Αυτές τις μέρες συμπληρώνονται δέκα χρόνια από το ξέσπασμα των αραβικών εξεγέρσεων, που ξεκίνησαν από την Τυνησία, διαδόθηκαν σε πολλές αραβικές χώρες και οδήγησαν στην ανατροπή ηγετών, η εξουσία των οποίων φαινόταν ακλόνητη. Αν και τα αίτια των εξεγέρσεων ήταν κοινά, ωστόσο η έκβαση τους δεν ήταν κοινή, επειδή προσδιορίστηκε από τις ιδιαιτερότητες της κάθε χώρας στην οποία εκδηλώθηκε, με επίκεντρο τη σχέση του κάθε καθεστώτος με τον στρατό και τις δυνάμεις εσωτερικής ασφάλειας. Οι αραβικές εξεγέρσεις δημιούργησαν ελπίδες για οικονομικο-κοινωνική ανάπτυξη και πραγματική δημοκρατία, ελπίδες που σήμερα, δέκα χρόνια μετά, έχουν μετατραπεί σε εφιάλτες για τους λαούς των αραβικών χωρών, που βλέπουν το μέλλον τους να καταστρέφεται από τις χαοτικές συνθήκες που επικράτησαν έκτοτε. Οι λόγοι για τη σκληρή διάψευση των προσδοκιών που γέννησαν οι αραβικές εξεγέρσεις είναι πολλοί και φυσικά δεν σχετίζονται με τα οριενταλιστικά στερεότυπα που συχνά χρησιμοποιούνται για την προσέγγιση των χωρών αυτών.

 

Οι αντιπαλότητες στο προσκήνιο

 

Πράγματι, οι αραβικές εξεγέρσεις δεν κατέληξαν στην ικανοποίηση των κοσμικών αιτημάτων των εξεγερμένων, ώστε να αντιμετωπιστούν επιτέλους τα δομικά προβλήματα της έλλειψης ανάπτυξης και πραγματικής δημοκρατίας που ταλάνιζε τις κοινωνίες τους επί δεκαετίες. Αντίθετα, οι ίδιες οι αιτίες που γέννησαν τις εξεγέρσεις –που μπορούν να συνοψιστούν στο τρίπτυχο φτώχεια, διαφθορά, καταστολή- ανέδειξαν μετά τις καθεστωτικές αλλαγές νέα και πολύ σοβαρά πολιτικά προβλήματα. Πρόκειται για τη διευρυνόμενη επίδραση του κινήματος των Αδελφών Μουσουλμάνων (που κάλυπτε άτυπα και στην παρανομία την ανυπαρξία κράτους πρόνοιας) και την παρεπόμενη εσωτερική πόλωση μεταξύ κοσμικών και ισλαμικών δυνάμεων. Ταυτόχρονα, αναδύθηκαν στο προσκήνιο εθνικά αντίπαλα ζεύγη (Άραβες – Κούρδοι) αλλά και θρησκευτικά, δηλαδή από τη μία πλευρά η θρησκευτική πλειοψηφία και, από την άλλη, οι θρησκευτικές μειονότητες. Οι αντιπαλότητες που περικλείονται στα ζεύγη αυτά έχουν στην πραγματικότητα πολιτικό χαρακτήρα δεδομένου ότι αφορούν στην ουσία τη κατοχή και νομή της εξουσίας από μειονότητες και τον ταυτόχρονο αποκλεισμό από αυτήν της πλειοψηφίας. Το φαινόμενο αυτό είναι ιδιαίτερα έντονο στο Μπαχρέϊν, στο Ομάν, στο Ιράκ και στην Συρία. Στην Υεμένη, οι σιίτες ήταν εντελώς περιθωριοποιημένοι, ενώ στην Λιβύη το σύστημα των φυλών, που διατηρήθηκε και επί Καντάφι, καθιστούσε την θρησκεία τον βασικότερο συνεκτικό ιστό της λιβυκής κοινωνίας.

Οι αντιπαλότητες αυτές φαινόταν ότι είχαν πάψει να αποτελούν αιτίες εσωτερικών συγκρούσεων, όμως οι εξεγέρσεις, που αντιμετωπίστηκαν στις περισσότερες περιπτώσεις με άγρια κρατική καταστολή, τις επανέφεραν στο προσκήνιο, δημιουργώντας έτσι τις κατάλληλες συνθήκες για την μετατροπή τους σε εμφύλιους πολέμους. Η δραματική αυτή εξέλιξη, σε συνδυασμό με τη ρευστότητα που χαρακτηρίζει το διεθνές σύστημα μετά το πέρας της οκταετίας του Τζώρτζ Μπους του νεότερου, έδωσε την ευκαιρία σε περιφερειακούς και διεθνείς δρώντες να μετατρέψουν τους εμφύλιους πολέμους -στην Λιβύη, στην Συρία και στην Υεμένη- στους λεγόμενους πολέμους διά αντιπροσώπων, χρηματοδοτώντας αντίπαλες παρατάξεις.

 

Η ξένη ανάμειξη

 

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονιστούν τα καταστροφικά αποτελέσματα της μονομέρειας της πολιτικής Μπους γενικότερα, ειδικότερα όμως στην Μέση Ανατολή για την πάταξη της ισλαμικής τρομοκρατίας. Η πολιτική αυτή στηριζόταν στην άσκηση σκληρής ισχύος για την αντιμετώπισή της ισλαμικής τρομοκρατίας, στον καταναγκασμό και την περιθωριοποίηση χωρών που θεωρούνταν εχθροί των ΗΠΑ (Συρία, Ιράν). Η πολιτική αυτή είχε ως αποτέλεσμα την αποσάθρωση των περιφερειακών ισορροπιών και την ταυτόχρονη ενδυνάμωση της ισλαμικής τρομοκρατίας, διαχέοντας τη σύγκρουση και την αστάθεια στο ευρύτερο υποσύστημα. Έτσι, ενδυναμώθηκαν τα τοπικά παραρτήματα της τρομοκρατικής οργάνωσης Αλ Κάιντα, με αιχμή του δόρατος την αλ Κάιντα του Ιράκ, που κατάφερε να εκμεταλλευθεί τις δραματικές συνθήκες που δημιούργησε η αμερικανοβρετανική εισβολή του 2003 στο Ιράκ, για να ενισχυθεί και στην συνέχεια να εκμεταλλευθεί τις συνθήκες που δημιουργούσε ο συριακός εμφύλιος, για να επεκταθεί εδαφικά και να δημιουργήσει το λεγόμενο Ισλαμικό Κράτος του Ιράκ και της Συρίας (ΙΚΙΣ).

Του λοιπού, η Μέση Ανατολή, με καταλύτη τις αραβικές εξεγέρσεις, γίνεται ένα τεράστιο πεδίο σύγκρουσης ποικίλλων συμφερόντων, μιάς σύγκρουσης που καθορίζεται εν πολλοίς από την ξένη ανάμειξη στους αραβικούς εμφύλιους. Η ξένη ανάμειξη έχει ένα διττό αποτέλεσμα: Από την μία πλευρά, διαιωνίζει τους πολέμους αυτούς, δεδομένου ότι κάθε πλευρά συνεχίζει τον πόλεμο για όσο έχει εξωτερική υποστήριξη και μέχρις ότου πετύχει τους στόχους της ή μέχρι να θεωρήσει ότι η θέση της είναι αρκετά ισχυρή, ώστε να ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις της, όποτε και όταν αρχίσουν οι διαπραγματεύσεις για τον τερματισμό του πολέμου. Από την άλλη πλευρά, η διαιώνιση των συγκρούσεων μέσω της ενίσχυσης που παρέχουν ξένες χώρες στις αντίπαλες πλευρές, τις καθιστά λίγο – πολύ υποχείριο του συμμάχου τους, πράγμα που με την σειρά του σημαίνει αφ΄ενός ότι η όποια ειρηνευτική συμφωνία δύσκολα θα εφαρμοστεί και δύσκολα θα νομιμοποιηθεί στα μάτια της κοινής γνώμης και αφ΄ετέρου ότι στο μέλλον τα ξένα συμφέροντα θα υπερτερήσουν των εθνικών συμφερόντων.

 

Οι πόλεμοι δια αντιπροσώπων

 

Ωστόσο, οι πόλεμοι δια αντιπροσώπων όχι μόνο προβάλλουν εξωτερικές αντιπαλότητες στο εσωτερικό κάθε χώρας που βιώνει μία εμφύλια σύρραξη αλλά και καθυστερούν την επίλυσή της, επειδή στους πολέμους αυτούς συμπράττουν χώρες με αντικρουόμενα συμφέροντα, όπως συμβαίνει λ.χ. με την Ρωσία και την Τουρκία στην περίπτωση της Σύριας, ενώ στην περίπτωση της Λιβύης οι χώρες αυτές βρίσκονται σε έμμεση αλλά σαφή σύγκρουση. Παράλληλα, η διαιώνιση των πολέμων διά αντιπροσώπων διογκώνει την ασύμμετρη απειλή της ισλαμικής τρομοκρατίας, στο βαθμό που χώρες, όπως η Τουρκία, συνεργάζονται ή και χρησιμοποιούν τζιχαντιστές του ΙΣΙΣ ως μισθοφόρους, όπως στην Συρία και την Λιβύη αντιστοίχως, ενώ άλλες χώρες του αραβο –περσικού Κόλπου έχουν κατηγορηθεί για την παροχή οικονομικής και άλλης ενίσχυσης σε ισλαμικές τρομοκρατικές οργανώσεις. Τέλος, οι πόλεμοι διά αντιπροσώπων κατακερματίζουν ακόμα περισσότερο τον ήδη εύθραυστο αραβικό κόσμο, αποτελώντας πεδίο εκδήλωσης του νέου ενδοαραβικού Ψυχρού Πολέμου. Αυτήν την φορά δεν πρόκειται για τη σύγκρουση μεταξύ των λεγόμενων προοδευτικών και συντηρητικών αραβικών κρατών -όπως συνέβαινε από την δεκαετία του ’50 μέχρι την κατάρρευση του διπολισμού- αλλά για την σύγκρουση ανάμεσα στις διάφορες εκδοχές του πολιτικού Ισλάμ, είτε αυτό έχει την μορφή σουνιτικού Ισλάμ –με επί κεφαλής την Σαουδική Αραβία- είτε του σιιτικού Ισλάμ –με επί κεφαλής το Ιράν- είτε αυτό έχει την μορφή του νέο-οθωμανισμού της Τουρκίας.

 

Ο απολογισμός

 

Ανθρωπιστικές κρίσεις, πολιτισμικές και οικονομικές καταστροφές, εκατομμύρια προσφύγων και εσωτερικά εκτοπισμένων, εκατοντάδες χιλιάδες νεκροί και τραυματίες, διόγκωση της ισλαμικής τρομοκρατίας, που κάθε άλλο παρά έχει ηττηθεί με την εκδίωξη του ΙΣΙΣ από την εδαφική του βάση, πολλαπλασιασμός των ασύμμετρων απειλών, νέες περιφερειακές αντιπαλότητες, πάλη για την ανακατανομή σφαιρών επιρροής μεταξύ περιφερειακών και διεθνών δρώντων, διάχυση της αστάθειας σε γειτονικά υποσυστήματα: αυτός είναι ο απολογισμός των αραβικών εξεγέρσεων δέκα χρόνια μετά.

Όμως, για τη ζοφερή αυτή κατάσταση δεν ευθύνονται οι εξεγέρσεις. Ευθύνονται όσοι δεν είδαν σε αυτές παρά μόνον την ευκαιρία να ανακτήσουν ή να αποκτήσουν τον έλεγχο της περιοχής, είτε πρόκειται για την Δύση είτε πρόκειται για περιφερειακούς δρώντες. Την ευκαιρία για να ενισχύσουν τη θέση τους στην πάλη που έχει ξεσπάσει μετά το τέλος της αμερικανικής μονοκρατορίας, με αντικείμενο την αναδιαμόρφωση του διεθνούς συστήματος και την δημιουργία μίας νέας διεθνούς ιεραρχίας ισχύος.

Πρόσφατα άρθρα ( Μέση Ανατολή )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet