Κέντημα αποτελεί ως προς την προσήλωση στην λεπτομέρεια και την επιμέλεια για άρτιο αποτέλεσμα, το νομοθετικό έργο της κυβέρνησης. Και με αυτήν την έννοια, της επίδοσής της στο κέντημα, αρχίζει και τελειώνει η μέριμνά της για ό,τι νοείται ως πολιτισμός. Σε μια Βουλή που ασθενεί λόγω πανδημίας και στο όνομα της κοινωνίας που αγωνία για την έξοδό της από την περιπέτεια της διαχείρισης της πανδημίας, η κυβέρνηση συνεχίζει ακάθεκτη να νομοθετεί σταθερά υπέρ του δόγματος τίποτα δεν έχει αξία αν δεν μας επιφέρει κέρδος. Για άλλη μια φορά εις βάρος αυτού που συνήθως λέγεται πολιτιστική κληρονομιά. Την Πέμπτη συζητήθηκε και ψηφίστηκε στην λειψή Βουλή το νομοσχέδιο με τον τίτλο «Αναδιοργάνωση του Ταμείου Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων και μετονομασία του σε Οργανισμό Διαχείρισης και Ανάπτυξης Πολιτιστικών Πόρων, ίδρυση ν.π.ι.δ. με την επωνυμία "Μουσείο-Ελαιοτριβείο Βρανά" στον Δήμο Λέσβου, προβολή της πολιτιστικής κληρονομιάς στο εξωτερικό, ρυθμίσεις για το ιστορικό μουσείο Κρήτης και το μουσείο "Φοίβος Ανωγειανάκης" και άλλες διατάξεις του υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού». Ο «εκσυγχρονισμός» του πολύπαθου ΤΑΠΑ είχε ανακοινωθεί εδώ και μήνες από την υπουργό Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη. Παρακολουθώντας τον οδοστρωτήρα εξυπηρέτησης του ιδιωτικού συμφέροντος που σαρώνει το δημόσιο συμφέρον, υποθέταμε τι περίπου περιεχόμενο θα έχει η λέξη εκσυγχρονισμός. Αλλά η φαντασία των περισσότερων εξ ημών αποδείχτηκε φτωχή.

 

Επιχειρώντας με λίγα λόγια να δούμε το σύνολο των διατάξεων, αξίζει να αναφέρουμε ότι,  όπως σημειώνει στην «Εποχή» ο Δέδες Λιώνης, αρχαιολόγος, πρόεδρος του Ενιαίου Συλλόγου Υπαλλήλων υπουργείου Πολιτισμού, «άλλο νομοσχέδιο παρουσίασε το Υπ.Πο.Α. στην αρχή σε επίπεδο δημόσιας διαβούλευσης στο διαδίκτυο κι άλλο τελικά κατέθεσε αιφνιδιαστικά στη Βουλή». Επιπλέον, σύμφωνα με τον Σύλλογο Ελλήνων Αρχαιολόγων, κατά τη συζήτηση στην ολομέλεια της Βουλής «η υπουργός Πολιτισμού επέλεξε να μην απαντήσει για μείζονα θέματα που έθεσε ο ΣΕΑ, ενώ –το βράδυ της Τρίτης– κατέθεσε αιφνιδιαστικά τροπολογία με την οποία αλλάζει ολόκληρο το άρθρο 45 του Αρχαιολογικού Νόμου (Ν. 3028/02), που αφορά τη μουσειακή πολιτικής της χώρας, χωρίς να προηγηθεί καμία διαβούλευση, εντός ή εκτός του ΥΠΠΟΑ!».

Ειδικότερα, με τον νέο πλέον νόμο, στον Οργανισμό Διαχείρισης και Ανάπτυξης Πολιτιστικών Πόρων (ΟΔΑΠ), όπως μετονομάστηκε το ΤΑΠΑ, δίνεται η δυνατότητα σύστασης χωριστού νομικού προσώπου, και μάλιστα ιδιωτικού δικαίου, με αποκλειστικό αντικείμενο τη διαχείριση της ακίνητης περιουσίας. Όπως σημειώνει σε υπόμνημά του επ’ αυτού ο ΣΕΑ: «Η δυνατότητα παραχώρησης του νευραλγικού αυτού τομέα των αρμοδιοτήτων του ΤΑΠΑ, με μια συνοπτική αναφορά, χωρίς να προσδιορίζονται ειδικοί όροι και προϋποθέσεις που θα διασφαλίζουν το δημόσιο συμφέρον, δεν μπορεί παρά να προκαλέσει μεγάλη ανησυχία, με δεδομένο ότι για την ακίνητη περιουσία του Υπ.Πο.Α. έχει επανειλημμένως γίνει προσπάθεια εκποίησης και ιδιωτικοποίησής της». 

Παράλληλα, στον ευαίσθητο τομέα της παραγωγής ακριβών αντιγράφων, δίνεται στον ΟΔΑΠ η δυνατότητα να προσφεύγει σε εξωτερικό ανάδοχο για την παραγωγή τους, δεδομένο που προκαλεί αρνητικούς συνειρμούς.

Όπως επισημαίνουν σύσσωμοι αρχαιολόγοι και εργαζόμενοι του Υπ.Πο.Α., εξαιρετικά προβληματική είναι η πρόβλεψη ότι στο επταμελές Διοικητικό Συμβούλιο του ΟΠΑΔ «η μία από τις δύο ex officio συμμετοχές είναι η συμμετοχή εκπροσώπου συνδικαλιστικού φορέα, ενώ δεν προβλέπεται η συμμετοχή ανώτατου υπηρεσιακού παράγοντα της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας». Μάλιστα, όπως σημειώνει ο ΣΕΑ, «αρνητική εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι στους κλάδους και τις ειδικότητες των προϊσταμένων, ο κλάδος Π.Ε. Αρχαιολόγων είναι καταφανώς συρρικνωμένος. Αντιθέτως, για την κάλυψη αυτών των θέσεων επιλέγονται συστηματικά άλλοι κλάδοι, όπως αυτός των Π.Ε. Πολιτιστικής Διαχείρισης».

Τα βέλη όμως φορέων και της αξιωματικής αντιπολίτευσης συγκέντρωσε το άρθρο 59 για την εξαγωγή αρχαιοτήτων από τη χώρα. Οι παλινωδίες περίσσεψαν, αφού η αρχική σκανδαλώδης διάταξη προέβλεπε εξαγωγή αρχαιοτήτων για αρχικό διάστημα πενήντα ετών που μπορεί να ανανεωθεί άπαξ για άλλα πενήντα. Τη στιγμή που η προηγούμενη ισχύουσα διάταξη όριζε συνολικά δέκα χρόνια. Μετά τη γενική κατακραυγή, –αξίζει να επισημανθεί ότι ενστάσεις για το συγκεκριμένο άρθρο διατύπωσε και η Επιστημονική Υπηρεσία της Βουλής, η οποία σε σχετική έκθεσή της επισημαίνει ότι η προτεινόμενη ρύθμιση βρίσκεται σε αναντιστοιχία με το υφιστάμενο πλαίσιο για τη λειτουργία των μουσείων (3028/2002) καθώς αυξάνει τη διάρκεια της εξαγωγής των αντικειμένων και μειώνει τις αυστηρές προϋποθέσεις που ίσχυαν μέχρι σήμερα– η υπουργός επέστρεψε με τροποποίηση του χρονικού διαστήματος σε εικοσιπέντε συν εικοσιπέντε χρόνια.

Μάλιστα, όπως προέκυψε από την ακρόαση των φορέων, στο πλαίσιο της συζήτησης στην Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων, πρόκειται για φωτογραφική διάταξη που αφορά το Μουσείο Μπενάκη και την εξαγωγή συλλογών του στο εξωτερικό για εκπαιδευτικούς σκοπούς. Όμως, όπως υπογραμμίζει ο Δέδες Λιώνης, «η συγκεκριμένη ρύθμιση, όπως κάθε νομοθετική διάταξη, θα έχει καθολική ισχύ ανοίγοντας επικίνδυνους δρόμους για την διαχείριση της πολιτιστικής κληρονομιάς και των κινητών μνημείων της χώρας».

Επ’ αυτού έχει ιδιαίτερη σημασία όσα σημειώνει ο ΣΕΑ: «Η ανησυχητική αυτή ρύθμιση σε μία εποχή που το άλλοτε υπερδραστήριο μουσείο Μπενάκη επιχειρεί να επιβιώσει πάση θυσία, θέτει σειρά ερωτηματικών για σχέσεις πολιτικής πατρωνείας που θα έχουν ως αποτέλεσμα τη θεσμοθέτηση μιας νέας αντίληψης για τις ελληνικές αρχαιότητες ως αντικειμένων συναλλαγής ανάμεσα σε ελληνικά μουσεία και φορείς του εξωτερικού. Είμαστε υποχρεωμένοι να αναρωτηθούμε: σχετίζεται η βιωσιμότητα του Μουσείου Μπενάκη με την εξαγωγή συλλογών ελληνικών αρχαιοτήτων στη Μελβούρνη; Υπονοείται ότι υπάρχει ή σχεδιάζεται να υπάρξει οικονομικό αντάλλαγμα για το Μουσείο Μπενάκη από τη συμφωνία μακροχρόνου δανεισμού των αρχαιοτήτων που ανήκουν στο ελληνικό δημόσιο; Θα είναι αυτή η μουσειακή πολιτική του ελληνικού δημοσίου ή/και των ελληνικών μουσείων (ειδικά των ιδιωτικών) από τούδε και στο εξής;».

Τελικά, η διάταξη τροποποιήθηκε το βράδυ της περασμένης Πέμπτης και κατέληξε στα εικοσιπέντε και πέντε χρόνια, με ανανέωση του δανεισμού για κάθε πενταετία. Όμως αυτό που μένει, επίσης, είναι ο σχεδιασμός και η πρόθεση της κυβέρνησης. Αλλά βεβαίως και η εντυπωσιακή προσπάθεια των φιλοκυβερνητικών ΜΜΕ να υπερασπιστούν τη διάταξη αυτή με λόγια όπως: η Ελλάδα ξανασυστήνεται στον κόσμο, και μάλιστα με στρατηγικό σχεδιασμό

Ζωή Γεωργούλα Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet