Η δύσκολη συνθήκη της πανδημίας και η ακόμα πιο δύσκολη συνθήκη της τηλεκπαίδευσης ανέδειξαν με τον πιο δραματικό τρόπο τις ανισότητες στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, οι οποίες μάλιστα οξύνονται. Ουσιαστικά τους τελευταίους εννιά μήνες, κατά τους οποίους αναγκαστικά η τηλεκπαίδευση μπήκε στη σχολική ζωή, τα προσφυγόπουλα και οι Ρομά έχουν τεθεί εκτός διαδικασίας.

 

Προσφυγόπουλα: Αναζητώντας εναγωνίως σήμα και τάμπλετ

 

Τη στιγμή που διαβάζετε αυτές τις γραμμές, υπάρχουν περίπου 4000 προσφυγόπουλα στα καμπ της ηπειρωτικής Ελλάδας (πρόκειται για πολύ συντηρητικό υπολογισμό) που δικαιούνται να είναι ισότιμα μέλη στις τάξεις τους σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης. Πώς να συμμετάσχουν, ωστόσο, όταν δεν διαθέτουν συσκευές (εκτός από κινητά τηλέφωνα) και όταν το διαδίκτυο μέσα στα καμπ είναι είδος εν ανεπαρκεία με σήμα που χαρακτηρίζεται τουλάχιστον αδύνατο;

Η απάντηση είναι απλή: Επί της ουσίας τα παιδιά αυτά δεν μπορούν να συμμετάσχουν, αυτή είναι η θλιβερή πραγματικότητα στην Ελλάδα του 2020. Και δεν μπορούν για μία σειρά από λόγους που θα εξηγήσουμε συνοπτικά. Πρώτα απ' όλα κατά την έναρξη της φετινής σχολικής σεζόν δεν πραγματοποιήθηκαν οι απαραίτητες προσλήψεις για τα τμήματα υποδοχής των προσφυγόπουλων στα σχολεία. Οι τάξεις υποδοχής αποτελούν το κλειδί για την ομαλή πρόσβαση των παιδιών αυτών στην εκπαίδευση καθώς σε αυτές διεξάγεται η απαραίτητη εκμάθηση των ελληνικών ως ξένης γλώσσας. Οι διδάσκοντες αυτοί, όπου προσλήφθηκαν, χρησιμοποιήθηκαν τελικά στα συμβατικά τμήματα των ελληνόφωνων μαθητών.

Επίσης, σε πολλές περιοχές παρατηρήθηκαν φαινόμενα διευθυντών σχολείων που δεν δέχθηκαν, στις μονάδες που διευθύνουν, προσφυγόπουλα διότι φέτος είχαν τη διακριτική ευχέρεια να αναλάβουν τη σχετική πρωτοβουλία. Αλλά και σε μονάδες που τελικά ενέγραψαν πρόσφυγες, δεν υπήρξε πρόβλεψη για δρομολόγια σχολικών λεωφορείων από τα καμπ (οι αποστάσεις είναι συχνά μακρινές, δεν μπορούν να καλυφθούν με ποδαρόδρομο), διότι οι περιφέρειες δεν ανέπτυξαν τη σχετική πρωτοβουλία. Είναι φαινόμενο που παρατηρείται κυρίως στην ελληνική περιφέρεια.

O εξοπλισμός, τέλος, που υποσχέθηκε το υπουργείο, παρέμεινε κενό γράμμα. Τα τάμπλετ που έφτασαν στα σχολεία ήταν τελικά λίγα και δόθηκαν στις οικογένειες των ελληνόφωνων μαθητών που έτσι και αλλιώς είχαν αιτηθεί γραπτώς τη χορήγησή τους. Τι απομένει στα προσφυγόπουλα; Τα κινητά τηλέφωνα των γονέων τους που συχνά δεν είναι περισσότερα από ένα ανά οικογένεια (ενώ τα παιδιά είναι πολλές φορές τρία και τέσσερα). Ακόμα όμως και όταν βρίσκεται η συσκευή (κάποιο κινητό τηλέφωνο σχετικά προηγμένης τεχνολογίας), απουσιάζει το πιο βασικό κομμάτι: η πρόσβαση στο διαδίκτυο. Έτσι προκύπτουν εικόνες μαθητών να αναζητούν εναγωνίως σήμα στα πιο απίθανα σημεία. Κάτω από δέντρα, κοντά στην πύλη του καμπ ή οπουδήποτε αλλού. Οι ιθύνοντες δεν φρόντισαν ούτε καν για αυτό. Να ενισχύσουν, δηλαδή, το σήμα στα καμπ.

 

Το υπουργείο κωφεύει

 

Το υπουργείο Παιδείας έχει ενημερωθεί αρμοδίως και γραπτώς για την απαράδεκτη αυτή κατάσταση. Δεν έχει περάσει ούτε μήνας άλλωστε από τότε που διεξήχθη και σχετική τηλεδιάσκεψη στην οποία πήραν μέρος η Υφυπουργός Σοφία Ζαχαράκη και η Γενική Γραμματέας Αναστασία Γκίκα. Όπως σημειώνουν στην "Εποχή" πηγές από το χώρο της εκπαίδευσης, η εν λόγω τηλεδιάσκεψη εξελίχθηκε σε μονολόγο των κυβερνητικών στελεχών τα οποία ενώ υποσχέθηκαν τα πάντα δεν άκουσαν σχεδόν τίποτα, παρά τις επίμονες προσπάθειες των υπευθύνων από τα καμπ να θέσουν τα κρίσιμα θέματα. Οι υποσχέσεις, που αφορούν κυρίως την παράδοση εξοπλισμού, δεν έχουν ακόμα πραγματοποιηθεί κάτι που σημαίνει ότι τα πολύ μεγάλα προβλήματα στα καμπ όλης της ηπειρωτικής χώρας εξακολουθούν να καταγράφονται.

Και όλα αυτά γίνονται μετά από μία σχολική σεζόν, όπως ήταν η περσινή που εξελίχθηκε με τον ίδιο προβληματικό τρόπο, από τον Μάρτιο και μετά που τα σχολεία έκλεισαν λόγω της πανδημίας. Ήταν τότε το διδακτικό προσωπικό και οι υπεύθυνοι των καμπ που έστησαν δικά τους αυτοσχέδια δίκτυα σε πλατφόρμες, όπως το whatsapp, για να μην χάσουν τα παιδιά τη χρονιά.

Κάποιες, πάντως, από τις εκπαιδευτικές ανάγκες καλύπτονται φέτος από μη τυπική εκπαίδευση που παρέχουν οργανώσεις όπως η Solidarity Νοw και η Unicef. Όπως γίνεται κατανοητό, τέτοιου είδους δράσεις είναι μόνο συμπληρωματικές και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστούν την εκπαίδευση που παρέχουν τα ελληνικά σχολεία υπό την αιγίδα του κράτους. Καλύπτουν όμως μέρος των κενών, γεγονός που βοηθάει τα προσφυγόπουλα κυρίως στο ψυχολογικό κομμάτι.

 

Ρομά: Ολική αποκοπή από την εκπαίδευση

 

Στις κοινότητες των Ρομά η κατάσταση είναι ακόμη χειρότερη. Όπως αναφέρουν στην "Εποχή" άνθρωποι με γνώση της πραγματικότητας, η αποκοπή των μαθητών Ρομά από τη διαδικασία της τηλεκπαίδευσης μπορεί να χαρακτηριστεί σχεδόν ολική, γεγονός που οδήγησε τις κοινότητες στην επιλογή της προσφυγής στη δικαιοσύνη. Επίσης ενημερώθηκαν επισήμως η πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο πρωθυπουργός και η υπουργός Παιδείας. Η τελευταία επιδεικνύει μία χαρακτηριστική αδιαφορία που διόλου δεν συνάδει με το πόστο της και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτό.

Εξοπλισμός δεν υπάρχει. Δεν έχουν δοθεί τάμπλετ, δεν έχει ανακοινωθεί κάποια σχετική πρωτοβουλία για τους Ρομά. Πολλές, επίσης, οικογένειες έχουν χτυπηθεί ανελέητα από την οικονομική κρίση που συνοδεύει την πανδημία. Δεν καταγράφεται δραστηριότητα στο εμπόριο, έχει περιοριστεί στο ελάχιστο κάθε επαγγελματική δραστηριότητα των Ρομά, γεγονός που δημιουργεί πολύ μεγάλο οικονομικό πρόβλημα. Υπάρχει επίσης πάντα και ο παράγοντας του αναλφαβητισμού που συχνά ξεπερνά το 95%. Οι γονείς δεν βρίσκονται σε θέση να βοηθήσουν στοιχειωδώς τα παιδιά τους στη διαδικασία της εκπαίδευσης, ακόμα και στα ζητήματα που θεωρούνται απλά.

Επειδή η κατάσταση είναι κάτι παραπάνω από ζοφερή, οι κοινότητες επιχειρούν να δράσουν μόνες τους χωρίς να περιμένουν την κρατική πρωτοβουλία. Για πρώτη φορά προχωρούν στην απογραφή του πληθυσμού τους έτσι, ώστε να καταγραφούν με μεγαλύτερη ακρίβεια οι ανάγκες. Ως προς τον σχολικό πληθυσμό αυτή η διαδικασία αναμένεται να τελειώσει μέχρι το τέλος του χρόνου. Έχει συσταθεί και επιτροπή παιδείας, συμβουλευτικού χαρακτήρα, που επιθυμεί να βάλει προτεραιότητες για την ενίσχυση της κοινότητας.

Πάνω στο τραπέζι οι κοινότητες με τους νομικούς εκπροσώπους τους έχουν πάντα και το όπλο της προσφυγής στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Σχετική απόφαση δεν έχει παρθεί, ωστόσο είναι γεγονός ότι η χώρα έχει καταδικαστεί τρεις φορές στο παρελθόν για υποθέσεις που είχαν να κάνουν με την μη εξασφάλιση πρόσβασης στην εκπαίδευση. Είναι, άρα, σαφές ότι αν και εφόσον η εν λόγω υπόθεση φτάσει μέχρι τις αίθουσες του ΕΔΔΑ, οι πιθανότητες δικαίωσης των Ρομά είναι πολύ μεγάλες.

Το κενό που προκύπτει πάντως από την κυβερνητική ανυπαρξία έρχεται πολλές φορές να το καλύψει η τοπική αυτοδιοίκηση. Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα του δήμου Χαλανδρίου, ο οποίος ύστερα από δικές του ενέργειες και με δικά του έξοδα πρόσφερε πολύτιμες λύσεις. Τα σχετικά μαθήματα διεξάγονται στον ειδικά διαμορφωμένο χώρο στο Κέντρο Κοινότητας Ρομά, με τάμπλετ που προμηθεύτηκε ο Δήμος. Δυνατότητες, προφανώς, υπάρχουν. Απλά το υπουργείο Παιδείας φαίνεται ότι δεν επιθυμεί να βοηθήσει ουσιαστικά δημιουργώντας έτσι μαθητές δύο ταχυτήτων.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet