Γιώργος Ανδρειωμένος «Από τη Στράτευση στην Αμφισβήτηση. Λόγοι και Αντίλογοι στην Επιθεώρηση Τέχνης», εκδόσεις  Ι. Σιδέρης, Αθήνα 2020, σελ. 366

 

 

Η υπεροχή της αντιδογματικής Αριστερής αντίληψης έναντι της Συντήρησης έγκειται στον τρυφερό τρόπο με τον οποίον αυτή προτείνει την αντιμετώπιση των θεμάτων γενικά της ζωής. Μια τρυφερότητα που την καθιστά πιο ανοικτή, πιο διαλεκτική, εν τέλει, πιο δημοκρατική. Μια τρυφερότητα γεμάτη σεβασμό απέναντι στον πλουραλισμό στην έκφραση, ουσιαστικά και όχι μόνο στα χαρτιά.

Το ανά χείρας βιβλίο –πόνημα, με την έννοια που υποθέτω ότι ο Έζρα Πάουντ προσδιόριζε τη λέξη «παίδευμα»– μου έδειξε πάνω απ’ όλα ότι οι ιδρυτές της Επιθεώρησης Τέχνης σεβάστηκαν καθ’ όλη την διάρκεια της βραχύβιας ύπαρξής της το δικαίωμα στην συμμετοχή, την ενθάρρυνση έκφρασης διαφορετικών προσεγγίσεων των διαφόρων θεμάτων στους συμμετέχοντες των Περιεχομένων της. Και όχι μόνο.

 

Η συντακτική επιτροπή ζητούσε και από τους αναγνώστες να συμμετέχουν με τις δικές τους ιδέες πάνω στα φλέγοντα ζητήματα της εποχής, κάτι για το οποίο δεν θα μπορούσε να υπερηφανεύεται και η ελίτ της συντηρητικής σκέψης στα ανταγωνιστικά περιοδικά των γραμμάτων και της τέχνης εκείνης της περιόδου.

Όπως σημειώνει ο Γιώργος Ανδρειωμένος, (σ. 226) «...Είναι αξιοσημείωτο ότι οι συντελεστές της έκδοσης προχώρησαν συχνά στη φιλοξενία απόψεων που δεν αντιτίθεντο μόνο απέναντι σε κάτι που είχε δημοσιευτεί στην Επιθεώρηση Τέχνης, αλλά και σε άλλα έντυπα του ημερήσιου και περιοδικού Τύπου· και αυτό δεν το έκανε προκειμένου να «μειώσει» ή να ειρωνευτεί τα έντυπα αυτά (για την έκδοση των οποίων, άλλωστε, εξέφραζε την χαρά της), αλλά γιατί πίστευε ότι με αυτόν τον τρόπο θα συντελούσε στην ανάπτυξη ενός γόνιμου διαλόγου και στη διάδοση εποικοδομητικών σκέψεων».

Εκτός από τα ηχηρά ονόματα των μείζονων ανθρώπων των Γραμμάτων και της Τέχνης της εποχής, η ενδελεχής έρευνα του Γιώργου Ανδρειωμένου έρχεται να εμπλουτίσει τις γνώσεις μας σχετικά με την ύπαρξη πολλών ποιητών, λογοτεχνών, εικαστικών και διανοητών της εποχής που μέχρις τούδε αγνοούνταν ή γνωρίζαμε πολύ λίγα πράγματα, με ένα σημαντικό υπόμνημα που αφορά την επιγραμματική αναφορά στα βασικά στοιχεία των προσώπων που αναφέρονται.

Ήμουν 12 ετών (έναν χρόνο μικρότερος από την 13χρονη Επιθεώρηση) όταν η μισάνθρωπη Συντήρηση των Συνταγματαρχών την έκλεισε βίαια. Στα φοιτητικά μας χρόνια συχνά αναφερόμασταν –όσοι βρεθήκαμε στην αλλοδαπή– στο περιοδικό με πάθος για τα περιεχόμενά του. Για τεύχη που ψάχναμε να βρούμε απεγνωσμένα και δεν βρίσκαμε. Και, όταν με τη βοήθεια της τεχνολογίας και των Αρχείων Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ) ψηφιοποιήθηκαν τα τεύχη του στο διαδίκτυο, η ευτυχία των επισκέψεων, από τεύχος σε τεύχος, απερίγραπτη.

Το βιβλίο αυτό του Γιώργου Ανδρειωμένου έρχεται τώρα να ικανοποιήσει την ανάγκη εκείνη που έχουμε σήμερα όλοι εμείς που ήμασταν ακόμη παιδιά στη δεκαετία του ’60: να «βιώσουμε» δια της ανάγνωσης το milieu του μικρόκοσμου γύρω από την Επιθεώρηση Τέχνης.

Πιστεύω ότι μιλάω για πολλούς της γενιάς μου. Μια γενιά που, γεννημένη στη δεκαετία του 1950, δεν είχε ενηλικιωθεί αρκετά ώστε να συμμετέχει ενεργά στα δρώμενα της εποχής. Μια γενιά που, εφόσον κοίταξε αριστερά όταν ενηλικιώθηκε για να οραματιστεί το μέλλον της ζωής, σήμερα –έπειτα από αλλεπάλληλες ήττες– παραμένει νοσταλγή της εποχής εκείνης. Και είναι αυτό το χάσμα που το βιβλίο αυτό έρχεται να ικανοποιήσει, επαναλαμβάνω. Να αντλήσουμε όλες τις λεπτομερείς καταγραφές των γεγονότων γύρω από και μέσα στην Επιθεώρηση Τέχνης όχι μόνο για να την γνωρίσουμε καλύτερα, αλλά και για τον απλό λόγο της νοσταλγίας – τουλάχιστον στη δική μου περίπτωση.

Κατά το προλογικό σημείωμα του πρώτου τεύχους, η Επιθεώρηση Τέχνης ερχόταν να «αναπληρώσει την έλλειψη έντυπου που θα ικανοποιούσε τις απαιτήσεις κάθε φιλότεχνου και κάθε δημιουργού». Πρόθεσή της ήταν η ισομερής ενασχόληση με όλα τα είδη της τέχνης και στόχος της «να πλουτίζει το αναγνωστικό κοινό με ένα γόνιμο αισθητικό και φιλοσοφικό στοχασμό». Έτσι, λοιπόν, εκτός από συζητήσεις γύρω από τον Γιάννη Ρίτσο και τον Πωλ Ελυάρ (για να αναφερθώ μόνο σε δύο από μια πλειάδα σημαντικών ανθρώπων της Τέχνης) και τα σύμβολα στη λογοτεχνία, πέραν από τα ζητήματα της «παρακμής» και της «αντικειμενικότητας» ή της «ποίησης της ήττας», διαβάζουμε και για το λαϊκό και το ρεμπέτικο τραγούδι που συνυπάρχει με τη σύγχρονη ποίηση και την αφηρημένη τέχνη. Θέματα που απασχολούσαν τη γλώσσα και τη Φιλολογία, την Ιστορία και την εκπαίδευση, το θέατρο, το σινεμά, τις κοινωνικές επιστήμες, αλλά και τις πολιτικές εξελίξεις και όλα αυτά σε εγχώριο αλλά και διεθνές επίπεδο.

Aνέκαθεν διερωτώμουν τι ακριβώς εννοούν οι κριτικοί της Τέχνης όταν υπαινίσσονται ή δηλώνουν ευθέως ότι η στράτευση σε δόγματα, κόμματα και μανιφέστα καταστρέφει το νόημα, τον σκοπό και, πάνω απ’ όλα, την «ποιότητα» του «προϊόντος». Καχύποπτος κάθε φορά που η κομματικά αστική κριτική επιτίθεται στην Αριστερά –όχι πάντοτε αδίκως– σκεπτόμενος ότι η κριτική αυτή παραλείπει να αναγνωρίσει την δική της στράτευση στις διάφορες εκφάνσεις της δικής της δογματικής, δεξιάς προέλευσης. Όλοι με κάτι κάποτε συστρατευόμαστε, έτσι πορεύεται η διαλεκτική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής. Στο βιβλίο επανεξετάζονται επίσης θέματα σχετικά με την ενδοοικογενειακή της Αριστεράς συζήτηση (αναθεωρητές vs «ορθόδοξοι» Μαρξιστές κ.ο.κ.) για τη «φύση» και προέλευση κριτικών κειμένων που φιλοξενήθηκαν ή δεν φιλοξενήθηκαν στα περιεχόμενα των τευχών.

Εκτός από έναν πλούτο υποσημειώσεων και παραπομπών σε συμπληρωματικές αναγνώσεις και πηγές, το βιβλίο ολοκληρώνεται με συμπεράσματα του Γιώργου Ανδρειωμένου για το όλο εγχείρημα, καθώς και με μια πολυσέλιδη βιβλιογραφία.

Μακάρι να γινόταν –γιατί όχι;– στις μέρες μας να βρεθούν «απόγονοι» εκείνων που ίδρυσαν και υπηρέτησαν την Επιθεώρηση Τέχνης, να την ανα-δημιουργήσουν.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet