Πολύ λίγα κρούσματα διαπιστώθηκαν τελικά στα rapid test που διενήργησε ο ΕΟΔΥ στους τρεις δήμους της Δυτικής Αττικής (Ελευσίνα, Ασπρόπυργος, Μάνδρα) μετά και το αυστηρότερο λοκντάουν που κήρυξε η Πολιτική Προστασία (απαγόρευση κυκλοφορίας στις 6μ.μ., αναστολή λειτουργίας του click away, κομμωτηρίων, λαϊκών κ.τ.λ.), αποδεικνύοντας πως χωρίς στόχευση και σχεδιασμό, δεν μπορεί να γίνει ούτε σωστή ιχνηλάτηση, πόσο μάλλον μια σωστή εν γένει διαχείριση και ανακοπή της πανδημίας. 

«Αυτό που επιβεβαιώνεται είναι ότι η κυβέρνηση δεν έχει σχέδιο, πάει με το “βλέποντας και κάνοντας”. Τόσο καιρό θριαμβολογούσαν για το πόσο καλύτερα πηγαίνουν τα πράγματα σε σχέση με άλλες χώρες και τώρα που είδαν ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει, πάνε να παρέμβουν με λανθασμένο τρόπο και πυροσβεστικά. Έβαλαν σε καραντίνα περιοχές που δεν παρουσιάζουν κοινά χαρακτηριστικά επιβάρυνσης και χωρίς δεδομένα ουσιαστικά για το πού υπάρχει υψηλή διασπορά. Πρόκειται για σπασμωδικές κινήσεις, που σήμερα μπορεί να φανεί σαν να έχουν κάποιο αποτέλεσμα, αλλά αν αύριο δεν υπάρξει μια συστηματική πολιτική, θα οδηγηθούμε στην ίδια κατάσταση», τονίζει στην «Εποχή» ο Γιάννης Βασιλείου, πρώην αντιπεριφερειάρχης Δυτικής Αττικής.

Αναμενόμενο ότι τα τεστ δεν θα έδειχναν υψηλή διασπορά, λόγω του τρόπου που πραγματοποιήθηκαν, κρίνει ότι ήταν και ο Βαγγέλης Λίγγος, πρόεδρος του Εργατικού Κέντρου Ελευσίνας. «Τα δείγματα των τεστ δεν ξέρουμε πόσο ενδεικτικά είναι, αφού όποιος ήθελε μόνο πήγαινε να κάνει. Πρώτον, πολλοί που φοβούνται μην τεθούν σε καραντίνα ή είναι αρνητές της πανδημίας, προφανώς δεν θα πάνε να κάνουν. Δεύτερον, αν θέλουμε να δούμε πού μπορεί να υπάρχει ή να υπάρξει μεγάλη διάδοση, τα τεστ θα πρέπει να γίνουν στοχευμένα. Εμείς αυτό που ζητάμε τόσο καιρό, είναι να έρθουν κλιμάκια του ΕΟΔΥ στις βιομηχανικές περιοχές και να διενεργήσουν τεστ σε όλους τους εργαζόμενους, που προφανώς είναι και από άλλες περιοχές της Αττικής, ώστε να μπορέσουν να απομονωθούν όσοι άνθρωποι είναι φορείς και να σταματήσει η διασπορά».

 

Ταξική διαχείριση και απουσία θεσμών

 

Παρότι, όμως, οι βιομηχανικές επιχειρήσεις αποτελούν τους κατ’ εξοχήν χώρους συνωστισμού, ακόμα και τώρα η κυβέρνηση, μεταξύ των μέτρων αυστηροποίησης, σχετικά με το ζήτημα είπε μόνο γενικόλογα για «εντατικοποίηση ελέγχων στους εργαζόμενους των επιχειρήσεων της περιοχής από κλιμάκια του ΕΟΔΥ» (χωρίς να έχουν πραγματοποιηθεί μέχρι στιγμής) και για «ενθάρρυνση στις επιχειρήσεις για ελέγχους προσωπικού, με ίδια μέσα, με πρωτοβουλία των ιδιοκτητών τους και για τη διενέργεια των περιοδικών ελέγχων», χωρίς να το θέτει ως υποχρεωτικό μέτρο.

Η αδιαφορία, άλλωστε, της κυβέρνησης για την προστασία της υγείας των εργαζομένων και η ταξικότητα στη διαχείριση της πανδημίας έχει φανεί και από τη μεγαλύτερη επιβάρυνση της Δυτικής Αττικής καθαυτή. «Τα αυξημένα κρούσματα το προηγούμενο διάστημα σχετίζονται με τις συνθήκες της περιοχής. Πρόκειται για μια βιομηχανική περιοχή, όπου καθημερινά έρχονται χιλιάδες πολίτες απ’ όλη την Αττική, στοιβαγμένοι μέσα στα λεωφορεία, και εργάζονται εδώ στις μικρές και μεγάλες επιχειρήσεις. Κάποιες απ’ αυτές έκαναν διαγνωστικά τεστ, τα οποία πλήρωναν οι επιχειρηματίες, σε άλλες όμως υποχρέωναν τους εργαζόμενους να τα πληρώσουν με δικά τους χρήματα, που προφανώς είναι αδύνατον οικονομικά. Να σημειωθεί δε πως όταν λέμε για εργαζόμενους, αρκετοί δεν είναι ούτε ασφαλισμένοι και αναγκάζονταν να κρύβονται σε τυχόν ελέγχους, που ούτως ή άλλως είναι ανύπαρκτοι, αφού η κυβέρνηση διέλυσε ουσιαστικά την Επιθεώρηση Εργασίας. Τι τεστ, λοιπόν, να κάνουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι;», εξηγεί ο Γιάννης Βασιλείου.

Πέραν, όμως, ότι η κυβέρνηση δεν φρόντισε τη δωρεάν και συχνή διεξαγωγή τεστ στις βιομηχανίες, ή να θεσπίσει την υποχρέωση των εργοδοτών για την πραγματοποίησή τους, ταυτόχρονα δεν υλοποίησε και άλλα μέτρα προστασίας των εργαζομένων, όπως ζητείται εδώ και μήνες. «Θα μπορούσε να είχε επιβάλει τρία διαφορετικά ωράρια στις επιχειρήσεις εδώ, ώστε να μην υπάρχει συνωστισμός ούτε στα ΜΜΜ, ούτε στους χώρους εργασίας. Μην ξεχνάμε ότι εδώ κατά βάση είναι τέτοιες οι δουλειές, πχ αποθηκάριοι, που δεν μπορεί να υπάρξει τηλεργασία», προσθέτει ο Βαγγέλης Λίγγος.

Επισημαίνει δε πως τροχοπέδη για την τήρηση των μέτρων προστασίας από τον κορονοϊό αποτελούν η γραφειοκρατία του δημοσίου, αλλά και οι νομοθετικές παρεμβάσεις της κυβέρνησης, που ορίζουν ότι όποιος εργαζόμενος τεθεί σε καραντίνα θα λάβει κανονικά το μισθό του, αλλά μετά θα πρέπει να αναπληρώσει τις ώρες εργασίας που «χάθηκαν» με απλήρωτες υπερωρίες. «Όταν, λοιπόν, η νομοθεσία λέει ότι τις μέρες της καραντίνας ο εργαζόμενος στον ιδιωτικό τομέα θα μείνει απλήρωτος ουσιαστικά, προφανώς αρκετοί δεν θα δηλώσουν ότι έχουν κάποιο κρούσμα στο περιβάλλον τους, ή ότι έχουν συμπτώματα. Ταυτόχρονα δε, υπάρχει και το πρόβλημα ότι η Πολιτική Προστασία απαντά στο αίτημα καραντίνας του εργαζόμενου μετά από 40 μέρες. Με βάση την εργατική νομοθεσία, όμως, όταν ο εργαζόμενος δεν έχει χαρτί να αιτιολογήσει την απουσία του, μετά από 3 μέρες μπορεί να απολυθεί νόμιμα και χωρίς αποζημίωση μάλιστα».

 

 

 

Οικιακός συνωστισμός και φτώχεια

 

Συν των εργασιακών συνθηκών, παράγοντα επιβάρυνσης αποτελεί και ο οικιακός συνωστισμός, αφού «στην Δυτική Αττική έχουμε κατοικίες με το μεγαλύτερο πληθυσμό ανά τ.μ. στην περιφέρεια Αττικής, οπότε είναι δύσκολη η απομόνωση και η καραντίνα, ενώ είναι και πιο εύκολη η μετάδοση», όπως εξηγεί ο Σταμάτης Βαρδαρός, πρώην γενικός γραμματέας του υπουργείου Υγείας και πολιτικός επιστήμονας. Σημειώνεται ότι στα μέτρα που ανακοινώθηκαν από την Πολιτική Προστασία έγινε λόγος για «απομόνωση των επιβεβαιωμένων κρουσμάτων που δεν χρήζουν νοσηλείας σε νοσοκομείο, σε χώρους και δομές που έχουν ήδη εξασφαλιστεί για αυτόν τον σκοπό από τη Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας και ειδικά σε περιπτώσεις που η κατ’ οίκον απομόνωση δεν κρίνεται εφικτή και εγκυμονεί κινδύνους για άλλα μέλη της οικογένειας», αλλά, σύμφωνα με τον Βαγγέλη Λίγγο, προς το παρόν δεν έχει δοθεί καμία ενημέρωση για το ποιοι είναι αυτοί οι χώροι.

Παράλληλα, ο Σταμάτης Βαρδαρός επισημαίνει και μια σειρά άλλων χαρακτηριστικών της περιοχής, που έπρεπε να ληφθούν υπόψιν στο σχεδιασμό, κάτι που προφανώς δεν έγινε: «Στην Δυτική Αττική έχουμε πολλαπλούς παράγοντες κινδύνου όσον αφορά την πανδημία. Η περιοχή παρουσιάζει αυξημένα ποσοστά φτώχειας, με διαχρονικά υψηλή ανεργία, έχει κοινωνικά ευάλωτους πληθυσμούς, περιβαλλοντική επιβάρυνση λόγω της βιομηχανίας, που έχει εν γένει επιπτώσεις στην υγεία, καθώς υφίσταται και ο κοινωνικοπολιτικός αποκλεισμός των κατοίκων της, ιδίως των Ρομά, από τα κέντρα λήψης αποφάσεων, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει σωστή ενημέρωση εκατέρωθεν και άρα σωστός σχεδιασμός από την πολιτεία».

 

Στοχοποίηση και αδιαφορία για τους Ρομά

 

Για την ακρίβεια, όσον αφορά τους Ρομά κατοίκους της περιοχής, η κυβέρνηση προσπάθησε να τους εμφανίσει σαν φύσει απείθαρχους, στοχοποιώντας τους για τα αυξημένα κρούσματα, και αποποιούμενη των δικών της ευθυνών για την προστασία τους. «Βλέπουμε να χτίζεται μια εντύπωση πως για την κατάσταση της περιοχής ευθύνονται οι Ρομά και Ρωσοπόντιοι, που είναι τελείως άδικη. Όταν η πολιτεία δεν έχει λάβει τα κατάλληλα μέτρα τόσο καιρό, είναι δυνατόν να έρχεται τώρα και να βάζει τιμωρία τους κατοίκους; Τόσο διάστημα κανείς δεν ασχολήθηκε με τους Ρομά κατοίκους ούτε στο πλαίσιο της ενημέρωσης, ούτε στο επίπεδο της πρόληψης. Οι ίδιοι, από την εμπειρία μου, πειθαρχούν στα μέτρα που επιβάλλονται, και την Κυριακή που ήρθε ο ΕΟΔΥ για τεστ, προσήλθαν πολλοί, ενώ για πρώτη φόρα τους μοίρασαν μάσκες τότε, κάτι που ζητάνε από την αρχή της πανδημίας, γιατί δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα. Οι ίδιοι κάνουν ό,τι μπορούν, από κει και πέρα είναι θέμα της πολιτείας να τους ενισχύσει. Η κατάσταση των καταυλισμών είναι άθλια, χωρίς τρεχούμενο νερό και ρεύμα, με σκουπίδια. Πώς να τηρηθούν, λοιπόν, τα μέτρα υγιεινής; Η κυβέρνηση γνωρίζει προφανώς όλη αυτή την κατάσταση και δεν έκανε τίποτα όλους αυτούς τους μήνες», περιγράφει η Ματίνα Βαβούλη, διευθύντρια του 7ου δημοτικού σχολείου Νέας Ζωής, Ασπρόπυργου, δίπλα στον καταυλισμό.

Να σημειωθεί, επίσης, πως από τα 112 rapid test που διενεργήθηκαν εκεί την Κυριακή, προέκυψαν μόνο 4 θετικά. Παρόλ’ αυτά, όπως επισημαίνεται και από τον Γιάννη Βασιλείου, δεν πρέπει να αφεθούν και πάλι στην τύχη τους από την πολιτεία: «Το ζήτημα δεν είναι η στοχοποίησή τους και κατόπιν εορτής να πηγαίνει ο ΕΟΔΥ να κάνει τεστ. Χρειάζεται να πηγαίνει ανά τακτά χρονικά διαστήματα για να τα διενεργεί δωρεάν, και παράλληλα να τους παρέχει και τις απαραίτητες μάσκες, αντισηπτικά κτλ. Πρέπει να υπάρξει ειδική μέριμνα, γιατί -λόγω κοινωνικού αποκλεισμού- δύσκολα μπορούν να απευθυνθούν σε γιατρό. Γι’ αυτό κι όταν ήμασταν στην Περιφέρεια είχαμε κάνει δεκάδες επισκέψεις με το Υγεία για Όλους, για να γίνουν εμβόλια στα παιδιά, γυναικολογικές εξετάσεις και παθολογικός έλεγχος, κάτι που θα έπρεπε να συνεχίσει και να ενταθεί τώρα».

Αντίστοιχα, ο Σταμάτης Βαρδαρός τονίζει πως πρέπει να υπάρξει σχεδιασμός του υπουργείου Υγείας για εμπλοκή των επαγγελματικών υγείας στην ενημέρωση του κόσμου (και στην Δυτική Αττική, αλλά και παντού) και να μη βασίζεται η πολιτεία μόνο σε ό,τι προβάλλεται από τα ΜΜΕ, στα οποία δεν έχουν πρόσβαση όλοι οι άνθρωποι. «Και γενικά πρέπει να υπάρξει εμπλοκή των υπηρεσιών πρωτοβάθμιας υγείας στην πρόληψη και τον επιδημιολογικό έλεγχο, που προκειμένου να επιτευχθεί αυτό θα χρειαστεί και η ενίσχυσή τους, αφού τα Κέντρα Υγείας και της Ελευσίνας και του Ασπρόπυργου είναι υποστελεχωμένα. Ακόμα και στη δική μας διακυβέρνηση υπήρχε ζήτημα και έγινε στελέχωση με μόνιμο προσωπικό, αλλά χρειαζόταν κι άλλη, που πάγωσε με την κυβέρνηση της ΝΔ».

 

Αστυνομοκρατία και αγανάκτηση

 

Μπροστά, όμως, σε όλα αυτά τα προβλήματα και τους παράγοντες επιβάρυνσης των πιο φτωχών ανθρώπων και περιοχών στο ζήτημα της πανδημίας, η κυβέρνηση αποφάσισε να απαντήσει για ακόμα μια φορά με καταστολή και ρίψη ατομικών ευθυνών. «Υπάρχουν παντού περιπολικά και μάλιστα στις εισόδους των περιοχών με αναμμένους φάρους, σαν να εισέρχεσαι στο Ελ Ντοράντο. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό; Τι θέλουν να δείξουν, ότι αστυνομοκρατείται η περιοχή και άρα θα τηρηθούν τα μέτρα; Διαμορφώνεται ένα σκηνικό τρόμου που δεν έχει κανένα υγειονομικό αποτέλεσμα», σημειώνει ο Βαγγέλης Λίγγος, ενώ καταγγέλλει και την επιβολή προστίμου από αστυνομικούς σε εργαζόμενους της περιοχής, που μόλις είχαν σχολάσει από τη δουλειά τους, αλλά επειδή το χαρτί μετακίνησης έγραφε 7:00 με 15:00 και είχαν περάσει 20 λεπτά, καλούνται τώρα να πληρώσουν 300 ευρώ ο καθένας.

Κατά αυτόν τον τρόπο, προς το παρόν το μόνο που διαπιστώνεται από τα μέτρα που αποφασίστηκαν και με τον τρόπο που υλοποιούνται, είναι ο μεγαλύτερος συνωστισμός τους στα σουπερ-μάρκετ, λόγω της απαγόρευσης της κυκλοφορίας μετά τις 6μ.μ., σύμφωνα με την Ματίνα Βαβούλη, αλλά και η αγανάκτηση και ο φόβος του κόσμου από τον περιορισμό και τις οικονομικές επιπτώσεις των μέτρων. 

«Υπάρχει αγανάκτηση στους πολίτες γιατί έχουν μηδενίσει κοινωνική και οικονομική ζωή. Το πιο αυστηρό λοκντάουν θα έχει πολύ σοβαρές επιπτώσεις στους επαγγελματίες της περιοχής. Οι άνθρωποι ήδη είχαν κάνει τις παραγγελίες στους προμηθευτές τους για να λειτουργήσουν, έστω με το click away, και τώρα δεν έχουν ούτε αυτή τη δυνατότητα. Θα βρεθούν, λοιπόν, να χρωστάνε. Ύστερα, έχουμε ένα δεύτερο λοκντάουν χωρίς το επίδομα που προβλέφθηκε πριν, από το οποίο ήδη εξαιρούνταν αρκετοί άνθρωποι. Και μην ξεχνάμε και τους ανασφάλιστους εργαζόμενους, που τους θέτουν σε καραντίνα, χωρίς τεστ και χωρίς οικονομική εξασφάλιση. Για να μη συζητήσουμε για όσους απασχολούνται στον τουριστικό τομέα, που ήδη είχαν γονατίσει και τώρα πια δεν φαίνεται να μπορέσουν να ξανανοίξουν ποτέ. Γι’ αυτούς τους ανθρώπους τι θα γίνει; Ήδη τα ποσοστά της ανεργίας φαίνεται ότι έχουν άνοδο, στο μέλλον τι θα γίνει; Η ανεργία δεν θα πλήξει ούτε την Εκάλη, ούτε την Πεύκη, αλλά τις λαϊκές συνοικίες με τους μισθωτούς, όπως την Δυτική Αττική, όπως είχε γίνει και στην προηγούμενη κρίση», τονίζεται και από τον Γιάννη Βασιλείου. 

Ενώ όσον αφορά το μέτρο για υποχρεωτικό έλεγχο με rapid test ανά τριήμερο σε μικροπωλητές, ως προϋπόθεση για τη μετακίνηση εργασίας σε άλλες περιοχές, είναι σχεδόν αδύνατο να τηρηθεί, αφού «το τεστ δεν συνταγογραφείται, ούτε αποζημιώνεται, και ταυτόχρονα είναι πολύ δύσκολη η πρόσβαση στις δημόσιες δομές για τη διενέργειά του, ενώ τα κλιμάκια του ΕΟΔΥ πότε βρίσκονται πότε όχι. Τους βάζουν, συνεπώς, σε δίλημμα για το αν θα χρειαστεί να παρανομήσουν ή όχι, προκειμένου να εργαστούν και να ζήσουν», εξηγεί ο Σταμάτης Βαρδαρός.

 

Ανάγκη ουσιαστικών μέτρων

 

Για το λόγο αυτό, όπως υπογραμμίζει ο ίδιος, αλλά και οι υπόλοιποι συνομιλητές μας, είναι πρώτιστης σημασίας να υπάρξει γενναία κρατική παρέμβαση για την οικονομική υποστήριξη των ανθρώπων στη Δυτική Αττική, που ταυτόχρονα θα βοηθήσει και στο να υπάρξει υγειονομική συμμόρφωση. Παράλληλα, θα πρέπει να διεξαχθούν δωρεάν και τακτικά τεστ στους χώρους εργασίας της περιοχής, να υπάρξει υποχρεωτική ρύθμιση για εργασία με διαφορετικά ωράρια, εργασιακοί έλεγχοι για τις συνθήκες εργασίας, αύξηση των δρομολόγιων των ΜΜΜ, πραγματική ενίσχυση των δομών υγείας της περιοχής -και όχι με μετακινήσεις προσωπικού από την υπόλοιπη Αττική, όπως γίνεται τώρα- εξεύρεση χώρων απομόνωσης για όταν δεν είναι εφικτή η καραντίνα στο σπίτι λόγω οικιακού συνωστισμού,  θερμομέτρηση στα σούπερ-μάρκετ, οι πινακίδες με αριθμούς προσέλευσης να τεθούν στον εξωτερικό χώρο των τραπεζών και των επιχειρήσεων κινητής τηλεφωνίας, έγκαιρη απόδοση βεβαίωσης για καραντίνα από την Πολιτική Προστασία, διενέργεια τεστ ευρύτερα στην Αττική, προκειμένου να υπάρξει πραγματική εικόνα διασποράς και τέλος να σταματήσει η ανθρωποφαγία που έχουν προκαλέσει με την επίκληση συνέχεια στην ατομική ευθύνη, όπως σημειώνουν οι συνομιλητές μας.

Με άλλα λόγια, να υλοποιηθούν ουσιαστικά μέτρα και για την περιοχή, αλλά και γενικότερα, αντί για πολιτικές κατασταλτικού θεάματος.

Πρόσφατα άρθρα ( Κοινωνία )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet