Δεν είναι ελληνικό το φαινόμενο να βρίζεις το κράτος, μέχρι την ώρα που θα το φωνάξεις να σε σώσει από τον όλεθρο. Το παράδειγμα της Γερμανίας αποδεικνύει πόσο υποκριτικός είναι τελικά ο νεοφιλελευθερισμός, όταν σώζει με δημόσιο χρήμα δυσκίνητες και ουσιαστικά ξεπερασμένες επιχειρήσεις μαμούθ, με το επιχείρημα ότι είναι «πολύ μεγάλες για να πεθάνουν».

 

Η Γερμανία ήταν μια από τις χώρες, όπου όχι μόνο φάνηκε η σημασία, που έχει ένα ισχυρό «κράτος», αλλά και όπου αυτό ακριβώς το κράτος λειτούργησε ως αρωγός, προστάτης και τελικά σωτήρας πρώην «αντικρατιστών» της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, που βρέθηκαν στο χείλος του γκρεμού εξαιτίας της πανδημίας. Τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα ήταν φυσικά εκείνα της αεροπορικής Lufthansa, της τουριστικής πολυεθνικής TUI αλλά και των ναυπηγείων MV Werften στην Βορειοανατολική Γερμανία.

Το πρόβλημα με αυτές τις διασώσεις δεν ήταν τόσο η διοχέτευση κρατικού χρήματος έστω υπό κάποιους όρους, αλλά το γεγονός ότι η στήριξη αυτή δόθηκε χωρίς να διασφαλιστεί η συμμετοχή του «έσχατου διασώστη» στη λήψη σημαντικών αποφάσεων, κυρίως σε ό,τι αφορά το μέλλον των εργαζομένων, αλλά και τις στρατηγικές αποφάσεις για τη μελλοντική λειτουργία τους. Χαρακτηριστικότερο ήταν ίσως το παράδειγμα της Lufthansa, που προχώρησε αμέσως σε απολύσεις και απειλεί με περισσότερες, αν συγκεκριμένοι κλάδοι εργαζομένων δεν δεχτούν σημαντικές περικοπές στις αμοιβές τους.

Ενδιαφέρον είναι επίσης ότι τα δισεκατομμύρια, που δαπανήθηκαν για τη στήριξη αυτών των επιχειρήσεων θα μπορούσαν να έχουν βρεθεί από τους ίδιους τους ιδιοκτήτες τους, αν αυτοί αποφάσιζαν να βάλουν το χέρι στην τσέπη. Για παράδειγμα, ο δισεκατομμυριούχος Χάιντς Χέρμαν Τίλε, ο οποίος είναι ο μεγαλύτερος ιδιώτης μέτοχος της εταιρίας με ποσοστό 12,4% δεν χρειάστηκε να δώσει ούτε ευρώ.

Το ίδιο συνέβη και με τον μυστηριώδη ρώσο ολιγάρχη Αλεξέι Μορντασόφ, ο οποίος διατηρεί σήμερα περίπου το 25% των μετοχών της TUI ή τον Κοκ Τάι ιδιοκτήτη καζίνο και άλλων επιχειρήσεων από τη Μαλαισία, ο οποίος διαθέτει ένα σημαντικό μερίδιο των ναυπηγείων MV Werften, με μια προσωπική περιουσία που υπολογίζεται ότι ξεπερνά τα 2,5 δισ. δολάρια. Όλοι αυτοί λοιπόν δεν χρειάστηκε να ξοδευτούν. 

 

Το ίδιο τροπάριο

 

Στη διάρκεια της χρηματοπιστωτικής κρίσης στις αρχές της περασμένης δεκαετίας ήταν οι τράπεζες, που είχαν βαφτιστεί «πολύ μεγάλες για να πέσουν». Τώρα με την πανδημία προστέθηκαν και κάποιες από τις μεγαλύτερες πολυεθνικές.

Το Μάρτιο του 2020, η γερμανική κυβέρνηση αποφάσισε να ιδρύσει το Ταμείο Σταθεροποίησης της Οικονομίας (WSF) ως απάντηση στις πιθανές συνέπειες της πανδημίας. Το Ταμείο αυτό αντικατέστησε το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, που είχε δημιουργηθεί κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης, και κινήθηκε περίπου στην ίδια λογική, στηρίζοντας ένα σύστημα, που είναι και διεφθαρμένο και σε μεγάλο βαθμό ξεπερασμένο.

Το WSF διαθέτει συνολικά 600 δισ. ευρώ, από τα οποία τα 500 σε μορφή εγγυήσεων και άλλα 100 για στήριξη σε ρευστότητα μεγάλων επιχειρήσεων. Από αυτά τα χρήματα επιδοτήθηκαν δηλαδή οι προαναφερθείσες επιχειρήσεις. Την ίδια στιγμή, δεκάδες χιλιάδες μικρομεσαίοι επιχειρηματίες παραπονούνται για την καθυστέρηση καταβολής των αποζημιώσεων, που είχε εξαγγείλει η κυβέρνηση Μέρκελ-Σολτς όταν ανακοίνωνε το αρχικά ήπιο λοκντάουν στις αρχές Νοεμβρίου.

Το εντυπωσιακό είναι επίσης -και για αυτό ο όρος «διεφθαρμένο σύστημα»- ότι οι εταιρίες αυτές ανήκουν στους πρωταθλητές της φοροαποφυγής, με την πάγια πρακτική ίδρυσης θυγατρικών σε φορολογικούς «παραδείσους» από τη γειτονική Ολλανδία μέχρι τα εξωτικά υπεράκτια νησιά. Θα μπορούσε θεωρητικά η γερμανική κυβέρνηση να συνδέσει τη στήριξή τους με την απαίτηση να αλλάξουν την φορολογική τους πολιτική, από την οποία το γερμανικό κράτος χάνει κάθε χρόνο δεκάδες δισεκατομμύρια. Κάτι τέτοιο φυσικά και δεν συνέβη.

Ας δούμε όμως και τη «βιωσιμότητα» της απόφασης. Οι τρεις εταιρίες που αναφέρθηκαν εκπροσωπούν «μοντέλα» που η πανδημία απέδειξε ότι τα όριά τους κάθε άλλο παρά ανεξάντλητα είναι. Ο τομέας των αερομεταφορών, που ακολούθησε επί σειρά ετών μια εντελώς αλόγιστη επεκτατική πολιτική θεωρείται έτσι κι αλλιώς ως ένας βασικός υπεύθυνος για το ζήτημα της κλιματικής αλλαγής. Στην Γερμανία υποτίθεται ότι γινόταν μια συζήτηση για να περιοριστούν οι μικρές πτήσεις, που ουσιαστικά δεν είναι ιδιαίτερα αποδοτικές σε ότι αφορά το κέρδος χρόνου και θα μπορούσαν να καταργηθούν προς όφελος των σιδηροδρόμων. Από την άλλη όλες οι προβλέψεις σε σχέση με την πορεία της πανδημίας και τη συμπεριφορά των πολιτών συγκλίνουν στην εκτίμηση ότι ο χώρος των αερομεταφορών δεν θα επιστρέψει τουλάχιστον μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια στα προ πανδημίας επίπεδα. Ακόμα και τα επαγγελματικά ταξίδια αναμένεται να μειωθούν, από τη στιγμή που πολλές επιχειρήσεις ανακάλυψαν τη γοητεία των τηλεδιασκέψεων. Συνεπώς, η στήριξη της Lufthansa θα έπρεπε να αποτελέσει μέρος ενός συνολικότερου σχεδίου, που να λαμβάνει υπόψη αυτά τα δεδομένα και να εξασφαλίζει και την... επιβίωση των εργαζομένων, που απειλούνται με ανεργία.

Ανάλογα αμαρτωλός είναι και ο χώρος της κρουαζιέρας. Τα υπερπολυτελή «πλωτά χωριά», που αποτελούσαν το όνειρο για πολλούς μικροαστούς έχασαν τη γοητεία τους, όταν αποδείχθηκαν φυλακές με το πρώτο κρούσμα covid-19 ανάμεσα στους επιβάτες. Ούτε ο τομέας της κρουαζιέρας αναμένεται να ανακάμψει τόσο γρήγορα. Ένας τομέας, που άλλωστε θεωρείται κι αυτός ιδιαίτερα επιβαρυντικός τόσο για τις θάλασσες όσο και για την ατμόσφαιρα, αφού οι ρύποι που εκπέμπει ένα από τα τεράστια κρουαζιερόπλοια αντιστοιχούν σε εκείνους μιας κωμόπολης μεσαίου μεγέθους. Προς τι λοιπόν η εν λευκώ στήριξη της MV Werften, μιας εταιρίας που ειδικεύεται αποκλειστικά στη ναυπήγηση γιγαντιαίων κρουαζιερόπλοιων;

Όσο για την TUI αυτή αντιπροσωπεύει το μοντέλο του μαζικού «φθηνού» τουρισμού, το οποίο είχε αρχίσει να δείχνει τον προβληματικό του χαρακτήρα και προ πανδημίας. Δεν είναι τυχαία η κατάρρευση άλλων «γιγάντων» του χώρου τα τελευταία χρόνια, σε μια εποχή που ειδικά οι νεότερες γενιές προτιμούν να οργανώνουν τα ταξίδια τους ατομικά και μέσω διαδικτύου.

 

Ένα σύστημα στην εντατική

 

Μελετώντας όλες τις παραπάνω εξελίξεις, φτάνει κανείς στο συμπέρασμα ότι η κυβέρνηση Μέρκελ επέλεξε να δώσει μια παράταση ζωής σε κλάδους, που είτε θα αλλάξουν ριζικά στη φιλοσοφία τους και στη στρατηγική τους, είτε θα βουλιάξουν ξεπερασμένοι από τις εξελίξεις. Προφανώς ήθελε να κερδίσει χρόνο και να αποφύγει το σοκ των μαζικών καταρρεύσεων. Αλλά το πρόβλημα δεν το έχει λύσει. Το άρρωστο σύστημα παραμένει στην εντατική.

Όπως συμβαίνει και στο υγειονομικό επίπεδο έτσι και στο οικονομικό η τακτική αυτή είναι κοντόφθαλμη και διακατέχεται από την σαθρή ελπίδα διάσωσης ενός ολόκληρου συστήματος, που αποδείχτηκε ότι δεν αντέχει τόσο μεγάλες προκλήσεις.

Ένα σύστημα που είναι ταυτόχρονα προκλητικά άδικο, αφού μετρά και ξαναμετρά κάθε ευρώ που πρέπει να διαθέσει σε άνεργους, μερικώς απασχολούμενους, μετανάστες και όσους ζουν κάτω από τα όρια της φτώχειας, και δείχνει τη γαλαντομία του σε εταιρίες που δεν είναι καν «γερμανικές» με την κλασσική έννοια του όρου.

Την ίδια στιγμή που χαρίζονται δισεκατομμύρια σε εταιρίες με τη δικαιολογία ότι είναι «πολύ μεγάλες για να πεθάνουν» τα παραδοσιακά κόμματα σφυρίζουν αδιάφορα στην πρόταση, που έχει καταθέσει η Αριστερά για στήριξη εκείνων που το έχουν πραγματικά ανάγκη, με την επαναφορά του φόρου της μεγάλης περιουσίας, που συνέβαλε μεταπολεμικά στην «ανοικοδόμηση» της χώρας και καταργήθηκε το 1997 επί κυβέρνησης Χέλμουτ Κολ. Ένα μέτρο που θα μπορούσε να αποφέρει δεκάδες δισ. σε έσοδα στα δημόσια ταμεία, φορολογώντας το 1% της κοινωνίας, που έχει στα χέρια του περίπου το ένα τρίτο του πλούτου της Γερμανίας.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet