Σε συνέχεια της συζήτησης που άνοιξε το άρθρο του Ευκλείδη Τσακαλώτου για την ιδεολογία, η Μαρία Γκασούκα, ομότιμη καθηγήτρια του Πανεπιστημίου του Αιγαίου, επισημαίνει στο άρθρο της που δημοσιεύουμε σήμερα την επείγουσα ανάγκη έναρξης ενός συστηματικού διαλόγου μεταξύ της Αριστεράς και του Φεμινισμού. Ως πρώτη συμβολή σ’ αυτόν το διάλογο παραθέτουμε το κείμενο της γνωστής μαρξίστριας-φεμινίστριας Φρίγγα Χάουγκ με τίτλο «13 θέσεις μαρξισμού-φεμινισμού», που δημοσιεύτηκε στις 16 Νοεμβρίου 2020 στο μηνιαίο ενημερωτικό δελτίο του δικτύου transform! europe (www.transform-network.net/blog/article/thirteen-theses-of-marxism-feminism/). Οι Θέσεις, που συνοδεύονται από ένα εισαγωγικό σημείωμα της συγγραφέως, είναι, όπως αναφέρει το δελτίο, το αποτέλεσμα συλλογικής διαδικασίας που πραγματοποιήθηκε στα μαρξιστικά-φεμινιστικά συνέδρια του Βερολίνου (2015), της Βιέννης (2016) και της Λουντ (2018).

 

Χ.Γο.

 

Σκέψεις για την Αριστερά, την ιδεολογία της και το φύλο

Με αφορμή τις 11 θέσεις για την ιδεολογία του Ευκλείδη Τσακαλώτου

 

Της Μαρίας Γκασούκα

 

Στο ενδιαφέρον κείμενό του («11 Θέσεις για την Ιδεολογία…», ΕΠΟΧΗ 28-29/11), ο Ευκλείδης Τσακαλώτος επιχειρεί εν συντομία να προσδιορίσει την αριστερή ιδεολογία, το ρόλο που έπαιξε στο παρελθόν στη διαδικασία δόμησης και λειτουργίας της κοινωνίας, αλλά και στη σύνδεση της τελευταίας με τα αριστερά κόμματα, για να καταλήξει στη διαπίστωση της σημερινής της αποδυνάμωσης, που συνεπάγεται και κρίση πολιτικής εκπροσώπησης, αποδίδοντας το γεγονός -μεταξύ άλλων- και σε φόβο ευθείας αντιπαράθεσης με τη δεξιά και το νεοφιλελευθερισμό, αλλά και στην άρνησή της να αναγνωρίσει την εργατική τάξη ως οικουμενική τάξη, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Συμφωνώντας με την ανωτέρω εκτίμηση, θα πρόσθετα κι έναν ακόμα λόγο αυτής της αποδυνάμωσης, εξίσου σημαντικό. Την εγγενή αδυναμία της κυρίαρχης αριστερής ιδεολογίας, όπως και την άρνησή της, άλλωστε, να αναγνωρίσει, να αποδεχθεί, να ερμηνεύσει και να αντιπαλέψει την κατά φύλα κοινωνική διαίρεση (που ιστορικά αποτέλεσε και το υπόδειγμα της ταξικής διαίρεσης). Οι κοινωνικοί της προβληματισμοί παρέμειναν αποκλειστικά στην ανδρική θεώρηση του κόσμου και διατηρεί μέχρι σήμερα τη γυναικεία εμπειρία και άποψη στο περιθώριο. Τις τελευταίες δεκαετίες, η Αριστερά συνέδεσε την ύπαρξη και την κοινωνική της αναγκαιότητα με τη σύγκρουσή της με το παρελθόν και την ιστορία της ( πολλά σημεία των οποίων χρειάζονται και αποσαφήνιση και επανεξέταση). Παραμένει, ωστόσο, στο πλαίσιό της ενεργή η αντίληψη πως τον κύριο λόγο σε ό,τι χαρακτηρίζεται αριστερή ιδεολογία (και πολιτική) τον έχουν οι άνδρες. Για τις γυναίκες (και τις άλλες θηλυκότητες οπωσδήποτε) παραμένει ο ρόλος του συμβοηθούντος μέλους, ρόλος γνωστός και οικείος, προέκταση του ιδιωτικού στο δημόσιο χώρο της πολιτικής και των εκφάνσεών της. Άνδρες, άλλωστε, κατασκεύασαν τις πολιτικές θεωρίες της Αριστεράς, άνδρες καθοδήγησαν τους αγώνες της, άνδρες διαχειρίστηκαν τις κρίσεις της, που άνδρες βεβαίως τις προκάλεσαν και τις προκαλούν, τι πιο φυσικό και νόμιμο άνδρες να εκφέρουν τον αριστερό ιδεολογικό/θεωρητικό λόγο σε όλες τις εποχές και σε όλες τις συνθήκες. Έτσι, οι συζητήσεις και οι επιλογές συνεχίζουν να γίνονται κυρίως μεταξύ των ανδρών με τη δική τους λογική και τους δικούς τους όρους, γεγονός ιδιαίτερα εμφανές στην ελληνική Αριστερά, το οποίο εμποδίζει να γίνει αντιληπτό - σε συνδυασμό μάλιστα με την υφιστάμενη άγνοια γύρω από το πολιτικό περιεχόμενο του φεμινισμού- ότι οι μονομερείς ανδροκεντρικές και δυτικοκεντρικές βεβαιότητες που κληρονόμησαν και των οποίων εξακολουθούν να είναι φορείς φάνηκαν τελικά ανεπαρκείς.

Το πρόβλημα έχει βαθιές ρίζες κι έλκει την καταγωγή του από το γεγονός πως τόσο οι Μαρξ και Ένγκελς όσο και οι επίγονοί τους όλων των ρευμάτων και τάσεων, με την παρήγορη εξαίρεση των μαρξιστριών φεμινιστριών, εστίασαν την προσοχή και τις αναλύσεις τους στη δημόσια σφαίρα της ζωής, δηλαδή στην εμπειρία και το λόγο αυτών στους οποίους ανήκει η συγκεκριμένη σφαίρα, που είναι οι άνδρες, ενώ αγνόησαν σχεδόν εντελώς την ιδιωτική σφαίρα, τη θηλυκή εμπειρία και τις γυναικείες φωνές. Ο Μαρξ και ο Ένγκελς υποτίμησαν την αλληλεπίδραση, όπως αυτή λειτουργεί, των ταξικών σχέσεων με τις σχέσεις των φύλων, δεν έλαβαν υπόψη ότι ο ιδιωτικός χώρος δεν αποτελεί ρομαντική, παθητική πραγματικότητα, αλλά πεδίο εξουσιαστικών σχέσεων και συγκρούσεων, όπως η δημόσια σφαίρα ή μάλλον κι αν το αντιλήφθηκαν, αφού υπάρχει η σχετική νύξη του Ένγκελς «άνδρας- αστός», «γυναίκα προλετάριος», δεν τον προσέλαβαν ως πεδίο οικονομικής, πολιτικής και ιδεολογικής πάλης, όπου η αρχή της αρσενικής ισχύος και η αρχή της θηλυκής ολοκλήρωσης αποκτούν πραγματικές και ανταγωνιστικές, καθ’ όλα υλικές, κοινωνικές μορφές. Το βέβαιο είναι, πάντως, πως οι συγκεκριμένες αντιλήψεις δεν απεμπολήθηκαν ποτέ από την Αριστερά.

Σήμερα τίθενται ερωτήματα για το τι θα συμβεί στο μέλλον, αν δηλαδή η κοινωνία στην εξέλιξή της θα συνεχίσει να αναπαράγει τα αιτήματα εκείνα της ελευθερίας και της ισότητας και πώς η Αριστερά θα αποτελέσει εκείνη την κοινωνική δύναμη που θα εξασφαλίσει την υλική βάση αυτών των αξιών. Ο Ευκλείδης Τσακαλώτος ορθά επισημαίνει πως η ιδεολογική ηγεμονία είναι μία δύσκολη διαδικασία… μόνο ένας πόλεμος θέσεων μπορεί να ενώσει και να δώσει κατεύθυνση σε ανόμοιους κοινωνικούς αγώνες και πολιτικές παρεμβάσεις…για να καταλήξει πως χρειάζεται ένα ενιαίο συνεκτικό αφήγημα…Η απορία εύλογη: Θα αναγνωρίζει επιτέλους ρητά το αφήγημα αυτό τις υλικές συνθήκες υπό τις οποίες κοινωνικές ρυθμίσεις όπως η έμφυλη ιεραρχία, το σύνολο των υλικών συνθηκών ευρύτερα, διαδραματίζουν ζωτικό ρόλο στην κοινωνική παραγωγή του φύλου, μαζί με το γεγονός πως, πέρα της αρμονικής σύζευξης καπιταλισμού και πατριαρχίας, ο ιστός των πολιτιστικών, κοινωνικών και διαπροσωπικών σχέσεων αποτελεί μια υλική, ιστορική πραγματικότητα; Θα περιλαμβάνει έμφυλους προβληματισμούς ταυτότητας; Θα καταδεικνύει πως οι διαφορές στην κοινωνική κατάσταση των ανδρών και των γυναικών έχουν σημαντικές επιπτώσεις στις κοινωνικές σχέσεις και στις σχέσεις εξουσίας που αποτελούν το περιβάλλον για τη μετάβαση στο Σοσιαλισμό και, επομένως, αυτές επηρεάζουν αποφασιστικά το εγχείρημα της μετάβασης; Θα παραδεχτεί πως η ίδια η έννοια της έμφυλης καταπίεσης αποτελεί βασική υλική πραγματικότητα; Και, τέλος, θα έχει το σθένος να διακηρύξει πως η ισότητα των φύλων αποτελεί προϋπόθεση για τη μετάβαση στον Σοσιαλισμό;

 Κατά την άποψή μου, η Αριστερά και η ιδεολογία της δεν θα είναι βιώσιμες αν οι κοινωνικοί τους προσανατολισμοί παραμείνουν στραμμένοι αποκλειστικά στην ανδρική θεώρηση του κόσμου κι αν συνεχίσουν να διατηρούν τη γυναικεία εμπειρία και άποψη στο περιθώριο. Ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τη σύγχρονη μαρξιστική Αριστερά, θα κριθεί ακόμα από την επιθυμία της να επαναδιατυπώσει τις βασικές θεωρητικές της κατασκευές προσδίδοντάς τους την έμφυλη διάσταση που λείπει, όχι στη λογική απορρίψεων αυτών των κατασκευών, αλλά του εμπλουτισμού και της διεύρυνσής τους. Κι έχει να ωφεληθεί πολλαπλά κι από τις σκέψεις των δικών της γυναικών με συνείδηση του φύλου, οι οποίες γνωρίζουν πολύ καλά μεταξύ άλλων πως η πραγματική ισότητα και η απαλλαγή των περισσότερων γυναικών από το θανάσιμο εναγκαλισμό καπιταλισμού και πατριαρχίας είναι αδύνατη στο πλαίσιο των υφιστάμενων παραγωγικών, οικονομικών, πολιτικών και πολιτιστικών διαδικασιών, οι οποίες διατηρούν πόρους, δύναμη και κοινωνικό/έμφυλο έλεγχο και πως η μετάβαση στο Σοσιαλισμό αποτελεί μονόδρομο για την πλήρη απελευθέρωσή τους. Σε αυτή την κοινή επιδίωξη των ανδρών και των γυναικών της Αριστεράς, οι τελευταίες μπορούν ακόμα να συμβάλλουν στην κατανόηση λ.χ. των τρόπων με τους οποίους συνδέονται οι χώροι εργασίας, τα νοικοκυριά και οι κοινότητες, να συμβάλλουν σε πιο αποτελεσματικούς τρόπους οργάνωσης, στην ανάδειξη των συνδέσεων που υπάρχουν μεταξύ αυτών που συχνά θεωρούνται πολύ διαφορετικά και ξεχωριστά ζητήματα ή ακόμα και αγώνες. Επίσης, μπορούν να μοιραστούν τις δικές τους θηλυκές εμπειρίες στα πεδία του αναστοχασμού, της ενσυναίσθησης και του σεβασμού στους διαφορετικούς τρόπους ύπαρξης των ανθρώπων στον κόσμο, διευρύνοντας, ανανεώνοντας και εμπλουτίζοντας την αριστερή ιδεολογία, υπερβαίνοντας την αποδυνάμωσή της που επισημαίνει ο Ευκλείδης Τσακαλώτος. Το βέβαιο είναι τελικά πως αν πραγματικά επιθυμούμε τη μετάβαση στο Σοσιαλισμό του 21ου αιώνα οφείλουμε άμεσα γυναίκες και άνδρες να επανεξετάσουμε τη σχέση Αριστεράς-Φεμινισμού και να τη μεταφέρουμε από το περιθώριο στο κέντρο των διαδικασιών και των αγώνων που απαιτούνται για την επιτυχία της όλης προσπάθειας.

 

Η Μαρία Γκασούκα είναι ομότιμη καθηγήτρια του Πανεπιστημίου του Αιγαίου

 

Στιγμιότυπο από διαδηλώσεις για τη γυναικεία χειραφέτηση και την ισότητα, ΗΠΑ, 1970

 

 

13 θέσεις μαρξισμού - φεμινισμού

 

Της Φρίγγα Χάουγκ

 

Ι

Ο μαρξισμός και ο φεμινισμός είναι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, αλλά πρέπει να προσθέσουμε ότι υπάρχει ανάγκη μετασχηματισμού αυτού του νομίσματος. Ο φεμινιστικός μαρξισμός ακολουθεί με συνέπεια την κληρονομιά του Μαρξ, και συνεπώς εμμένει στη σημασία της ανάλυσης της μισθωτής εργασίας, θεωρώντας την ως κινητήρια δύναμη του εργατικού κινήματος. Ωστόσο, στην προσπάθειά του να θέσει τις γυναικείες δραστηριότητες στο επίκεντρο της ανάλυσης, ο μαρξιστικός φεμινισμός υπερβαίνει την παραλυτική προσέγγιση των οικιακών και μη οικιακών δραστηριοτήτων είτε ως ένα ενιαίο σύνολο, είτε, αντίθετα, ως δύο δραστηριότητες εντελώς ξεχωριστές μεταξύ τους (όπως συμβαίνει στη συζήτηση για τα δυαδικά συστήματα και θέτει σε αμφισβήτηση την έννοια των σχέσεων παραγωγής, διευρύνοντάς την έτσι ώστε να καλύπτει και τα φεμινιστικά θέματα.

 

II

Θεωρούμε ότι υπάρχουν δύο είδη παραγωγής, η παραγωγή της ζωής και η παραγωγή των μέσων για τη διατήρηση της ζωής. Δεδομένου ότι αυτά τα δύο είδη συνδέονται μεταξύ τους μπορούμε να εξετάζουμε τις ατομικές πρακτικές και τις αλληλεπιδράσεις τους. Μ’ αυτόν τον τρόπο ανοίγει ένα τεράστιο ερευνητικό πεδίο, όπου μπορούν να μελετηθούν συγκεκριμένοι τρόποι κυριαρχίας και να αναζητηθούν δυνατότητες μετασχηματισμού με συγκεκριμένους τρόπους που θα λαμβάνουν υπόψη τις πολιτισμικές ιδιαιτερότητες και το ιστορικό πλαίσιο. 

 

III

Είναι σαφές ότι οι έμφυλες σχέσεις είναι σχέσεις παραγωγής και όχι ένα προσάρτημά τους. Όλες οι πρακτικές, οι κανόνες, οι αξίες, οι αρχές, οι θεσμοί, η γλώσσα, η κουλτούρα κ.λπ., κωδικοποιούνται στις έμφυλες σχέσεις. Αυτή η θεώρηση καθιστά τη φεμινιστική μαρξιστική έρευνα όχι μόνο γόνιμη, αλλά και απαραίτητη. Η συγχρονικότητα και η αλληλουχία των παγκόσμιων σχέσεων, και η ταυτόχρονη ετερογένεια ιστορικά συγκεκριμένων μορφών καταπίεσης των γυναικών απαιτούν από τις ακτιβίστριες σε όλο τον κόσμο να συγκεντρώνουν και να εξετάζουν από κοινού τις γνώσεις και τις εμπειρίες τους.

 

IV

Ο μαρξισμός δεν είναι χρήσιμος για την καπιταλιστική κοινωνία και τις επιστημονικές πειθαρχίες της που νομιμοποιούν τις σχέσεις κυριαρχίας. Δεδομένου ότι ο μαρξισμός-φεμινισμός θεωρεί ότι τα ανθρώπινα όντα δημιουργούν (μόνα τους) την ιστορία τους -ή όταν εμποδίζονται να το κάνουν αυτό, πρέπει να παλεύουν για να κερδίσουν την χειραφέτησή τους -, δεν αρμόζει στις δομές στις οποίες δίνονται εντολές από τα πάνω προς τα κάτω. Το γεγονός αυτό καθιστά παραγωγικές δυνάμεις τόσο την υπάρχουσα έρευνα, όπως η εργασία μνήμης (memory work), όσο και την ιστορική-κριτική αντιμετώπιση του εαυτού μέσα στο συλλογικό, άρα και την αυτοκριτική. 

 

V

Το γεγονός ότι όλα τα μέλη της κοινωνίας πρέπει να συμμετέχουν σε σχέσεις κυριαρχίας για να μπορούν να δρουν, καθιστά αναγκαία τη συγκεκριμένη μελέτη εκείνων των κόμβων κυριαρχίας που παραλύουν ή συγκρατούν την επιθυμία για αλλαγή της καπιταλιστικής πατριαρχίας. Το πλεονέκτημα των φεμινιστριών είναι ότι διαθέτουν λιγότερα προνόμια από αυτά που συνοδεύουν τη συμμετοχή στην εξουσία και επομένως έχουν λιγότερα να χάσουν, καθώς και μεγαλύτερη εμπειρία στην παρατήρηση του κόσμου από τα κάτω.

 

VI

Όλα τα μέλη της καπιταλιστικής κοινωνίας υφίστανται φθορά από αυτές τις σχέσεις κυριαρχίας / υποταγής, και ως εκ τούτου κανείς και καμία δεν ζει σε μια έστω κατά προσέγγιση απελευθερωμένη κοινωνία. Στο δικό μας παρόν υπάρχουν ιστορικά εδραιωμένες μορφές κυριαρχίας και βίας, που δεν μπορούν να αποδοθούν αποκλειστικά σε μια συνεχή αναπτυξιακή πορεία ή σε μια κεντρική αντίφαση. Οι άγριες μορφές βίας (κατά των γυναικών), η βιαιοπραγία, η ετοιμότητα για πόλεμο κ.λπ. πρέπει να κατανοηθούν ως ιστορικά ανομοιογενείς μορφές βαρβαρότητας που απορρέουν από παλιές σχέσεις. Για τις μαρξίστριες φεμινίστριες, αυτές οι βίαιες σχέσεις πρέπει να αποτελούν θεμελιώδες θεωρητικό και πρακτικό μέρος του αγώνα τους για απελευθέρωση, και του αγώνα για να αποκτήσουν οι γυναίκες το καθεστώς των δρώντων υποκειμένων πέραν και κατά της (ανδρικής) ανθρώπινης υπανάπτυξης.

Όμως, η βία δεν είναι απλώς η έκφραση παραδοσιακών και ξεπερασμένων σχέσεων, αλλά και σχέσεων που παράγονται στο παρόν. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο απαιτείται μια συγκεκριμένη κατανόηση της κριτικής και της ανάλυσης που αποφεύγει τις διάφορες μορφές ουσιοκρατίας. Οι πιο βάναυσες μορφές βίας έχουν επιστρέψει ως βαρβαρότητες από σχέσεις που θεωρούσαμε ότι έχουν ξεπεραστεί, αλλά που είναι ταυτόχρονα προϊόν και των σημερινών σχέσεων.

 

VII

Ο μαρξισμός-φεμινισμός υποστηρίζει την πρωτοκαθεδρία του εργατικού κινήματος ως ιστορικού υποκειμένου και φορέα μετασχηματισμού. Η ένταξη του φεμινισμού στο μαρξισμό, και με αυτόν τον τρόπο η αλλαγή και των δύο, καθιστά απαραίτητη την κριτική θεώρηση του παραδοσιακού μαρξισμού ο οποίος αναφέρεται αποκλειστικά στο εργατικό κίνημα. Ο μαρξισμός είναι η κριτική του Μαρξ στη πολιτική οικονομία -το εργατικό κίνημα-αυτό είναι που κάνει την δύναμή του αξεπέραστη. Αλλά κάνει ορατούς και τους περιορισμούς του. Η μοίρα της εργατικής τάξης δείχνει επίσης την αδυναμία της να αναγνωρίσει και να αναπτύξει περισσότερο θέματα που υπερβαίνουν τον ιστορικό ορίζοντα των ταξικών αγώνων. Αυτός ο παραδοσιακός μαρξισμός δεν είναι δεκτικός ούτε στα νέα φεμινιστικά θέματα ούτε σε εκείνα της οικολογίας, και επομένως πρέπει να συνεχίσουμε να παλεύουμε για να γίνει αυτό. Ο πλούτος των διαφόρων κινημάτων καθώς και ο αχρησιμοποίητος πλούτος της πολιτισμικής κληρονομιάς του Μαρξ πρέπει να αποτελέσουν σήμερα το αντικείμενο μιας συνεχούς επεξεργασίας. Αυτή είναι μια πρόκληση για όλες τις μαρξίστριες φεμινίστριες, για την οποία υπάρχει γενική συναίνεση.

 

VIII

Η συζήτηση για τη φυλή, την τάξη και το βιολογικό/κοινωνικό φύλο (διατομεακότητα) πρέπει να προχωρήσει περισσότερο. Η σύνδεση της σχέσης τους με το φύλο σε όλες τις κοινωνίες που σφετερίζεται ο καπιταλισμός πρέπει να διερευνηθεί λεπτομερώς. Αυτό που εμφανίζεται ως «φυλετικό ζήτημα» πρέπει επίσης να απαντηθεί συγκεκριμένα για κάθε κοινωνία και πολιτισμό ξεχωριστά και να συσχετιστεί με τα δύο άλλα είδη καταπίεσης. Η μη γραμμική σκέψη είναι απαραίτητη.

 

IX

Στις αναστατώσεις που ακολούθησαν την κρίση του φορντισμού, έκδηλες στις διάφορες κρίσεις της ταχύτατα παγκοσμιοποιούμενης οικονομίας και υπαίτιες για τις ολοένα πιο επισφαλείς συνθήκες στις οποίες οδηγούνται οι άνθρωποι, μεταξύ των μεγάλων χαμένων είναι οι γυναίκες καθώς και άλλες περιθωριοποιημένες πρακτικές και ομάδες.

 

X

Η διάλυση του δυτικού κράτους πρόνοιας στο καθεστώς της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας μεταθέτει τη φροντίδα για τη ζωή στις γυναίκες: με μη αμειβόμενη οικιακή εργασία ή με χαμηλά αμειβόμενη έμμισθη εργασία, κάτι που είναι εμφανές στην παγκόσμια αλυσίδα της φροντίδας. Αυτό μπορούμε να το κατανοήσουμε ως "κρίση φροντίδας", ως αναγκαία συνέπεια της καπιταλιστικής κοινωνίας, η οποία καθώς μετατοπίζει το οικονομικό της κέντρο προς την παροχή υπηρεσιών συμπιέζει τα κέρδη της, ενώ καταφεύγει στη χρήση ολοένα και πιο βάρβαρων μορφών χειρισμού των κρίσεων μέσω της δημιουργίας άνισων επιπέδων αξίας.

 

XI

Είναι κοινό χαρακτηριστικό όλων μας να βάζουμε τη ζωή στο επίκεντρο των αγώνων μας, εξ ου και οι αγώνες μας για τον συλλογικά αυτοκαθοριζόμενο χρόνο. Μπορούμε, επίσης, να αναλύουμε τις κρίσεις που ανακύπτουν στη ζωή, βλέποντάς τες ως συνέπεια της λογικής του άνισου χρόνου μέσα σε ιεραρχικά οργανωμένους τομείς. Η Χάουγκ προτείνει ναι να ακολουθήσουμε την πολιτική που απορρέει από την πολιτική “τέσσερα σε ένα” [ΣτΜ: δηλαδή την πρόταση «να συνδεθεί ο γνωστός διαχωρισμός της απλήρωτης αναπαραγωγικής εργασίας από την αναγκαία αμειβόμενη εργασία με την πολιτική παρέμβαση, καθώς και με την προσωπική εξέλιξη των γυναικών, τη μάθηση και την ανάπτυξη των καλλιτεχνικών τους δραστηριοτήτων». [βλ. το άρθρο της Χάουγκ “Contradictions in Marxism-Feminism” στην Επετηρίδα 2019 του δικτύου transform! europe, σ. 32]. Μόνο όταν όλες οι γυναίκες είναι ενεργές σε όλους τους τομείς θα είναι εφικτή μια απελευθερωμένη κοινωνία.

 

XII

Οι αγώνες μας στρέφονται κατά της κυριαρχίας και είναι ριζοσπαστικά δημοκρατικοί – αυτό απαιτεί επίσης την άσκηση πολιτικής από τα κάτω. Η αντίστασή μας υπάρχει στην κουλτούρα και στο χρόνο με διαφορετικούς τρόπους. Αλλά συμμεριζόμαστε απόλυτα την άποψη του Μαρξ ότι «πρέπει να ανατρέψουμε όλες τις σχέσεις στις οποίες ο άνθρωπος είναι ένα υποτιμημένο, υποδουλωμένο, εγκαταλειμμένο, καταφρονητέο ον». Η οργάνωση ενός μαρξιστικού φεμινιστικού συνεδρίου, και ο αναστοχασμός των τρόπων που συνεργαζόμαστε και συγκρουόμαστε μέσα σε αυτό, είναι ένα μέσο για να μετατρέψουμε την αντίστασή μας σε ανάπτυξη ενός μόνιμου μαρξιστικού φεμινιστικού κινήματος.

 

XIII

Οι μαρξίστριες φεμινίστριες δεν παραμένουν πλέον στη θέση όπου τις έχει τοποθετήσει το εργατικό κίνημα, στη βάση του καταμερισμού τη εργασίας, όπου οι γυναίκες ενσαρκώνουν την ειρήνη και είναι υπεύθυνες για τη διατήρησή της, ενώ οι άνδρες συνεχίζουν να διεξάγουν πολέμους. Αρνούμαστε να περιοριστούμε σε αυτήν την πολιτική, αλλά θέλουμε να αναλαμβάνουμε την ευθύνη για όλα τα θέματα. Στη σημερινή κατάσταση του κόσμου, που χαρακτηρίζεται από κρίσεις και πολέμους, θεωρούμε ότι η φεμινιστική δύναμη είναι απαραίτητη. Έχουμε την αίσθηση της ευθύνης μας και διαθέτουμε μεγάλες δυνατότητες.

 

Η Φρίγγα Χάουγκ είναι γερμανίδα μαρξίστρια-φεμινίστρια, κοινωνιολόγος και φιλόσοφος

 

Μετάφραση: Χάρης Γολέμης

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet