Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας από την πρώτη στιγμή ανάληψης της εξουσίας, το καλοκαίρι του 2019, άρχισε να ξεδιπλώνει το σχέδιο αποδιάρθρωσης του κοινωνικού κράτους, δικαιώνοντας όλους εκείνους που μιλούσαν για «κρυφό πρόγραμμα» του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Το κυβερνών κόμμα επέλεξε να προχωρήσει σε στοχευμένες κινήσεις αποδυνάμωσης της κοινωνικής προστασίας, με συγκεκριμένες παρεμβάσεις σε χρόνο ανύποπτο (χαρακτηριστική η πρακτική των τροπολογιών σε άσχετα νομοσχέδια), οι οποίες αποδυναμώνουν την κοινωνική συνοχή και συμβάλλουν στην αντίστροφη αναδιανομή του πλούτου.

 

Τα παραδείγματα είναι πολλά. Από την κατάργηση της αιτιολόγησης των απολύσεων στη μείωση των δαπανών, εν μέσω πανδημίας μάλιστα, για το ΕΣΥ και από την περικοπή της 13ης σύνταξης (στο βαθμό έστω που είχε επανέλθει) στις πρόσφατες περικοπές στο ΤΕΒΑ. Ασφαλώς, όλα τα παραπάνω είτε καλύφθηκαν με το μανδύα της ασφυκτικής οικονομικής πίεσης λόγω κορονοϊού ή αποσιωπήθηκαν από τα φίλα προσκείμενα στην κυβέρνηση ΜΜΕ.

Υπάρχει ωστόσο ένα πεδίο στο οποίο η κυβέρνηση επέλεξε να προχωρήσει σε ολομέτωπη επίθεση και όχι μόνο σε επιλεκτικές κινήσεις. Στην παιδεία, η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας σε μόλις ενάμιση χρόνο έχει πραγματικά κατορθώσει να φέρει τα πάνω- κάτω. Σε αυτό το σύντομο χρονικό διάστημα έχει προχωρήσει στην εξίσωση των πτυχίων των πανεπιστημίων με αυτά των ιδιωτικών κολεγίων, στην κατάργηση των διετών προγραμμάτων σπουδών στα πανεπιστήμια για αποφοίτους ΕΠΑΛ, στην απελευθέρωση των διδάκτρων στα μεταπτυχιακά προγράμματα, στην ακύρωση της ίδρυσης νέων πανεπιστημιακών τμημάτων, στην επαναφορά της τράπεζας θεμάτων, στην υπονόμευση των μαθημάτων της κοινωνιολογίας και των εικαστικών, στην αύξηση του αριθμού των εξεταζόμενων μαθημάτων και σε πολλές άλλες ρυθμίσεις, για τις οποίες θα χρειαζόταν να αφιερώσουμε ένα ολόκληρο άρθρο για να αναλύσουμε.

Το σχέδιο αποδιάρθρωσης δεν σταματά όμως εδώ. Ήδη η Νέα Δημοκρατία σχεδιάζει τη μείωση του αριθμού των εισακτέων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, την τιμωρητική αξιολόγηση των εκπαιδευτικών και μόλις πριν λίγες ημέρες πέρασε διάταξη η οποία ανοίγει το δρόμο για εργασία ανηλίκων σε επιχειρήσεις.

Οι επιλογές αυτές, προφανώς, δεν είναι τυχαίες. Επίσης προφανώς, δεν συζητήθηκαν κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου. Οι κινήσεις αυτές είναι στοχευμένες και εντάσσονται στο νεοφιλελεύθερο σχέδιο περιορισμού της γνώσης και της πνευματικής ανάπτυξης σε μια διαρκώς μειούμενη ομάδα ανθρώπων και ταυτόχρονης ένταξης της εκπαίδευσης στα καλούπια της ελεύθερης οικονομίας. Με λίγα λόγια, οι πολίτες να μαθαίνουν ό,τι συμφέρει τους επιχειρηματίες.

Είναι γνωστό πως η εκπαίδευση αποτελεί ίσως το βασικότερο μοχλό ανοδικής κοινωνικής κινητικότητας. Πολλοί σκληρά εργαζόμενοι πολίτες προσπάθησαν να εξασφαλίσουν το καλύτερο που μπορούσαν για την εκπαίδευση των παιδιών τους, προκειμένου αυτά να έχουν ένα καλύτερο μέλλον και οι προσπάθειες αυτές στέφθηκαν από επιτυχία σε μεγάλο βαθμό.

Όλο και περισσότεροι νέοι μπόρεσαν να αποφοιτήσουν, όχι μόνο από τη βασική ή τη λυκειακή εκπαίδευση, αλλά και από την τριτοβάθμια. Αυτό οδήγησε στη διάχυση της επιστημονικής γνώσης σε ένα μεγάλο ποσοστό του νέου εργατικού δυναμικού. Ενίσχυσε επίσης και την επαφή με τα standards των πιο προηγμένων ευρωπαϊκών χωρών, η οποία συνοδεύτηκε από απαιτήσεις σε μισθολογικό επίπεδο και σε επίπεδο εργασιακού περιβάλλοντος.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο θεωρώ πως βρίσκεται ο πυρήνας της σκέψης και της δράσης του κυβερνώντος κόμματος. Θέτοντας φραγμούς στην εκπαίδευση, σε όλες τις βαθμίδες της μάλιστα, μπαίνουν εμπόδια στην κοινωνική άνοδο των λαϊκών στρωμάτων. Διότι για τους πλούσιους όλα είναι ρυθμισμένα από την κυβέρνηση των αρίστων.

Με τους φραγμούς αυτούς, η Ελλάδα μπορεί εύκολα να καταστεί μια χώρα που εμπίπτει στην κατηγορία των λεγόμενων «Περιφερειών», κατά το λενινιστικό σχήμα Κέντρου - Περιφέρειας. Στην κατηγορία δηλαδή των χωρών που εφοδιάζουν τις πιο ανεπτυγμένες χώρες με φθηνό εργατικό δυναμικό και φθηνά προϊόντα και αγοράζουν επεξεργασμένα προϊόντα σε υψηλές τιμές, ενώ ταυτόχρονα δεν επενδύουν στην εγχώρια παραγωγή, διαιωνίζοντας έτσι την εξάρτησή τους από της χώρες του «Κέντρου».

Στόχος της κυβέρνησης είναι η δημιουργία εργατών και όχι πολιτών. Εργατών που το μόνο που θα διδάσκονται είναι αυτό που θα ζητούν οι επιχειρηματίες προκειμένου να αυξήσουν τα κέρδη τους. Για το λόγο αυτό, η τεχνική εκπαίδευση παραδίδεται επί της ουσίας στις μεγάλες εταιρείες και μάλιστα κάποιες φορές (σύμφωνα με τους τελευταίους σχεδιασμούς) θα γίνονται δεκτοί πολλοί νέοι χωρίς να έχουν αποφοιτήσει από τη βασική εκπαίδευση και να έχουν ενηλικιωθεί. Για το λόγο αυτό υπονομεύονται μαθήματα όπως η κοινωνιολογία. Για το λόγο αυτό κόπτονται για τη σύνδεση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης με την αγορά εργασίας, δηλαδή για την υποταγή της επιστήμης και των ακαδημαϊκών ιδρυμάτων στα «θέλω» λίγων μεγάλων επιχειρηματιών. Διότι για παρατάξεις όπως η κυβερνώσα, η εκπαίδευση δεν προσφέρει τίποτα αν δεν είναι άμεσα συνδεδεμένη με την αγορά.

Ο πόλεμος της κυβέρνησης στην παιδεία είναι ένας πόλεμος ιδεών. Ο στόχος της είναι τριπλός: η ενστάλαξη της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας ως η μόνη εφαρμόσιμη και συμφέρουσα στη συνείδηση των νέων, οι οποίοι δεν θα διδάσκονται τίποτα πέρα από όσα θα τους είναι απαραίτητα στην επαγγελματική τους ζωή και θα αποφοιτούν μη γνωρίζοντες τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους, το πάγωμα της κοινωνικής κινητικότητας και η διατήρηση (στην καλύτερη περίπτωση) ή η όξυνση (στη χειρότερη περίπτωση) των κοινωνικών ανισοτήτων και η δημιουργία ενός φθηνού ευέλικτου εργατικού δυναμικού.

Αν ο πόλεμος αυτός κερδηθεί, τότε τα περιθώρια για ουσιαστική αλλαγή προς ένα καλύτερο μέλλον για την κοινωνική πλειοψηφία στενεύουν αφάνταστα. Η προοδευτική απάντηση στο χώρο της παιδείας πρέπει να είναι άμεση και μαζική.

Πρόσφατα άρθρα ( Παιδεία )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet