακαλώτου («Εποχή» -Ιδέες, 28-29 Νοεμβρίου 2020) με τίτλο «11 θέσεις για την ιδεολογία: σοσιαλισμός χωρίς εγγυήσεις», έγκειται στο ότι λειτουργεί ως υπενθύμιση της ύπαρξης του «κενού» και ως πρόσκληση να σκεφτούμε επ’ αυτού. Έγκειται στο ότι, σε μια συγκυρία πολιτικής ηγεμονίας της Δεξιάς και του νεοσυντηρητισμού, η επανεκκίνηση της πολιτικής δυναμικής της Αριστεράς έχει ανάγκη από μια φιλόδοξη πολιτική που αναδεικνύει το «ιστορικό βάθος» της σύγκρουσης με τον αντίπαλο. Και έχει επομένως ανάγκη την θεωρητική συστηματοποίηση και την ιδεολογική διαύγεια, πέρα από τα όρια του εμπειρισμού.

Μέσα από την ελλειπτικότητα των διατυπώσεων, το κείμενο επαναφέρει ένα πρόβλημα: Η αυτονόητη προγραμματική διεκδίκηση επιμέρους αλλαγών εγγράφεται και φέρνει πιο κοντά τον στρατηγικό ορίζοντα της χειραφέτησης, ή ένας αποκλειστικός περιορισμός σ΄αυτήν τον απομακρύνει διαρκώς, καθιστώντας τις κατακτήσεις εύθραυστες και αφομοιώσιμες; Μπορεί η προβολή της συγκυρίας σ’ ένα εναλλακτικό μέλλον να πραγματοποιείται μέσα από έναν αποσπασματικό μεταρρυθμισμό που δεν ενοποιείται από μια συνεκτική δομή πεποιθήσεων;

Ξέρουμε ότι δεν υπάρχει μηχάνημα αυτόματης «μετάφρασης» της θεωρίας και της ιδεολογίας σε εφαρμοσμένη πολιτική ͘ ότι το πέρασμα από τις θεωρητικές βεβαιότητες και τα ιδεολογικά προτάγματα στις αβεβαιότητες της πολιτικής πράξης ενέχει το στοιχείο της διάψευσης και της αναθεώρησης. Ότι στην ουσία πρόκειται πάντα για ένα ανοιχτό πείραμα, του οποίου η έκβαση κρίνεται τελικά στο πεδίο της ταξικής πάλης. Έχουμε όμως μάθει ότι η διαιρετική τομή Αριστεράς/Δεξιάς απαιτεί πάντα την εφ’ όλης της ύλης αντιπαράθεση με τον αντίπαλο. Από μια τέτοια σκοπιά, η αριστερή πολιτική πράξη μπορεί να διαπλάθει το κοινωνικό φρόνημα και να διαπλάθεται από αυτό. Από μια τέτοια σκοπιά, η αξίωσή της να κυβερνήσει καθίσταται αυτονόητο ιστορικό αίτημα.

 

Μια αφετηριακή θεώρηση

 

Πρώτη επισήμανση: Το άρθρο του Τσακαλώτου είναι μια πολιτική χειρονομία. Δεν είναι θεωρητικό δοκίμιο για την έννοια της ιδεολογίας. Είναι κείμενο άμεσης θεωρητικό-πολιτικής παρέμβασης, σε μια συγκυρία στην οποία έχει τεθεί και το ζήτημα του μετασχηματισμού της ταυτότητας του ΣΥΡΙΖΑ, με επίκεντρο τη συζήτηση αν αυτή θα δομείται από την ιδεολογία και αν η κρίση πολιτικής εκπροσώπησης θα ενταθεί ή θα αντιστραφεί από την αποδόμηση της σχέσης. Στο κείμενο, πέρα από κάποιες νύξεις, δεν υπάρχει μια αναλυτική «Θέση» αφιερωμένη στο ζήτημα της ιδεολογίας σε σχέση με τη συγκρότηση ενός πολιτικού υποκειμένου της Αριστεράς. Αλλά το ζήτημα διατρέχει υπόρρητα όλο το κείμενο. Δεν αρκεί. Η θεωρία του πολιτικού κόμματος απαιτεί βαθιά θεωρητική ανανέωση. Είναι εξηγήσιμο: Ένα κόμμα της Αριστεράς είναι ο «αρχιμήδειος τόπος», στον οποίο η συνάρθρωση πολιτικής και ιδεολογίας τίθεται ως όρος της πράξης.

Δεύτερη επισήμανση: Η έννοια της ιδεολογίας στη διαδρομή του χρόνου παραμένει όντως μια έννοια δύσκολη. Σκοτεινή θα έλεγα. Διαδοχικές θεωρητικές προσεγγίσεις έχουν παραγάγει αντιθετικές ερμηνείες. Εμπειρικές και εργαλειακές χρήσεις, που άλλοτε την ταυτίζουν με την θεωρία κι άλλοτε υποστηρίζουν μια απόλυτη, δομική ασυμβατότητα μεταξύ τους, εξουδετερώνουν την δραστικότητά της. Το αρχικό στίγμα της έννοιας ως «ψευδούς συνείδησης», μετριασμένο έστω με τον χαρακτηρισμό της «αυταπάτης», παραμένει ακόμα και στην επεξεργασμένη θεωρητική διαπραγμάτευση από τον Αλτουσέρ: [Μέσω της ιδεολογίας δεν μπορούμε να «γνωρίσουμε» την πραγματικότητα. Η ιδεολογία είναι «αναπαράσταση». Είναι η «αναπαράσταση της φαντασιακής σχέσης του ατόμου με τις πραγματικές συνθήκες της ύπαρξής του». Στο επίπεδο της ιδεολογίας «συντελείται η φαντασιακή παραμόρφωση των πραγματικών σχέσεων»].

Έχουμε όμως αφήσει πίσω μας αυτόν τον συμπαγή αρνητισμό. Έχουμε δεχτεί ότι η ιδεολογία δεν είναι μόνο «παραγνώριση» αλλά και «αναγνώριση» μ’ ένα ισοζύγιο που δεν είναι στατικό. Ότι η δική μας ιδεολογία είναι, ή μπορεί να είναι, μια σύνθεση εννοιών, αξιών, γλώσσας, αφηγηματικών στοιχείων, φαντασιακών αναπαραστάσεων. Μια πολιτισμική εν τέλει «κατασκευή» που δημιουργεί ταυτίσεις, μέσα από τις οποίες αρνούμαστε την αιωνιότητα του υπάρχοντος και φανταζόμαστε ένα διαφορετικό μέλλον. Και ξέρουμε, ότι το να μπορούμε να ψηλαφίσουμε έστω, θολά και ανεπεξέργαστα, μια εναλλακτική ιστορική δυνατότητα είναι, ιδιαίτερα σήμερα, ένα αποφασιστικό βήμα για να οργανώσουμε την πραγματοποίησή της.

 

Αμφιβολίες – Αβεβαιότητες – Ερωτήματα

 

Τα παραπάνω, με την σχηματικότητα και τον περιγραφισμό που τα χαρακτηρίζουν, θεωρώ ότι προδιαγράφουν μια συγκλίνουσα οπτική με αυτήν που διαπνέει το άρθρο. Προσλαμβάνω πάντως το κείμενο λιγότερο σαν σύνολο βεβαιοτήτων και περισσότερο σαν καταγραφή ερωτημάτων, που σε μεγάλο βαθμό παραμένουν ανοιχτά.

Θα προσπεράσω κάποια σημεία, όχι γιατί δεν είναι σημαντικά αλλά διότι ένας σχολιασμός τους στο πόδι υποβαθμίζει τη βαρύτητά τους. (Όπως π.χ. την αναφορά στην «οικουμενικότητα» της εργατικής τάξης, ως φορέα συμφερόντων τα οποία εκπροσωπούν «τα συμφέροντα όλης της κοινωνίας» - θέση ενός ιστορικισμού που ανακαλεί την αντίληψη της ιστορικής νομοτέλειας, σε έκδηλη μάλιστα αντίφαση με τη Θέση 11 για την ιστορική ενδεχομενικότητα). Θα σημειώσω επίσης ότι στην πολύ ενδιαφέρουσα Θέση 4 (για τη «στρατηγική της επιβίωσης») αξίζει μια μεγαλύτερη αναλυτική διαπραγμάτευση ͘ όπως και για την Θέση 9– ιδίως για το πριν ή το μετά της ιδεολογικής ηγεμονίας σε σχέση με την πολιτική εξουσία ͘ για το πώς ο «πόλεμος θέσεων» συνδέεται με ηγεμονικές πρακτικές και δεν οδηγεί σ’ έναν θεσμικό εγκλωβισμό.

Θα σταθώ όμως σε τρεις Θέσεις, θεμελιώδεις, κατά τη γνώμη μου, για την επεξεργασία πολιτικών και ιδεολογικών στρατηγικών για την Αριστερά.

Στη Θέση 10 αρχικά, για το πώς μπορεί να τεθεί το ζήτημα του κοινωνικού μετασχηματισμού, δηλώνοντας την πλήρη διαφωνία μου για τον στόχο του «μεταβατικού σταδίου μιας λιγότερο τοξικής μορφής καπιταλισμού που θα προετοιμάσει το έδαφος για την υπέρβαση του καπιταλισμού σε ορισμένα πεδία». Όχι μόνο διότι η «τοξικότητα» αποτελεί εγγενές και δομικό στοιχείο του σημερινού παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού. Αλλά και επειδή, αυτή η στρατηγική εμπεδώνει τελικά στη συνείδηση των μαζών την αντίληψη ότι το μόνο που σήμερα είναι εφικτό είναι η διόρθωση των καπιταλιστικών ακροτήτων. Η ενότητα του Πολιτικού Σχεδίου όμως οργανώνεται εκ των προτέρων. Δεν προκύπτει με το «βλέποντας και κάνοντας».

Έχω επιφυλάξεις ως προς την Θέση 3 για την αποδυνάμωση της φιλελεύθερης ιδεολογίας, (στο βαθμό που δεν την διαβάζω με τον φακό της «παραγνώρισης»). Θεωρώ ότι η φιλελεύθερη ιδεολογία υπήρξε εξ αρχής ένας απολογητικός λόγος περί «προόδου» με κινητήρια δύναμη τις ανισότητες και τον ανταγωνισμό ͘ ιδεολογία εχθρική στις ιδέες της συλλογικότητας, της αλληλεγγύης, του «δημόσιου χώρου», επιθετική προς τις λαϊκές τάξεις. Δεν μπορούμε να την διαβάσουμε εκλεκτικιστικά, διαχωρίζοντας την οικονομική της πλευρά, προς την οποία εναντιωνόμαστε απόλυτα, από την πολιτική (που ισχυροποιεί το κράτος ώς απροσπέλαστο οχυρό απέναντι στους υποτελείς) και την πολιτισμική (με πυλώνες την κατανάλωση και την ομογενοποίηση). Δεν πρόκειται για «αποδυνάμωση».Το νεοφιλελεύθερο παράδειγμα της συνάρθρωσης του φιλελευθερισμού των «δικαιωμάτων» με τον μεταδημοκρατικό αυταρχισμό δεν αποτελεί ένα νεοπαγές «υβρίδιο». Αποτελεί την σημερινή ενιαία ανάπτυξη της εσωτερικής λογικής του φιλελευθερισμού και των εγγενών του τάσεων. Η διεργασία είναι μη αντιστρεπτή. Η Αριστερά οφείλει να αποδομεί την φιλελεύθερη ιδεολογία, καθολικά και συγκεκριμένα σε κάθε πεδίο. Η «διακριτική γοητεία» που αυτή ασκεί σε πολλούς αριστερούς είναι πρόσθετος λόγος.

Έχω τέλος πολλά ερωτήματα για την ακροτελεύτεια Θέση 11 του άρθρου, περί της αναπόφευκτης [ιστορικής] ενδεχομενικότητας, σύμφωνα με την οποία το εγχείρημα του σοσιαλισμού είναι υπόσχεση χωρίς εγγυήσεις. Είναι ίσως η σημαντικότερη και πιο απαιτητική Θέση του κειμένου, με κομβική πολιτική σημασία, καθώς η αποτυχία ενός μεταρρυθμισμού που δεν νοηματοδοτείται και δεν ελέγχεται διαρκώς από το στρατηγικό κέντρο του «σκοπού» έχει αποδειχθεί περίτρανα. Ομονοούμε στην ανανεωτική/ριζοσπαστική Αριστερά εδώ και χρόνια ότι η εγγύηση για τον σοσιαλισμό δεν φωλιάζει εν υπνώσει στην αγκαλιά της ιστορικής νομοτέλειας. Είναι η διαλεκτική πολιτικού – κοινωνικού αυτή που αναδεικνύει τον σοσιαλισμό ως διακύβευμα. Μόνο που αυτή η διαλεκτική δεν είναι μια μεταφυσική ιδιότητα της ιστορίας αλλά μια δομή της ανθρώπινης πράξης. Αυτή είναι που δημιουργεί προϋποθέσεις οι οποίες εγγράφονται ως κεκτημένα στους αναγκαίους υλικούς όρους του εγχειρήματος και στο αναγκαίο κοινωνικό φρόνημα. Η εδεχομενικότητα είναι λοιπόν πάντα παρούσα. Αλλά δεν ταυτίζεται με την τυχαιότητα. Οι εκτροπές της ενδεχομενικότητας σε ανεπιθύμητες κατευθύνσεις μπορούν να προβλεφθούν και να περιοριστούν. Ο σοσιαλισμός μπορεί να εγκατασταθεί στην ιστορική ενδεχομενικότητα. Αυτό είναι ένα μείζον στρατηγικό ζήτημα.

Ο σοσιαλισμός δεν είναι λυτρωτική επαγγελία του θεού της ιστορίας. Είναι εγχείρημα ανθρώπινο. Και σαν τέτοιο έχει εγγυήσεις που τις δημιουργεί η αφοσίωση, η ανιδιοτέλεια, η επινοητικότητα αυτών που τον αναλαμβάνουν. Και η συστηματική προετοιμασία.

Για να έρθουμε στα δικά μας, καθώς παλεύουμε για την επάνοδο στη διακυβέρνηση και για τον κοινωνικό μετασχηματισμό: Δεν έχουμε απαντήσεις σε όλα. Και δεν θα έχουμε για καιρό. Αλλά καθώς προετοιμάζουμε προγραμματικά και πολιτικά την «επιστροφή» μας ως εγχείρημα ανανέωσης και εμβάθυνσης του αριστερού ριζοσπαστισμού, ας αποφασίσουμε τι θα αφήσουμε πίσω μας και τι θα επιχειρήσουμε. Να αρνηθούμε τον διαλυτικό, ιδεολογικό σχετικισμό. Να ανανεώσουμε τον προσανατολισμό μας στις βασικές ταξικές και κοινωνικές μας αναφορές και με βάση αυτές να οικοδομήσουμε τις κοινωνικές συμμαχίες. Να συγκροτήσουμε την εναλλακτική προγραμματική μας απάντηση ως Πολιτικό Πρόγραμμα που ενοποιεί το άμεσο με το μακροπρόθεσμο, ως ένα συνεχές της μακράς πορείας ρήξης με τον καπιταλισμό. Να ενσωματώσουμε σ’ αυτό πολιτικές και μέτρα μιας μετακαπιταλιστικής μετάβασης ως σημαντικό βήμα. Να οδηγήσουμε την ιδεολογική αντιπαράθεση έξω από το γελοιογραφικό και θλιβερό πεδίο των σκιαμαχιών για ενδυματολογικές και γαστριμαργικές προτιμήσεις.

Δεν είναι εύκολα όλα αυτά. Αποτελούν όμως τις εγγυήσεις που απαιτούνται για την επαναστατική μεταμόρφωση του κόσμου, όσο την κατανοούμε και όπως την φανταζόμαστε.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet