Το 1956 γυρίστηκε μία από τις πιο σημαντικές ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου. Η ταινία αυτή ήταν «Ο δράκος» και σκηνοθέτης ο Νίκος Κούνδουρος.

Όπως είχε γράψει ο Μάριος Πλωρίτης στην εφημερίδα «Ελευθερία», ένας από τους ελάχιστους που την είχε υποστηρίξει, «η ταινία αψήφησε τη νωχέλεια του κινηματογραφικού θεατή και ο Κούνδουρος οδήγησε τον κινηματογράφο από τον παιδισμό στην ωριμότητα».

Βέβαια δεν είχαν την ίδια άποψη κι άλλες εφημερίδες, ανάμεσά τους και η «Αυγή», η οποία, όχι απλώς κατακεραύνωσε την ταινία αλλά, μαζί με την, αντίθετης ιδεολογικής ταυτότητας, «Εστία», ζήτησαν μέχρι και την επέμβαση εισαγγελέα, κατηγορώντας της ως ανθελληνική! Συγκεκριμένα ο Κώστας Σταματίου, ένας από τους πιο σημαντικούς κριτικούς κινηματογράφου, έγραψε στην «Αυγή», πως είναι «αίσχος για τη χώρα μας» και πως αποτελεί «αποθέωση του μπουζουκιού, του υποκόσμου του σαλταδορισμού». Από την πλευρά του ο Άδωνις Κύρου, σημαντική επίσης προσωπικότητα, έγραψε στην «Εστία», πως πρόκειται για «ελεεινό κατασκεύασμα»!

Όμως ούτε το κοινό της επεφύλαξε ιδιαίτερα θερμή υποδοχή με αποτέλεσμα την εμπορική της αποτυχία. Έπρεπε να περάσουν περίπου δέκα χρόνια για να ανακαλύψει η ελληνική κριτική τις αρετές της ταινίας και να την κατατάξει ανάμεσα στις πιο σημαντικές ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου, η οποία συνδυάζει το ύφος του εξπρεσιονισμού με την αισθητική του νεορεαλισμού. Προηγουμένως, το 1960, το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης τη βράβευσε ως την καλύτερη ελληνική ταινία της δεκαετίας 1950-1960. Το σενάριο της ταινίας έγραψε ο Ιάκωβος Καμπανέλλης και πρωταγωνιστεί ο Ντίνος Ηλιόπουλος.

 

 

Η Αντίσταση τού άλλαξε τη ζωή

 

Ο σκηνοθέτης του «Δράκου», Νίκος Κούνδουρος, γεννήθηκε στις 15 Δεκεμβρίου 1926 και τις μέρες αυτές συμπληρώνονται 94 χρόνια από τότε. Αν και οι περισσότεροι νομίζουν πως γεννήθηκε στην Κρήτη, γεννήθηκε στην Αθήνα αλλά οι κρητικοί γονείς του επειδή δεν επιθυμούσαν να εγγραφεί στα δημοτολόγια του Δήμου Αθηναίων, τον μετέφεραν στην Κρήτη και έτσι ενεγράφη ως δημότης Αγίου Νικολάου. Όπως γράφει ο ίδιος, «υπήρξα γόνος μιας μεγαλοαστικής οικογένειας και μεγάλωσα ως χαϊδεμένο παιδί, ακόμα και στην Κατοχή. Όταν η Ελλάδα θρηνούσε χιλιάδες νεκρούς από πείνα, εμείς ως εύπορη Κρητική οικογένεια τα είχαμε όλα. Τελευταία χρονιά του πολέμου άλλαξε η ζωή μου, όταν εντάχθηκα σε μια αριστερή οργάνωση και με τη συμμετοχή μου στον ένοπλο αγώνα που ονομάστηκε Αντίσταση. Τραυματίστηκα με τρεις σφαίρες στο πόδι. Γλίτωσα από την εκτέλεση γιατί με πέρασαν για Άγγλο, έτσι όπως ήμουν ξανθός με γαλανά μάτια…».

Στη διάρκεια του Εμφυλίου, τοποθετημένος πολιτικά στην Αριστερά και ως συμμετέχων στην ΕΑΜική αντίσταση, συνελήφθη και εξορίστηκε για 4 χρόνια στη Μακρόνησο. Εκεί γνωρίστηκε με τον, επίσης εξόριστο, Θανάση Βέγγο και εκτιμώντας το ταλέντο του, του έδωσε ένα ρόλο στην πρώτη του ταινία, τη «Μαγική πόλη», που γύρισε το 1954. Ταινία η οποία αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα του ελληνικού νεορεαλισμού.

Το 1958, θα γυρίσει ακόμη μια σημαντική ταινία, τους «Παράνομους», την πρώτη η οποία, έστω και με έμμεσο τρόπο, μιλούσε για τον Εμφύλιο. Μια επίμαχη σκηνή ενόχλησε τη λογοκρισία και ζητήθηκε από τον Κούνδουρο να την αφαιρέσει. Εκείνος όμως αρνήθηκε και έτσι, μια εβδομάδα μετά την έξοδό της στους κινηματογράφους, απαγορεύτηκε. Χειμαρρώδης, εκρηκτικός και πληθωρικός ως χαρακτήρας ο Νίκος Κούνδουρος, δεν ήταν δυνατόν να δεχτεί την παρέμβαση της λογοκρισίας.

Η πληθωρικότητα του χαρακτήρα του όμως, αποτυπώνεται και στο έργο του, καθώς πρόκειται για ένα έργο πολύπλευρο, διερευνητικό και πρωτοπόρο το οποίο χαρακτηρίζεται από τις αισθητικές αναζητήσεις του σκηνοθέτη.

 

Επίμονος και πληθωρικός

 

Το 1959, με «Το ποτάμι» επιλέγει να μιλήσει για τα σύνορα, με τρόπο συμβολικό, ως όριο ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο. Τέσσερις ιστορίες οι οποίες εμπλέκονται και «οι οποίες διαδραματίζονται στο σκληρό ελληνικό τοπίο της δεκαετίας του 1950» (Μαρία Κομνηνού). Ταινία η οποία είχε τη δική της περιπέτεια καθώς κυκλοφόρησε με δύο διαφορετικά μοντάζ. Ένα του δημιουργού, με μοντέρ τον Ντίνο Κατσουρίδη, και ένα των παραγωγών. Στο πρώτο η αφήγηση των ιστοριών αλληλοδιαπλέκεται, ενώ στο δεύτερο η ταινία παρουσιάζεται ως σπονδυλωτή, με την κάθε ιστορία χωριστά. Η προσφυγή στην Δικαιοσύνη δικαίωσε τον Κούνδουρο και μαζί με αυτόν το δικαίωμα του δημιουργού να έχει τον τελευταίο λόγο για το έργο του. Η ταινία κέρδισε το βραβείο σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.

Επόμενη πολύ σημαντική επίσης ταινία, ήταν οι «Μικρές Αφροδίτες» (1963), σε σενάριο του Βασίλη Βασιλικού και του Κώστα Σφήκα, βασισμένο στο έργο του Λόγγου «Δάφνις και Χλόη» (3ος μ.Χ. αιώνας). Σύμφωνα με τον σκηνοθέτη η ταινία «επεδίωξε να ενηλικιώσει ερωτικά τον ελληνικό κινηματογράφο». Αυτή ήταν και η πρώτη εισπρακτική επιτυχία του Κούνδουρου η οποία κέρδισε το βραβείο σκηνοθεσίας στα Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και Βερολίνου, καθώς και το βραβείο της Διεθνούς Ομοσπονδίας Κριτικών Κινηματογράφου στη Θεσσαλονίκη.

Το 1967 πειραματίζεται με το «Vortex ή το Πρόσωπο της Μέδουσας». Ο ίδιος λέει πως πρόκειται για μια παράξενη ταινία, γέννημα μιας ανώμαλης εποχής, όπως ήταν η εποχή πριν από τη δικτατορία. Και ομολογεί: «Το πείραμα απότυχε. Όχι επειδή η ταινία είναι ίσως κακή –γιατί αυτό δεν έχει πια πολλή σημασία, καθώς τα σύνορα του καλού από το κακό είναι τόσο ρευστά– αλλά επειδή ο δρόμος δεν οδηγεί πουθενά. Αδιέξοδο. Έτσι το Vortex είναι απλά αυτό που είναι, ένας κινηματογράφος χωρίς μέλλον, αλλά και χωρίς παρελθόν, μετέωρος ανάμεσα στη χαρά που μπορεί να πάρει ίσως κανείς βλέποντάς τον, και στην αγανάκτηση».

Θα επανέλθει μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας με το θαυμάσιο και επίκαιρο για τα χρόνια εκείνα ντοκιμαντέρ, «Τα τραγούδια της φωτιάς», στο οποίο αποτυπώνει το έντονα πολιτικοποιημένο κλίμα της εποχής κυρίως, μέσα από δύο συναυλίες που έγιναν τότε. Μία του Μίκη Θεοδωράκη στο στάδιο Καραϊσκάκη και μία του Γιάννη Μαρκόπουλου στο γήπεδο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, αλλά και από κάποιες άλλες εκδηλώσεις της εποχής.

Το 1978, σκηνοθετεί το «1922» εμπνευσμένο από το βιβλίο του Ηλία Βενέζη, «Το νούμερο 31328», που αναφέρεται στη Μικρασιατική Καταστροφή. Η ταινία απέσπασε 9 βραβεία στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης ανάμεσα στα οποία εκείνα της καλύτερης ταινίας, σκηνοθεσίας και σεναρίου. Κέρδισε επίσης βραβείο καλύτερης ταινίας στο Φεστιβάλ του Κέιπ Τάουν.

Ακολουθεί το «Μπορντέλο», το 1984, μια ιστορική ταινία με φόντο την επαναστημένη Κρήτη του 1897. Εδώ αποτυπώνεται αυτό που υποστηρίζω παραπάνω, περί της πληθωρικότητας του κινηματογράφου του.

Μια πληθωρικότητα, η οποία γίνεται ακόμη πιο εμφανής στην επόμενη ταινία του, «Μπάιρον, η μπαλάντα ενός δαιμονισμένου», την οποία προσωπικά θεωρώ ως την καλύτερη ταινία του, μαζί με το «Δράκο», χωρίς φυσικά να υποτιμώ τις υπόλοιπες. Με έναν ντελιριακό ρυθμό, ο Κούνδουρος αφηγείται τις τελευταίες μέρες από τη ζωή του Λόρδου Μπάιρον στο Μεσολόγγι. Εκεί ο ποιητής και φλογερός φιλέλληνας, βιώνει παθιασμένα την Επανάσταση αλλά και τα προσωπικά του πάθη και αδιέξοδα. Μια ταινία βαθιά υπαρξιακή, η οποία με την αλήθεια της δημιουργεί ρήγματα στο εθνικό αφήγημα για το 1821. Κι αυτό επειδή απογυμνώνει τον ποιητή από κάθε εξιδανίκευση και τον παρουσιάζει βαθιά ανθρώπινο και ευάλωτο, να παλεύει με τους προσωπικούς του εφιάλτες. Αξέχαστη θα μου μείνει η συγκλονιστική ερμηνεία του Μάνου Βακούση στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Η ταινία απέσπασε στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης επτά βραβεία ανάμεσα στα οποία το βραβείο καλύτερης ταινίας και Α΄ ανδρικού ρόλου.

 

Έντονη εικαστικότητα και εσωτερική δύναμη

 

Στο ίδιο πληθωρικό πνεύμα, σκηνοθετεί το 1998, τους «Φωτογράφους», ταινία στην οποία αποθεώνεται η πλαστικότητα αλλά και οι αισθητικές αναζητήσεις του. Βασισμένη στην «Αντιγόνη» του Σοφοκλή, η ταινία επιχειρεί μια προσέγγιση των ολοκληρωτικών καθεστώτων του τρίτου κόσμου, με κοινό σημείο αναφοράς, το δικαίωμα του ανθρώπου στην ελεύθερη επιλογή.

Το 2011 γύρισε την τελευταία του ταινία, «Το πλοίο» ή «Ένα πλοίο για την Παλαιστίνη». Ταινία καταγγελία για την στάση της Ευρώπης απέναντι στο δράμα των Παλαιστινίων, ο οποία όμως ουδόλως πλησιάζει την ποιότητα του προηγούμενου έργου του.

Με 12 ταινίες στο ενεργητικό του αλλά και τρία τηλεοπτικά ντοκιμαντέρ καθώς και με σπουδαίο εικαστικό αλλά και συγγραφικό έργο το οποίο αποτελείται από 9 βιβλία, ο Νίκος Κούνδουρος θεωρείται ένας από τους πιο σημαντικούς σκηνοθέτες μας.

Οι ταινίες του χαρακτηρίζονται από έντονη εικαστικότητα, εσωτερική δύναμη, η οποία συχνά εξωτερικεύεται με τρόπο εκρηκτικό. Προσεγγίζει τις κοινωνικές διεργασίες και την Ιστορία όντας ταυτόχρονα βαθιά ανθρωποκεντρικός. Το πολύ σημαντικό του έργο είναι αποτέλεσμα αυτού ακριβώς που ήταν ως καλλιτέχνης και ως άνθρωπος.

Ο Νίκος Κούνδουρος, πέθανε στις 22 Φεβρουαρίου 2017, σε ηλικία 90 ετών.

Στράτος Κερσανίδης strakersan@gmail.com
kersanidis.wordpress.com
Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet