Την τελευταία πεντηκονταετία, τα δημοκρατικά κράτη άρχισαν να απαντούν στις περιβαλλοντικές πιέσεις, απότοκες της γρήγορης εκβιομηχάνισης. Ξεκίνησε, λοιπόν, σταδιακά η οικοδόμηση του λεγόμενου περιβαλλοντικού κράτους με τη θέσπιση ειδικών διοικητικών δομών, ψήφιση ειδικών νομοθετημάτων και ειδικών χρηματοδοτήσεων και με τη δημιουργία υποδομών για την ανάπτυξη της σχετικής επιστημονικής γνώσης. Το νέο περιβαλλοντικό κράτος αναδύθηκε δίπλα στο ήδη υπάρχον, εδώ και πολλές δεκαετίες, κοινωνικό κράτος, έτσι ώστε από κοινού να συμβάλουν στη μείωση των αρνητικών εξωτερικοτήτων της αγοράς.

Όπως το κοινωνικό κράτος δεν θεωρήθηκε ποτέ ένα μέσο υπέρβασης του καπιταλισμού, έτσι και το περιβαλλοντικό κράτος δεν εκλήφθηκε ποτέ σαν κάτι αντίστοιχο. Αντίθετα, η λογική του περιβαλλοντικού κράτους είναι να αντιμετωπίζει τα περιβαλλοντικά προβλήματα μέσω των τεχνολογικών και των διοικητικών εκσυγχρονισμών, χωρίς να αμφισβητεί τις βασικές δομές του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Αυτό το περιβαλλοντικό κράτος είναι απολύτως διακριτό από το οικολογικό ή το πράσινο κράτος, το οποίο στοχεύει στην συνολική επαναδόμηση του κράτους, στην κατεύθυνση της υπεροχής της προστασίας του περιβάλλοντος έναντι της οικονομικής ανάπτυξης και της συσσώρευσης του κέρδους.

 

Η διάκριση του περιβαλλοντικού από το οικολογικό κράτος γίνεται ακόμη εντονότερη στην τωρινή τρίτη δεκαετία του 21ου αιώνα που χαρακτηρίζεται από την κλιματική κρίση και την αυξανόμενη απώλεια της βιοποικιλότητας. Συγκεκριμένα, το περιβαλλοντικό κράτος περιορίζει τη δράση του στη διαχείριση των «περιβαλλοντικών βαρών» και στην εξασφάλιση της πρωτοκαθεδρίας της οικονομικής ανάπτυξης και της ελευθερίας της αγοράς. Έτσι, συνεχίζει να είναι το κράτος με υψηλές εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου (ΑτΘ) καθώς η ανάπτυξη ΑΠΕ είναι το ενεργειακό συμπλήρωμα της συνεχιζόμενης χρήσης ορυκτών καυσίμων. Ωστόσο, η διαχείριση περιβαλοντικών προβλημάτων όπως η ρύπανση νερών και ατμόσφαιρας, η θέσπιση κανόνων προστασίας της υγείας και της ασφάλειας δεν πρέπει να αγνοούνται. Απλώς, δεν συνιστούν ολοκληρωμένο σχέδιο κοινωνικο-οικολογικής μετάβασης προς ένα βιώσιμο πλανήτη.

Με άλλες λέξεις, το σημερινό περιβαλλοντικό κράτος είναι το νεοφιλελεύθερο κράτος το οποίο ευνοεί και προτάσσει την πρωτοκαθεδρία του οικονομικού συστήματος του ιδιωτικού κέρδους έναντι των άλλων συλλογικών αγαθών, όπως το περιβάλλον. Εστιάζει την προσοχή του στη χρήση της ποσοτικής οικονομικής αξιολόγησης των περιβαλλοντικών πολιτικών με στόχο την ανάδειξη της συμβατότητάς τους με την οικονομική ορθολογικότητα της αγοράς. Επίσης, το νεοφιλελεύθερο περιβαλλοντικό κράτος δίνει έμφαση στην οικονομική αποδοτικότητα των περιβαλλοντικών πολιτικών που επιτυγχάνεται μέσω της τεχνολογίας και της ελεύθερης αγοράς. Ομοίως, η άσκηση περιβαλλοντικών πολιτικών συνδέεται με την ανταγωνιστικότητα δηλαδή με την παραγωγικότητα και τη δημιουργία πλούτου. Όλα αυτά, όμως, οδηγούν αναπότρεπτα στην επιδείνωση του περιβάλλοντος.

 

Το νεοφιλελεύθερο περιβαλλοντικό κράτος

 

Οι παραπάνω διαστάσεις του νεοφιλελεύθερου περιβαλλοντικού κράτους εκφράζονται και από τους εγχώριους νεοφιλελεύθερους. Ο Κ. Σημίτης, αντιπροσωπευτικός εκπρόσωπος του νεοφιλελευθερισμού, αναφερόμενος στο σχέδιο ανάκαμψης και ανθεκτικότητας, επισήμανε ότι ο όρος πράσινη μετάβαση χρησιμοποιείται για λόγους εντυπώσεων και δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες της ελληνικής οικονομίας, που είναι ο πολλαπλασιασμός των επενδύσεων και η αύξηση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας. Η προστασία του περιβάλλοντος, κατ’ αυτόν, ναι μεν είναι σημαντική πλην όμως βρίσκεται σε υποδεέστερη θέση σε σχέση με την οικονομική ανάπτυξη και τη δημιουργία ιδιωτικού πλούτου («Η Καθημερινή» 6.12.2020).

Η παραπάνω αντίληψη αποτυπώνεται με σαφήνεια στα σχέδια της κυβέρνησης για το περιβάλλον και την ενέργεια. Έτσι παρατηρούμε ότι στο σχέδιο δίκαιης μετάβασης, που εκπονήθηκε στο πλαίσιο της απολιγνιτοποίησης, η απότομη αντικατάσταση του λιγνίτη θα γίνει με το φυσικό αέριο που είναι ορυκτό καύσιμο. Επίσης, δίνεται έμφαση στην κατασκευή τεράστιων φωτοβολταϊκών πάρκων μέσω επενδύσεων μεγάλων εταιρειών (ελληνικών και ξένων) με προφανείς αρνητικές συνέπεις για το αγροτικό περιβάλλον, καθόσον θα επιφέρουν απώλεια γης παραγωγικότητας. Η λύση που θα απέβλεπε πρωταρχικά στην προστασία του αγροτικού περιβάλλοντος θα ήταν η ανάπτυξη φωτοβολταϊκών στις στέγες των κτιρίων (κάτι που προβλέπεται στην Πορτογαλία) συνοδευόμενη από τη σχετική χρηματοδότηση, διασώζοντας έτσι την πρωτογενή παραγωγή και την ανάπτυξη της καθετοποίησης στο πλαίσιο του σχεδίου της ΕΕ «από το χωράφι στο τραπέζι».

Αξίζει να τονιστεί ότι οι παραπάνω προβλέψεις αντικατοπτρίζουν εκείνες του εθνικού σχεδίου για την ενέργεια και το κλίμα (για το οποίο υπήρξε αρνητική κριτική από την ΕΕ) και του πρόσφατου εθνικού σχεδίου ανάκαμψης και ανθεκτικότητας. Πρόκειται, λοιπόν, για την πρωτοκαθεδρία της νεοφιλελεύθερης αντίληψης σχετικά με την ανάπτυξη των επενδύσεων στο πλαίσιο της ποσοτικοποιημένης αξιολόγησης των περιβαλλοντικών πολιτικών, που καταλήγει να λειτουργεί εις βάρος του περιβάλλοντος. Για την απρόσκοπτη υλοποίηση αυτής της πολιτικής, οι θεσμοί πληροφόρησης και συμμετοχής προσλαμβάνουν, στο νεοφιλελευθερισμό, ένα τυπικό χαρακτήρα και εκείνα που λειτουργούν ουσιαστικά είναι τα, μακράν κάθε δημοκρατικού ελέγχου, δίκτυα επαφών κυβέρνησης και επενδυτών, μέσω των οποίων αποφασίζονται οι επιδοτήσεις και οι φοροαπαλλαγές. Έτσι, ο σχεδιασμός και η υλοποίηση περιβαλλοντικών πολιτικών στο νεοφιλελεύθερο μοντέλο γίνεται ερήμην της κοινωνίας.

 

Το οικολογικό-πράσινο κράτος

 

Αντίθετα, το οικολογικό κράτος –που είναι το ζητούμενο– αποσκοπεί στον κοινωνικο-οικολογικό μετασχηματισμό μέσω των πολιτικών για ταχεία απανθρακοποίηση και για τήρηση των βιογεωφυσικών ορίων. Με άλλες λέξεις, προτεραιότητά του είναι η προστασία του περιβάλλοντος έναντι της οικονομίας. Για να υλοποιηθεί όμως αυτή η προτεραιότητα χρειάζεται να υπάρξει αλλαγή υποδείγματος με τον επαναπροσδιορισμό των πολιτικών στόχων, που θα αποσκοπούν στην αντικατάσταση του κυρίαρχου μοντέλου της οικονομικοποίησης όλων των εκφάνσων της συλλογικής και ατομικής ζωής μέσω της ποσοτικής οικονομικής αξιολόγησης, της οικονομικής αποδοτικότητας και του ανταγωνισμού. Αυτή η αλλαγή υποδείγματος θέτει στο κέντρο της πολιτικής τα περιβαλλοντικά ζητήματα, τα οποία στο προηγούμενο υπόδειγμα είχαν περιφερειακό χαρακτήρα, και αποτελεί την καθοδηγητική δύναμη σχεδιασμού και εφαρμογής περιβαλλοντικής πολιτικής με στόχο τον οικολογικό μετασχηματισμό του κράτους και της κοινωνίας. Άξονάς του είναι το νέο θεσμικό πλαίσιο της οικολογικής-πράσινης δημοκρατίας με κύρια χαρακτηριστικά την ενεργό συμμετοχή των πολιτών (και των εκπροσώπων τους) που εκτείνεται και στον έλεγχο της επιστημονικής γνώσης κατά τη διαδικασία λήψης της απόφασης. Η εμβάθυνση της δημοκρατίας αποτελεί συγκροτητικό στοιχείο του οικολογικού-πράσινου κράτους.

Το νέο υπόδειγμα θα πρέπει να στηρίζεται σε συγκεκριμένες προτάσεις που θα εντάσσονται στον παραπάνω οικολογικό μετασχηματισμό και θα υλοποιούνται σε τωρινό χρόνο και όχι στο απροσδιόριστο μέλλον. Έτσι, ο στόχος της μετάβασης στην κλιματική ουδετερότητα θα πρέπει να στηρίζεται προεχόντως στη μείωση εκπομπών ΑτΘ και δευτερευόντως στην ανάπτυξη τεχνολογικών λύσεων, όπως η δέσμευση και η αποθήκευση άνθρακα που οδηγεί στην περαιτέρω χρήση των ορυκτών καυσίμων. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο τεχνολογικός εκσυγχρονισμός δεν μπορεί να προσφέρει στην αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης. Π.χ. η ανάπτυξη και η χρήση υδρογόνου από ΑΠΕ συνιστά ένα από τα αποτελεσματικά μέσα μείωσης των εκπομπών ΑτΘ. Τα ίδια ισχύουν και για άλλους τομείς περιβαλλοντικής πολιτικής όπως η προστασία της βιοποικιλότητας και η ανάπτυξη προγραμμάτων διαχείρισης των αποβλήτων στο νέο πλαίσιο της κυκλικής οικονομίας. Και εδώ οι προτάσεις θα πρέπει να είναι συγκεκριμένες και άμεσα υλοποιήσιμες.

 

 

Κριτική και διατύπωση προτάσεων

 

Αυτό το νέο υπόδειγμα του κοινωνικο-οικολογικού μετασχηματισμού είναι χρέος της αριστεράς και των οικολόγων να το υλοποιήσουν, ξεκινώντας από τη διατύπωση κριτικής στις προτάσεις της κυβέρνησης. Π.χ. στο πλαίσιο αυτό, ένα βασικό στοιχείο της κριτικής που ασκεί ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ στο ζήτημα της επιχειρούμενης απολιγνιτοποίησης είναι η υποκατάσταση του λιγνίτη από το φυσικό αέριο που είναι ορυκτό καύσιμο και ως εκ τούτου δεν συμβάλλει στη μείωση των εκπομπών ΑτΘ, αντιθέτως τις αυξάνει. Αξίζει να τονιστεί ότι η ως άνω ορθή κριτική συνδέεται με την αλλαγή θέσης του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, καθώς το προηγούμενο χρονικό διάστημα υποστήριζε την άποψη υπέρ της χρήσης του φυσικού αερίου ως «μεταβατικού καυσίμου». Αυτή η αλλαγή θέσης θα πρέπει να ολοκληρωθεί και στον τομέα της έρευνας και εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων, γιατί μόνο η ανάκληση των συμβάσεων ή των εγκρίσεων είναι συμβατή με το σχέδιο μείωσης των εκπομπών ΑτΘ, όπως αυτό προκύπτει από πληθώρα μελετών (ΟΗΕ, διεθνείς ΜΚΟ, ΕΤΕπ κ.λπ.) και, επιπλέον, εντάσσεται στην κατεύθυνση του ως άνω νέου υποδείγματος.

Να σημειωθεί ότι ο ζήτημα της έρευνας και της εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων είναι καίριας σημασίας για τη μείωση των εκπομπών ΑτΘ σε πλανητικό επίπεδο. Είναι ήδη γνωστό ότι η Ισπανία και η Γαλλία αποφάσισαν να μην προχωρήσουν σε εγκρίσεις έρευνας και εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων για να προστεθεί και η Δανία. Ειδικότερα, η απόφαση της τελευταίας, πριν από λίγες μέρες, ήταν εξαιρετικά σημαντική καθόσον η εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων στη Δανία χρηματοδοτούσε, κατά το μεγαλύτερο μέρος, το κράτος πρόνοιας της Δανίας κατά τα τελευταία 50 χρόνια. Η Δανία, λοιπόν, επέλεξε την παύση των εγκρίσεων ώστε να μειώσει τις εκπομπές ΑτΘ και μάλιστα κατά 70% μέχρι το 2030. Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ θα πρέπει να αναλάβει αντίστοιχη πρωτοβουλία διότι, εκτός των άλλων, η συνέχιση της κατάστασης δηλαδή η διατήρηση σε ισχύ των συμβάσεων θα διευκολύνει τη διεκδίκηση αποζημιώσεων εκ μέρους των εταιρειών.

Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, λοιπόν, έχει μια μόνο επιλογή: Να επεξεργαστεί ένα συνολικό ριζοσπαστικό πολιτικό σχέδιο κοινωνικο-οικολογικής μετάβασης. Η επεξεργασία αυτού του σχεδίου σε συνδυασμό με την άσκηση κριτικής στο σχέδιο ανάκαμψης και ανθεκτικότητας της κυβέρνησης θα πρέπει να είναι μια κατεξοχήν πολιτική διαδικασία πράγμα που σημαίνει ότι επιβάλλεται να συμμετάσχουν ενεργά σε αυτή όλα τα μέλη του κόμματος. Πολλώ δε μάλλον που το εν λόγω σχέδιο ανάλογα με την εκδοχή που θα επικρατήσει θα διαμορφώσει αντίστοιχα την ελληνική κοινωνία για τις επόμενες δεκαετίες.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet