Όπως είχαμε προβλέψει, η συζήτηση που άρχισε με το άρθρο του Ευκλείδη Τσακαλώτου στο δισέλιδο των «Ιδεών» συνεχίζεται. Σήμερα δημοσιεύουμε την πολύ ενδιαφέρουσα συμβολή του Μιχάλη Μπαρτζίδη, επιστημονικού διευθυντή του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς. Σε αντίθεση με την κυρίαρχη άποψη, ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι ο σοσιαλισμός εξακολουθεί να είναι επίκαιρος, όχι ως μελλοντική προσδοκία θεολογικού τύπου, αλλά ως δυνατότητα στο καπιταλιστικό παρόν η οποία οικοδομείται μέσα από συλλογικές δράσεις για τη διεύρυνση της δημοκρατίας και, μεταξύ άλλων, την επέκταση και προστασία των κοινών. Ένα κείμενο μετρημένης αισιοδοξίας για όσες και όσους δεν παραδέχτηκαν την ήττα.

 

Χ.Γο.

 

Το να μιλήσει κανείς σήμερα για το σοσιαλισμό προκαλεί αμηχανία. Άλλοι θεωρούν ότι ως θέμα φαντάζει έντονα ανεπίκαιρο και πολύ ιδεολογικό, άλλοι πιο κομφορμιστές ότι είναι μια άχρηστη συζήτηση αντιπροτείνοντας την προσαρμογή στη σημερινή πραγματικότητα. Πέραν του ιστορικού περιεχομένου του, ποια είναι η επικαιρότητα του σοσιαλισμού σήμερα ως πολιτικής ιδεολογίας; Η ολοένα και μειούμενη χρήση του όρου δείχνει, βεβαίως, την ιστορική ήττα αλλά αυτό σημαίνει και το τέλος του; Θα μπορούσε σήμερα η σοσιαλιστική κατεύθυνση να έχει μια νέα ευκαιρία στα πρόθυρα μεγάλων αλλαγών λόγω της πανδημικής συνθήκης και ποιο το μέλλον του;

Ο σοσιαλισμός εμφάνισε στην ιστορική διαδρομή του μια τριπλή σημασία: λειτουργούσε ως ένα άλλο οικονομικό πρότυπο, ως όργανο του εργατικού κινήματος και τέλος, ως πολιτικό πιστεύω που χαρακτηρίζεται από ένα σύνολο ιδεών, αξιών και θεωριών. Αν εστιάσουμε στην τρίτη σημασία του, δηλαδή ως σύνολο ιδεών που εμπνέουν τη δράση θα πρέπει να προσθέσουμε ότι αποτελείται, επίσης συγχρόνως, και από πολιτικές πρακτικές που παράγουν ιδέες. Εξαιτίας αυτής της διπλής λειτουργίας του ως (πολιτικής) ιδεολογίας έχουμε τη δυνατότητα να ασκήσουμε μια ενεργητική μεθοδολογία προκειμένου να διαπιστώσουμε αν αυτό που αποκαλούσαμε σοσιαλισμός υπάρχει σήμερα. Πρέπει να τον υποβάλουμε σε έναν μετασχηματισμό για να μπορέσουμε να τον σκεφτούμε. Ειδάλλως, αν παραμείνουμε στην ξεπερασμένη σημασία του, τότε θα τον κατανοούμε ως ένα απώτατο ιδεώδες-σκοπό πέρα και έξω από την παρούσα ιστορική συνθήκη. Ωστόσο, να τον σκεφτούμε μέσα στο παρόν σημαίνει, αντιστρόφως, ότι δεν είναι απαραίτητο να τον διατυπώσουμε εκ του μηδενός καθόσον υπάρχει εκεί, είναι μια οντότητα στο παρόν. Μπορεί να έχει ηττηθεί, μπορεί οι μάζες και τα άτομα μετά από διαψεύσεις προσδοκιών και απογοητεύσεις να έχουν κουραστεί, μπορεί να έχει χάσει την ελκτική του ικανότητα ως όραμα, ωστόσο ο σοσιαλισμός αναδύεται από την πραγματικότητα των κεφαλαιοκρατικών κοινωνικών σχέσεων διαρκώς και μας καλεί σε αναγνώριση, σκέψη και επαναδιατύπωση του. Άλλωστε, τόσο ο νεοφιλελευθερισμός όσο και ο επίκαιρος σήμερα συντηρητισμός οργανώνονται πάντοτε ως αντίδραση απέναντι σε κάτι που υπάρχει, σε ένα αίτημα, που δεν μπορεί να αγνοηθεί, για διεύρυνση των ορίων της ισοελευθερίας. Ας ξεκινήσουμε διευκρινίζοντας τους δυο όρους του τίτλου του θέματος και θα περάσουμε στη δυνατότητα αναθεμελίωσης ορισμένων βασικών αρχών του σοσιαλισμού που διαπιστώνουμε ότι είναι αναγκαίες και σήμερα.

 

Η αντιπαράθεση μεταξύ σοσιαλισμού και καπιταλισμού αποκτά σήμερα, στην εποχή της τριπλής κρίσης, καθοριστική σημασία ενώπιον μεγάλων αλλαγών του κόσμου και το γεγονός αυτό συνιστά μια νέα ευκαιρία για το σοσιαλισμό.

 

Η υπόθεση της κοινής ανθρωπότητας

 

Μια υπόθεση όλων σημαίνει μια δέσμη ερωτημάτων και δράσεων που θα έπρεπε να τους αφορά όλους και να τους εμπλέκει, σημαίνει, επίσης, ένα ζήτημα προς επίλυση άρα ένα ζήτημα πρακτικής και γνώσης το οποίο μοιράζονται από κοινού άτομα και ομάδες. Χρησιμοποιούμε την έκφραση «στο παρόν» για να προκαλέσουμε μια αντίστιξη, όπως ήδη είπαμε, με τις εσχατολογικές και τελεολογικές θεωρήσεις του σοσιαλισμού ως μιας πολύ μακρινής, μιας απώτερης κοινωνίας –σκοπού. Σε αυτό το τέλος(σκοπό) εθεωρείτο ότι θα κατέληγε η ιστορία με την προϋπόθεση της παρέμβασης των σοσιαλιστών και των κομμουνιστών οι οποίοι γνωρίζουν καλά τον εν λόγω σκοπό, καθώς και τα μέσα με τα οποία θα φτάσουμε εκεί. Επρόκειτο για μια ειδική γνώση που προκύπτει από μια προνομιακή θέση κοσμοθέασης της ιστορίας, μια συνολική κοσμοαντίληψη που μπορούσε να περιγράψει με βεβαιότητα την ιστορική εξέλιξη, τα διαδοχικά στάδια, τις δρώσες δυνάμεις, με άλλα λόγια τα υποκείμενα της ιστορίας αυτής. Μάλιστα, αρκετά συχνά, οι έχοντες αυτή τη βεβαιότητα οδηγούνταν εκτός πραγματικότητας, λόγω υποτίμησης μερικών όψεών της και υπερτίμησης άλλων. Με τον καιρό οργανώθηκε μια αριστερή κουλτούρα που αντιμετώπιζε πλέον με αδιαφορία την τρέχουσα πολιτική και τους φορείς της, δίνοντας το βάρος μόνο στη συνέπεια στα ιδεώδη. Πρόκειται για μια ματιά που θύμιζε τη θεολογική σκοπιά της αιωνιότητας με την οποία βλέπεις το εδώ- τώρα από τα έξω, από την μελλοντική δικαίωση προς το τώρα, που δεν παύει να αποτελεί μια υπόσχεση ανταμοιβής στο μέλλον.

 Αντίθετα, λέγοντας ότι ένας σκοπός αποτελεί μια υπόθεση στο παρόν θέτουμε την αντίληψη μιας δράσης μέσα στις παρούσες συνθήκες, μέσα στις αντιθέσεις και τις υπάρχουσες δρώσες δυνάμεις στην κοινωνία και την πολιτική. Δράση με βάση μια εμπειρική- πειραματική γνώση του συσχετισμού δυνάμεων, των αντίθετων τάσεων που σχηματίζει η σχέση των δυνάμεων ως ανταγωνισμός και που πάντοτε συμπυκνώνονται σε δυο, στην εγγραφή στη συνέχεια σε μια από τις δυο ιστορικές τάσεις και στον αγώνα για την υπερίσχυση της μίας έναντι της αντίπαλης. Οι δυνάμεις και οι τάσεις δεν είναι εξωτερικές, αλλά βρίσκονται πάντοτε σε σχέση και δεν υπάρχει τίποτε άλλο έξω από αυτό το πλαίσιο. Εφόσον, σύμφωνα με την 6η Θέση για τον Φόυερμπαχ του Μαρξ, «η ανθρώπινη ουσία είναι το σύνολον των κοινωνικών του σχέσεων» τότε όλα υπάρχουν εδώ μπροστά μας, οι δυνατότητες, οι δυνάμεις στη μεταξύ τους σχέση, οι ευκαιρίες, η πολιτική για να επιδιώξουμε την κοινή ανθρωπότητα. Δεν είναι αλήθεια ότι ''η κοινωνία είναι έξω από αυτά, δεν τα κατανοεί'', όπως ακούγεται.

 

Μια αιωνιότητα και μια μέρα

 

Η γνώση που απαιτείται σε αυτή την εκδοχή δεν προκύπτει από μια προνομιούχα θέση στην Ιστορία, είναι μερική και χαρακτηρίζεται από αβεβαιότητα. Η γνώση αναφέρεται στον αστάθμητο παράγοντα της ιστορίας, στο στοιχείο δηλαδή της ενδεχομενικότητας που αναγνωρίζει καθορισμούς και προσδιοριστικούς παράγοντες αλλά συγχρόνως αναγνωρίζει τον επικαθορισμό τους από άλλους τέτοιους. Ο Μακιαβέλι γράφει στις Διατριβές για τον Τίτο Λίβιο: «η αναγκαιότητα κατευθύνει συχνά προς ένα στόχο στον οποίο ο ορθός λόγος (raison) δεν θα μπορούσε να οδηγήσει».

Συνεπώς, δεν μιλάμε για νόμους της αιτιότητας δηλαδή για νόμους της ιστορίας αλλά για μια γνώση της ιστορίας μέσα από παρατηρήσιμες κανονικότητες, καθώς και τις μεταβολές τους. Αναζητούμε μια ιστορική ορθολογικότητα διαλεκτικού τύπου, η οποία εξηγεί τα γεγονότα και δύναται να προβλέπει για το σχετικά άμεσο μέλλον κάποιες εξελίξεις, πλην όμως είναι διατεθειμένη ανά πάσα στιγμή να τροποποιήσει τις ιστορικές διαγνώσεις της αξιοποιώντας τη συλλογική γνώση που προκύπτει μέσα από τις πρακτικές των μαζών, των τάξεων και των ατόμων. Με άλλα λόγια, μια άρθρωση γνώσης και πρακτικής ανοικτή στις δυνατότητες του παρόντος και στο μέλλον. Μιλάμε για υλισμό που διαφοροποιείται από τον ιστορικό δογματισμό εισάγοντας στοιχεία του πραγματισμού και διευρύνοντας τον ριζοσπαστικά και ρεαλιστικά προς έναν ορίζοντα του σοσιαλισμού.

Στη δεύτερη αυτή αντίληψη, η ματιά είναι εσωτερική, βλέπουμε από μέσα προς το άπειρο του ορίζοντα. Σαν να βλέπεις τη ζωή όχι μικρή και σύντομη, σαν να μη σε ενδιαφέρει η διάρκειά της αλλά ότι αυτή είναι και δεν υπάρχει άλλη, ότι μπορείς να την επεκτείνεις από τα μέσα σου ζώντας στο παρόν όλες τις στιγμές της οι οποίες μπορεί να είναι επίσης άπειρες. Διευρύνεις και διανοίγεις τον χρόνο και τον χώρο από τα μέσα, επεκτείνεις το παρόν προς το μέλλον αλλά και τις ανεκπλήρωτες δυνατότητες του παρελθόντος. Βλέπουμε τα πράγματα από τη σκοπιά μιας αιωνιότητας στο παρόν. Τελείως αντίθετα από την παλιά θεολογική και τελεολογική αιωνιότητα.

 

Ιδιοκτησία vs Κοινά: προς ένα νέο μοντέλο δημόσιων υπηρεσιών

 

Ο σοσιαλισμός/κομμουνισμός αποτελεί, δηλαδή, μια τάση του παρόντος, μια δρώσα δύναμη αντίθετη στον καπιταλισμό πάνω σε τωρινά και πραγματικά διακυβεύματα. Αυτή είναι μια πασίγνωστη Θέση του Μαρξ στις Σημειώσεις για τον Βάγκνερ. Ο σοσιαλισμός εμφανίζεται σε κάθε ταξική κοινωνία ως η υπαρκτή αντίθετη τάση μέσα στις συλλογικές, κοινές και θεσμικές πρακτικές και στους αγώνες των ατόμων, των τάξεων και των μαζών, ακόμη και αν είναι τάση εσωτερική στον κυρίαρχο καπιταλισμό, αν δεν μπορεί να νοηθεί ως κάτι εξωτερικό και απολύτως άλλο στο οποίο θα πρέπει να μεταβούμε.

Στον σημερινό καπιταλισμό υπάρχει η τάση της ατομικής ιδιοκτησίας ή καλύτερα της συνεχούς και αέναης ιδιοποίησης των Κοινών, φυσικών και άυλων-ψηφιακών, καθώς και της διάλυσης ή καταστροφής τους, της ιδιωτικοποίησης των δημοσίων υπηρεσιών, της αποσύνδεσης, τέλος, από τους κοινούς παγκόσμιους θεσμούς ρύθμισης. Αλλά έστω ως εσωτερική και ενυπάρχουσα στην προηγούμενη, υπάρχει και η τάση του διαμοιρασμού των αγαθών, των πόρων, των δυνάμεων, η διατομική και συλλογική ενίσχυσή τους, η δημόσια ιδιοκτησία έναντι της ατομικής ή κρατικής ιδιοκτησίας, η αλληλεγγύη- ισότητα και ελευθερία, η υπεράσπιση των δημόσιων θεσμών και υπηρεσιών, η προστασία και διατήρηση της κοινής ζωής και της κοινής ανθρωπότητας. Ο σοσιαλισμός, εξ ορισμού, βρίσκεται στις ποικίλες πρακτικές συνεργασίας (λατ.sociare=συνδυάζω, μοιράζομαι), εντός και εναντίον του καπιταλισμού υπέρ της καθολικής δικαιοσύνης. Δημιουργώντας δυνατότητες να μεταβούμε πέρα ​​από τον άνθρακα, τον δομικό ρατσισμό και το σεξισμό, την επισφαλή εργασία και τελικά πέρα ​​από τον ίδιο τον καπιταλισμό.

Η αντιπαράθεση μεταξύ αυτών των δυο τάσεων αποκτά σήμερα, στην εποχή της τριπλής κρίσης- των ανισοτήτων, της προσφυγικής και της κλιματικής αλλαγής- καθοριστική σημασία ενώπιον μεγάλων αλλαγών του κόσμου και το γεγονός αυτό συνιστά μια νέα ευκαιρία για το σοσιαλισμό. Είναι πια ώρα να απενοχοποιηθεί η ιδέα αυτή (στις ΗΠΑ μιλούν θαρραλέα για σοσιαλισμό) γιατί μπορεί να απαντήσει στις ανάγκες της κοινωνίας, να περιγράψει ένα διακριτό πολιτικό σχέδιο στην Ελλάδα και σε όλο τον κόσμο για ένα νέο μοντέλο δημόσιων υπηρεσιών, να ξαναδώσει έμπνευση για πολιτική συμμετοχή.

 

Φτιάχνοντας το δρόμο που ακολουθούμε

 

Μέχρι στιγμής συλλαμβάνουμε την άρθρωση γνώσης και πρακτικής σε ένα συνεργατικό δίπολο αλλά με ιδιαίτερα ανοικτό τρόπο, τον οποίο θα χαρακτηρίζαμε επιτελεστικό. Εννοούμε με αυτό τον όρο ότι οι δράσεις φτιάχνουν ένα δρόμο, παρά ακολουθούν έναν τέτοιο προκαθορισμένο δρόμο. Αυτόν τον εντελώς νέο δρόμο μπορούμε να τον διανοίξουμε και να τον χαράξουμε μόνο περπατώντας. Ακριβώς επειδή δεν γνωρίζεις τα πάντα και είσαι ανοικτός στις εξελίξεις και στις δυνατότητες των πρακτικών, γι αυτό το λόγο μπορείς να φτιάχνεις τον στόχο σου: με μια τοποθέτηση, με ένα άλμα στο θεωρητικό κενό, με μια μετατόπιση, μια προσδοκία, μια κίνηση προς ένα αχαρτογράφητο χώρο-(space). Οι γνώσεις δεν αρκούν ποτέ και αυτό δεν μπορεί να περιορίσει την πρακτική, τον πειραματισμό. Για την ακρίβεια, όλα παίζονται στο κενό μεταξύ γνώσης και πρακτικής, στην διαφορά μεταξύ των δυο στοιχείων, στην απόκλιση και στην απόστασή τους. Στο μεταξύ τους κενό αναδύονται οι νέες δυνατότητες και οι νέες σημασίες, το κενό αυτό είναι το Πραγματικό. Ο σοσιαλισμός ως στόχος, λοιπόν, φτιάχνεται συγχρόνως από τις συλλογικές δράσεις: πρόκειται για έναν «ρου προς θέσπιση, για μια διάρκεια προς σφυρηλάτηση, για μια σταθερότητα προς εγκαθίδρυση, εν συντομία πρόκειται για ένα πολιτικό έργο, για μια πολιτική κανονικότητα» (Αλτουσέρ, Ο Μακιαβέλι και εμείς). Εδώ μπορούμε να εννοιολογήσουμε με νέο τρόπο και τον σχεδιασμό(planning) σε σχέση αλλά και πέρα από τον κρατικό ορθολογισμό.

Με βάση αυτή τη σύλληψη, ο σοσιαλισμός είναι ένας στόχος που προκύπτει από μια διαφορά μεταξύ γενικής θεωρίας και συγκεκριμένου προβλήματος, είναι, με άλλα λόγια, ένας στόχος οριακός. Αυτό πάει να πει ότι είναι τόσο κοντά, τόσο μακριά. Είναι, επίσης, ένα διαρκές πήγαινε- έλα από το παρόν στο μέλλον και τούμπαλιν, μια σύγκριση χωρίς τελειωμό. Καθίσταται φανερό, πλέον, ότι ο παροντισμός που προτείνουμε δεν ευνοεί έναν αποκλεισμό της ουτοπίας και, συνεπώς, την καθήλωση στο παρόν. Αντιθέτως, προτείνουμε μια άρση του εσωτερικού μπλοκαρίσματος που βιώνουν τα υποκείμενα της πολιτικής λόγω του εξορισμού της φαντασίας.

 

Τρία παραδείγματα

 

Ας φέρουμε τώρα τρία παραδείγματα του πώς φτιάχνουμε στο παρόν το δρόμο που θα ακολουθήσουμε. Το πρώτο προέρχεται από το στοιχείο της προεικόνισης στα κοινωνικά κινήματα που εξέφρασε το σύνθημα: «ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός». Δεν περιμένει την έλευση της μετακαπιταλιστικής κοινωνίας, αντίθετα επιχειρεί την οικοδόμηση τρόπων ζωής, παραγωγής, χώρων στο παρόν. Με την προεικόνιση εννοούμε δέσμες δράσεων, ώστε οι άνθρωποι να βιώνουν τις εφικτές εμπειρίες, εξασφαλίζοντας κοινωνικό μετασχηματισμό και νέες δομές περιεκτικές. Προς το σκοπό αυτό, απαιτούνται ο συλλογικός πειραματισμός, η Φαντασιακή σύλληψη, η δημιουργία κανόνων συμπεριφορών, η εδραίωσή τους στις κοινωνικές υποδομές, η διάχυση ιδεών σε άτυπα κοινά δίκτυα, η σύνδεση του τοπικού με το παγκόσμιο. Πολυάριθμες πρακτικές νέων, ποιοτικά διαφορετικών τρόπων ζωής αρχίζουν να βλαστάνουν εντός του κυρίαρχου τρόπου ζωής του σημερινού κοινωνικοπολιτικού συστήματος, όπως τους καταγράφει ο Μποαβεντούρα ντε Σόουζα Σάντος, αποκαλώντας την συνισταμένη τους μεταβατισμό.

Το δεύτερο είναι από την τρέχουσα πολιτική και αναφέρεται στην ρήση του Τσίπρα «εμείς θέλουμε να κυβερνήσουμε» το 2012, ρήση που τόλμησε κάτι μέσα στο κενό της συγκυρίας, που αναγνώρισε τις δρώσες δυνάμεις και απευθύνθηκε σε αυτές ώστε να συνδιαμορφώσει τις εξελίξεις, να κατασκευάσει μια ενότητα και μια ταυτότητα εν ολίγοις ένα στόχο. Μπήκε στον αχαρτογράφητο χώρο, κινήθηκε προς μια συνάντηση και παρήγαγε ακαριαία πολιτικά αποτελέσματα.

Το τρίτο αναδύεται από τις ανάγκες για τις δημόσιες υπηρεσίες κατά την πανδημική συνθήκη. Πιέζοντας με κάθε διαθέσιμο τρόπο να υποστηλωθούν ξανά τόσο με προσλήψεις όσο και με εθελοντική προσφορά εντός αυτών των δομών από τους εκεί εργαζόμενους, ενισχύουμε αυτομάτως την μη ιδιωτικοποίηση τους.

Επομένως, έχουμε συγκεκριμένες εμπειρίες στις οποίες στηριζόμαστε για την διατύπωση της γενικής θέσης μας για το σοσιαλισμό ως εναλλακτική στο παρόν, εναλλακτικό σχέδιο, υπόδειγμα στρατηγικής αντίληψης των κινηματικών δράσεων, ως συμβολική πρόκληση και ως πρόταγμα, ως μια Νέα Κοινωνική Συμφωνία.

 

Για το Κράτος και μια νέα δημόσια εξουσία

 

 Θα ρωτήσει κάποιος ευλόγως τι γίνεται με το Κράτος, την αμφισβήτησή του και τη μετάβαση πέραν αυτού; Οι κλασικοί ήλεγχαν την τοποθέτηση κάποιου από το τι θέση παίρνει για το κράτος, την ανάγκη της κεντρικής πολιτικής και το μετασχηματισμό του κράτους. Διαθέτουμε θεωρητικές βάσεις για το καίριο και σταυρικό αυτό ζήτημα από το έργο του Ν. Πουλαντζά και άλλων μετά από αυτόν. Συνεχίζουμε να το ερευνούμε αλλά είναι αδύνατον να το θέσουμε εδώ, μαζί με τα άλλα θέματα. Όπου πήραν τη διακυβέρνηση αριστερά κόμματα δεν κατάφεραν να την κρατήσουν για πολύ ή δεν μπόρεσαν να πραγματοποιήσουν ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις. Η ελληνική εμπειρία της αριστερής διακυβέρνησης είναι ακόμη νωπή. Το ζήτημα του κράτους αποτελεί, λοιπόν, το απόλυτο όριο- εμπόδιο.

Ωστόσο, ας υπενθυμίσουμε ότι η έννοια της «καταστροφής τους κράτους» σήμαινε μια κίνηση πέρα από το κράτος, προς την κοινωνία και την πολιτική. Η θέση αυτή απηχείται και πάλι όταν περιγράφουμε ως «διεύρυνση του κράτους» την ενίσχυση και επέκταση των κοινών αγαθών, των κοινών πρακτικών και θεσμών υπέρ της ασφάλειας και σιγουριάς, τελικά υπέρ της κοινής ζωής. Συνεπώς, μιλάμε για διεύρυνση της δημοκρατίας σε μια νέα μορφή δημόσιας εξουσίας και αυτό ας το εκλάβουμε ως μετωνυμία του παλιού δημοκρατικού δρόμου προς το σοσιαλισμό.

 

Παροντική ουτοπία

 

Συνοψίζοντας, από την ανάπτυξη του επιχειρήματος προέκυψαν και πάλι οι σημασίες του σοσιαλισμού: ως ιδέα, ως πολιτική, ως οικονομία, ως κράτος- τρόπος οργάνωσης της κοινωνίας αλλά αυτή τη φορά στο παρόν. Όλες οι διαστάσεις του και οι ορολογίες μπορούν να ανανοηματοδοτηθούν και να διατηρηθούν ενεργές μέσα σε ευρύτερες κοινωνικές διαδικασίες, στα κόμματα και στα κινήματα. Ειδικά τώρα επανέρχεται σταδιακά μια νέα ευκαιρία και δυνατότητα για το σοσιαλισμό μέσα στην πανδημική κρίση. Είναι δύσκολο έργο διότι φαίνεται να κυριαρχούν οι σκοτεινές δυνάμεις της αρνητικότητας διεθνώς, ωστόσο, άρχισαν να πολλαπλασιάζονται και τα αισιόδοξα γεγονότα.

Αυτή τη δυνατότητα οφείλουμε να την αναγνωρίσουμε, να την ενισχύσουμε, να την πιστέψουμε, να μην την υποτιμήσουμε, να μην την παραβλέψουμε. Χρειαζόμαστε, όντως, ορισμένες σταθερές του παρόντος, αλλά αυτές εξάγονται από τις ίδιες τις πρακτικές. Μπορούμε μετά να τις αναπαραστήσουμε ως ένα ρυθμιστικό ιδεώδες που θα μας καθοδηγήσει στη δράση. Δεν είναι θέμα απλής αισιοδοξίας γιατί οι ιδέες υπάρχουν και αυτό αποδεικνύεται από τα αποτελέσματα τους, ασχέτως αν είναι νικηφόρα ή όχι. Είναι όμως παρόντα και ενεργά ως μια παροντική ουτοπία. Και δεν βλέπω τι άλλο έχουμε για να μπορέσουμε να δράσουμε, τελικά.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet