«Πεινασμένες καρδιές»



Tου Στράτου Κερσανίδη

Δεν είναι σπάνιο το φαινόμενο ανθρώπων οι οποίοι έχουν επιλέξει έναν εναλλακτικό τρόπο ζωής. Ως εδώ τίποτε το μεμπτό. Όταν, όμως, αυτός μετατρέπεται σε φανατισμό που οδηγεί στην εμμονή, τότε τα πράγματα γίνονται σοβαρά και, ενίοτε, επικίνδυνα. Οι εμμονές αποτελούν ένα είδος ψύχωσης και συχνά, εάν δεν αντιμετωπιστούν, μπορεί να έχουν καταστρεπτικά αποτελέσματα.
Ο Σαβέριο Κοστάντζο, στην ταινία «Πεινασμένες καρδιές» (Hungry hearts), μια τέτοια κατάσταση περιγράφει. Ο Τζουντ και η Μίνα συναντιούνται κάτω από πολύ περίεργες, σχεδόν κωμικές συνθήκες. Στη συνέχεια τους βλέπουμε σφοδρά ερωτευμένους και παντρεμένους, μετά από την εκτός σχεδίου εγκυμοσύνη της Μίνας. Η γέννηση ενός αγοριού θα μεγαλώσει την αγάπη τους και όλα μοιάζουν να κυλούν ιδανικά. Μόνο που η Μίνα π��στεύει πως το παιδί της είναι ιδιαίτερο (indigo) κι αποφασίζει να το μεγαλώσει όπως αυτή θέλει. Έτσι δεν το ταΐζει με ζωικές τροφές, δεν το πηγαίνει στους γιατρούς, δεν το βγάζει έξω. Φοβάται πως οι ζωικές τροφές θα βλάψουν το γιο της, θεωρεί τους γιατρούς τσαρλατάνους, ενώ το κρατά μέσα στο σπίτι για να μην έρθει σε επαφή με τη μολυσμένη ατμόσφαιρα της Νέας Υόρκης. Ο Τζουντ αρχίζει να ανησυχεί και, όταν ένας πυρετός επιμένει και δεν πέφτει, παίρνει το μικρό κρυφά από τη γυναίκα του και τον πηγαίνει στο γιατρό. Εκείνος διαπιστώνει πως το παιδί δεν αναπτύσσεται φυσιολογικά και η υγεία του κινδυνεύει. Έτσι αρχίζουν οι συγκρούσεις ανάμεσα στο ζευγάρι. Η Μίνα επιμένει πως έχει δίκιο και ζητά από τον άντρα της να της έχει εμπιστοσύνη. Ο Τζουντ ταΐζει κρυφά το παιδί και όταν η κατάσταση χειροτερεύει απευθύνεται στην κοινωνική πρόνοια και ζητά τη βοήθεια της μητέρας του. Η κατάσταση χειροτερεύει διαρκώς και οδηγείται στην έκρηξη. Το λυτρωτικό αλλά δραματικό φινάλε κόβει την ανάσα.
Η ταινία ξεκινά ως αισθηματική κομεντί, στην πορεία μετατρέπεται σε δράμα και καταλήγει σε θρίλερ με στοιχεία τρόμου. Ο σκηνοθέτης παρακολουθεί βήμα-βήμα τη συμπεριφορά της Μίνας και πώς διαμορφώνεται η καθημερινότητα και η σχέση του ζευγαριού. Η αλήθεια είναι πως τα πολύ κοντινά εσωτερικά πλάνα, στα οποία η χρήση ανάλογων φακών παραμορφώνει τα πρόσωπα των πρωταγωνιστών, δημιουργούν μια αίσθηση υποβόσκουσας έκρηξης. Ο Κοστάντζο υιοθετεί μια κλειστοφοβική, σχεδόν ασφυκτική ατμόσφαιρα και έτσι καταφέρνει εντέχνως να περάσει από το δράμα στην αγωνία του θρίλερ. Κάμερα στο χέρι η οποία κινείται διαρκώς, κοντινά πλάνα στα πρόσωπα, τόσο πολύ ώστε σχεδόν να νιώθεις την ανάσα των ηρώων, δημιουργούν την εντύπωση της συμμετοχής κάνοντας το θεατή κοινωνό και συμπάσχοντα στο δράμα και την αγωνία.
Γιατί η Μίνα κάνει ό,τι κάνει, όχι επειδή είναι κακιά και σκληρή μητέρα αλλά επειδή αγαπά το παιδί της. Μόνο που το αγαπά με το δικό της τρόπο τον οποίο θεωρεί σωστό. Από την άλλη, ο Τζουντ λατρεύει τη γυναίκα του, προσπαθεί να μη συγκρουστεί μαζί της αλλά την ίδια ώρα θέλει και το καλό του παιδιού του. Εσωτερικές και εξωτερικές συγκρούσεις, έρωτας και εμμονές, τρυφερότητα και οικογένεια, όλα αυτά μαζί συγκροτούν μια δυνατή ταινία έντονων συναισθημάτων. Μια ταινία που εισχωρεί με τόλμη στα «εντός» και αποκαλύπτει το ψεύδος μιας φαινομενικά ευτυχισμένης οικογένειας.
Βασισμένη στο μυθιστόρημα του Μάρκο Φρανζόζο, «Το αγόρι indigo», η ταινία του Σαβέριο Κοστάντζο, βραβεύτηκε στο 71ο Φεστιβάλ της Βενετίας, για τις ερμηνείες των δύο πρωταγωνιστών, Άνταμ Ντράιβερ και Άλμπα Ρορβάκερ.

strakersan@gmail.com
kersanidis.wordpress.com
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet