Ουγγαρία και Πολωνία «πείστηκαν» να άρουν τελικά το βέτο τους για τον κοινοτικό προϋπολογισμό και το Ταμείο Ανάκαμψης, μέσα από μια διαδικασία που έγινε ξανά παρασκηνιακά από τη γερμανική προεδρία και την οποία οι υπόλοιποι εταίροι απλώς κλήθηκαν να επικυρώσουν. Οι λεονταρισμοί κάποιων τεχνοκρατών για τη σημασία που έχει το καθεστώς του «κράτους δικαίου» για την Ένωση «αξιών», εξατμίστηκαν πάλι σε κάποιους διαδρόμους των Βρυξελλών. 

 

Ο έλληνας πρωθυπουργός δεν μας έχει γοητεύσει με το χιούμορ του όλα αυτά τα χρόνια που ασχολείται με το οικογενειακό του χόμπι, την πολιτική. Συνεπώς πρέπει να το εννοούσε σοβαρά όταν δήλωνε την περασμένη Πέμπτη ότι στη Σύνοδο Κορυφής κρίνεται η «αξιοπιστία» της ΕΕ και των κυβερνήσεων της. Αν περίμενε να φτάσει Δεκέμβριος του 2020 για να τσεκάρει την αξιοπιστία ενός θεσμού, που σταθερά εδώ και δεκαετίες χάνει σε αξιοπιστία, τότε μάλλον έχει ένα πρόσθετο πρόβλημα πρόσληψης της πραγματικότητας.

Η Σύνοδος Κορυφής της εβδομάδας που πέρασε δεν επέτρεψε στην ελληνική διπλωματία να επιστρέψει νικήτρια και τροπαιούχα από τις Βρυξέλλες με ένα καλάθι γεμάτο αντι-τουρκικές κυρώσεις. Αλλά δεν ήταν αυτό το μοναδικό θέμα στο οποίο η αξιοπιστία της Ένωσης παρέμεινε μεταξεταστέα. Άλλωστε αν διάβαζε κανείς τα ξένα ΜΜΕ, θα καταλάβαινε ότι οι προτεραιότητες της γερμανικής προεδρίας ήταν απολύτως διαφορετικές. Και το τελευταίο που την ενδιέφερε ήταν να «τραβήξει το αυτί» της Τουρκίας.

 

Χριστούγεννα της πανδημίας

 

Η σύνοδος είχε σαν κεντρικό θέμα της την κοινή απάντηση της ΕΕ στην πανδημία. Στόχος να αποφευχθεί το αλαλούμ της πρώτης πανδημίας, όπου κυριάρχησε η λογική του «ο σώζων εαυτόν σωθήτω». Σε μια φάση, όπου η πανδημία χτυπά πάλι όλες τις ευρωπαϊκές χώρες και το θέμα απασχολεί σχεδόν αποκλειστικά την κοινή γνώμη, ενόψει και των Χριστουγέννων, η «κοινή στρατηγική» μοιάζει μάλλον να υπάρχει μόνο στα λόγια, αφού όλες οι χώρες ασχολούνται με το πώς θα διασφαλίσουν τα σύνορά τους και πώς θα εξασφαλίσουν αρκετές δόσεις εμβολίου για τους υπηκόους τους. Μένει να δούμε τι θα γίνει όταν αυτά θα αρχίσουν να καταφθάνουν στην Ευρώπη.

Βεβαίως ως κομβικό εργαλείο για την αντιμετώπιση της κρίσης χαρακτηρίστηκε εξαρχής το περίφημο Ταμείο Ανάκαμψης των 750 δισ., το οποίο εμπνεύστηκε το δίδυμο Μακρόν-Μέρκελ και «τελειοποίησε» στο τέλος η Κομισιόν. Η σύνδεση του Ταμείου με το επταετές δημοσιονομικό πλαίσιο, τον επόμενο προϋπολογισμό της ΕΕ δηλαδή, και στη συνέχεια η σύνδεση όλου του πακέτου κοινοτικών ενισχύσεων με το σεβασμό στις αρχές του «κράτους δικαίου» έδωσε την αφορμή στις «ανελεύθερες» κυβερνήσεις Ουγγαρίας και Πολωνίας να μιλήσουν για βέτο. Μετά από πολλαπλές διαβουλεύσεις, ζυμώσεις, αλλά και εκατέρωθεν απειλές, που έφτασαν στο σημείο μάλιστα να γίνει συζήτηση για εξαίρεση των δύο αυτών χωρών από το έκτακτο πρόγραμμα ενίσχυσης, τελικά την Πέμπτη βγήκε λευκός καπνός.

Στην ουσία η γερμανική κυβέρνηση, λειτουργώντας για μια ακόμα φορά «εξωθεσμικά», έδωσε κάποιες υποσχέσεις σε Βουδαπέστη και Βαρσοβία ότι δεν πρόκειται να υπάρξει «περικοπή» χρηματοδοτήσεων, αν δεν προϋπάρξει μια απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου και αποσαφήνιση των κατευθυντήριων γραμμών από την Κομισιόν.

 

Όλοι χαρούμενοι;

 

Είναι μια κλασσική περίπτωση ενός «σάπιου συμβιβασμού», ο οποίος δίνει την ευκαιρία και στις δύο πλευρές να δηλώσουν ικανοποιημένες. Ωστόσο, στην ουσία αποδείχθηκε ότι η αγωνία για τις αξίες και τις αρχές του κράτους δικαίου ήταν μάλλον προσχηματική και εγκαταλείφθηκε εύκολα από το Βερολίνο, μπροστά στο φόβο να συνδέσει την προεδρία του στην ΕΕ, που οδεύει προς το τέλος της, με ένα μεγάλο αδιέξοδο.

Ουσιαστικά από εδώ και πέρα τόσο η κυβέρνηση Όρμπαν, όσο και η κυβέρνηση Μοραβιέτσκι (Κατσίνσκι) εξασφάλισαν μια λευκή επιταγή. «Παρεμβάσεις» στο έργο της δεν πρόκειται να υπάρξουν, πριν τουλάχιστον από το 2022 και μόνο για περιπτώσεις που επηρεάζουν τα «οικονομικά» της Ένωσης, δηλαδή καραμπινάτες περιπτώσεις διαφθοράς. Μιλάμε για κυβερνήσεις που έχουν ειρωνευτεί συχνά την ίδια την ΕΕ και τη λειτουργία της, που έχουν προχωρήσει σε αναχρονιστικές νομοθετικές ρυθμίσεις, όπως για παράδειγμα η πρόσφατη προσπάθεια της Βαρσοβίας για πλήρη ποινικοποίηση των διακοπών εγκυμοσύνης, για κυβερνήσεις που αποδεδειγμένα έχουν κάνει παρεμβάσεις στο έργο και την ιεραρχία της Δικαιοσύνης και έχουν δημιουργήσει ένα ασφυκτικό κλοιό ελέγχου των Μέσων Ενημέρωσης. Για να μην μιλήσουμε για την κατάφωρη αδιαφορία και παραβίαση κοινοτικών αποφάσεων σε ζητήματα αιχμής, όπως το προσφυγικό. Όλα αυτά προφανώς περνούν τώρα σε δεύτερη μοίρα, προκειμένου να «σωθεί» το Ταμείο Ανάκαμψης, το οποίο πάντως και έχει σημαντικά καθυστερήσει και είναι άγνωστο αν τελικά τα κονδύλια του θα μπουν στην πραγματική οικονομία και θα έχουν κάποια θετική επίδραση για την κοινωνία.

Η θεσμική Ευρώπη αρέσκεται να αυτοαποκαλείται «κοινότητα αξιών», αλλά στην πράξη έχει αποδείξει σε όλες τις μεγάλες κρίσεις των τελευταίων δεκαετιών ότι δεν είναι παρά ένα κλαμπ εξισορρόπησης συμφερόντων των ισχυρών και εξυπηρέτησης σχεδίων συγκεκριμένων οικονομικών κύκλων. Στην περίπτωση της Ουγγαρίας και της Πολωνίας, πίσω από τις οποίες συχνά «κρύφτηκαν» και άλλοι, είχε πάμπολες ευκαιρίες να τις «τιμωρήσει». Δεν το έκανε. Προτίμησε να κρύβεται πάντα πίσω από συστάσεις, παρατηρήσεις, προειδοποιήσεις ή κάποιες μακροχρόνιες και τελικά ατελέσφορες νομικίστικες διαδικασίες ελέγχου.

Για να το πούμε ξεκάθαρα. Ακόμα και αν τα δισεκατομμύρια του Ταμείου Ανάκαμψης κατευθυνθούν σε συγκεκριμένα έργα, είναι εκ προοιμίου γνωστό ποιες μεγάλες εταιρίες έχουν την δυνατότητα, τεχνογνωσία, εμπειρία, διασυνδέσεις να τα καρπωθούν. Και προκαλεί μερικές φορές απορία η αφέλεια με την οποία και πολιτικοί της Αριστεράς μιλούν γι’ αυτό το σχέδιο σαν τη σανίδα σωτηρίας για τις χειμαζόμενες κατώτερες οικονομικά τάξεις σε όλη την Ευρώπη. Αν κάποιοι πίεσαν τις Βρυξέλλες και το Βερολίνο, και κατά συνέπεια και τη Βουδαπέστη και τη Βαρσοβία, για ξεμπλοκάρισμα του σχετικού γιγαντιαίου πακέτου, αυτοί δεν ήταν οι εργαζόμενοι, οι μικρομεσαίοι, τα συνδικάτα ή τα επιμελητήρια. Ήταν μεγάλοι επενδυτικοί κολοσσοί, τράπεζες, κατασκευαστικές, εταιρίες ψηφιακής τεχνολογίας και όλοι αυτοί που προσβλέπουν σε μεγιστοποίηση των κερδών μέσα από το πρόγραμμα αυτό δανείων και επιδοτήσεων. «Τώρα μπορούμε να ξεκινήσουμε την εφαρμογή και να ανασυγκροτήσουμε τις οικονομίες μας. Το ιστορικό πακέτο ανάκαμψης θα δώσει ώθηση στη μετάβαση στην πράσινη και ψηφιακή οικονομία», έγραψε στο Twitter ο Σαρλ Μισέλ, πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου. Για το τι κοινωνικό πρόσημο θα έχει αυτή η «ανασυγκρότηση» ούτε λέξη.

 

Η Ευρώπη των εργολάβων πανηγυρίζει

 

Η έμπνευση ορισμένων να αποδείξουν ότι το ευρωπαϊκό οικοδόμημα στηρίζεται σε κοινές δημοκρατικές αξίες και να συνδέσουν τα κονδύλια με τα πολιτικά και δημοκρατικά δικαιώματα, σε μια προσπάθεια να δώσουν λίγη γυαλάδα στο ξεθωριασμένο ευρωπαϊκό αφήγημα, αποδεικνύεται ότι ήταν τελικά αποτυχημένη από τη μήτρα της και μπορεί να έχει ακριβώς το αντίθετο αποτέλεσμα απ’ αυτό που προσδοκούσαν. Οι ευρωπαίοι πολίτες σε μεγάλο βαθμό έχουν απομυθοποιήσει την ΕΕ, ως ένα «μακρινό κλαμπ» κάποιων ανεξέλεγκτων προνομιούχων. Όρμπαν και Κατσίνσκι απλώς τους πρόσφεραν μια ακόμα επιβεβαίωση ότι η άποψη τους δεν είναι καθόλου αστήρικτη. Για την Αριστερά που πίστεψε και πάλεψε για την ευρωπαϊκή ιδέα, τα χρονικά περιθώρια έχουν στενέψει προ πολλού. Αν δεν μπορέσει να δώσει ένα χειροπιαστό περιεχόμενο στον όρο «ευρωπαίος πολίτης», αν δεν μπορέσει να αντιπροτείνει κάτι στην Ευρώπη των τραπεζών, των εργολάβων και των συμβούλων, θα βρεθεί να παρακολουθεί και αυτή ανήμπορη την αποσύνθεση ενός οργανισμού, που ολοένα και απομακρύνεται από την κοινωνία.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet