Φωτογραφία: Νικόλας Κοκοβλής

 

 

 

Επιχειρώντας έναν απολογισμό της χρονιάς και κυρίως να συζητήσουμε για τα καθήκοντα και τις ευκαιρίες που ανοίγονται για την Αριστερά τη χρονιά που μόλις ξεκίνησε, ο Αριστείδης Μπαλτάς, ομότιμος καθηγητής Φιλοσοφίας της Επιστήμης, θέτει τη βάση μιας συζήτησης που πρέπει να γίνει με ευρύτητα και με ευρύ πνεύμα. «Σήμερα λείπει πρώτα απ’ όλα το να βρεθούμε έξω χωρίς να φοβόμαστε. Ήδη εδώ βρίσκεται το σπέρμα μιας μεγάλης αλλαγής. Σκεφτείτε να έχουμε τελειώσει αύριο με τον κορονοϊό. Θα γεμίσουν οι πλατείες αγκαλιασμένους ανθρώπους να χορεύουν. Και να ατενίζουν ένα μέλλον χωρίς κυβερνήσεις «επιτελικών» και «αρίστων». Ίσως είναι ασαφή αυτά, αλλά κάπως έτσι αρχίζουν όλα», τονίζει μεταξύ άλλων.

 

Την προηγούμενη φορά που μιλήσαμε στην «Εποχή» είχαμε μόλις βγει από το πρώτο λοκντάουν. Τώρα, σχεδόν ένα χρόνο μετά το ξέσπασμα της πανδημίας και εν μέσω του δεύτερου λοκντάουν, ποια είναι τα συμπεράσματα;

Το πρώτο λοκντάουν είχε εκληφθεί ως επιτυχημένο. Στη θετική εικόνα είχαν συμβάλει, όχι μόνον οι αριθμοί, αλλά και το ότι η κυβέρνηση είχε αφήσει να εννοηθεί ότι τα κρούσματα ιχνηλατούνται, ότι τα τεστ θα πολλαπλασιαστούν, ότι θα ληφθεί πρόνοια για τις κλειστές δομές, ότι θα ενισχυθεί γενναία το ΕΣΥ. Συν το ότι ο ζεστός ελληνικός ήλιος θα αποτρέψει από μόνος του την εξάπλωση του ιού. Σε αυτήν την εικόνα συνέβαλε η τηλεοπτική παρουσία του κ. Τσιόδρα, παρά αρκετές ασάφειες ως προς τη χρησιμότητα της μάσκας. Όπως συνέβαλε κρίσιμα η ωριμότητα που επέδειξε ο ελληνικός λαός και η συνδρομή σχεδόν σύσσωμης της αντιπολίτευσης.

Αλλά τα πράγματα αφέθηκαν μετά ανεξέλεγκτα. Χάριν, υποτίθεται, του τουρισμού και της οικονομίας. Αλλά ποιού τουρισμού; Όχι του τουρισμού που θα έλεγε «ελάτε στη χώρα με ασφάλεια (μετά από τεστ) αφού η χώρα είναι ήδη ασφαλής και εγγυάται τη δική σας ασφάλεια μέσω ενός ενισχυμένου ΕΣΥ», αλλά του τουρισμού «ελάτε έτσι κι αλλιώς και βλέπουμε».  Και ποιας οικονομίας; Όχι εκείνης όπου οι κρατικές ενισχύσεις θα συντηρούσαν τις θέσεις εργασίας, τη μικρή και μεσαία επιχειρηματικότητα και την κοινωνική συνοχή, αλλά εκείνης που εξυπηρέτησε στοχευμένα συμφέροντα, εξειδικευμένες κατηγορίες «πελατών» και κάθε λογής «ημετέρους». Και πάνω από όλα τους ιδιοκτήτες των μεγάλων ΜΜΕ. Τα σκάνδαλα με τη «λίστα Πέτσα» ή με τις μάσκες Κεραμέως είναι ενδεικτικά. Το όλον αποτέλεσμα είναι η καταστροφή που αρχίσαμε να ζούμε μετά τον Σεπτέμβρη.  

 

Ας μείνουμε στη διαχείριση της πανδημίας. Θα μπορούσε να πει κάποιος πως ως προς την αντιμετώπισή της αναδείχθηκαν δομικά προβλήματα παγκοσμίως. Άρα δεν φαίνεται να φέρει ακέραια την ευθύνη η ελληνική κυβέρνηση. Είναι έτσι;

Όχι, δεν είναι έτσι. Άλλη αντιμετώπιση είχε η πανδημία στην Κίνα, άλλη στην Νότια Κορέα, άλλη στην Νέα Ζηλανδία ή στην Δανία. Και άλλη στο βασίλειο του Τραμπ ή του Μπόρις Τζόνσον ή στην «ανοσία» –μάλλον την ανοησία- «της αγέλης» στην Σουηδία. Και άλλη ήταν εκείνη της ελληνικής κυβέρνησης κατά το πρώτο λοκντάουν και άλλη μετά το Σεπτέμβρη. Γιατί σήμερα η κυβέρνηση απλώς νομοθέτησε (ακατανόητα αργά) τη χρήση της μάσκας και τρέχει πίσω από τη ραγδαία αύξηση των κρουσμάτων. Αρνούμενη καν να συζητήσει πρωτόκολλα για χώρους αναπόφευκτου συνωστισμού (μεγάλες βιομηχανικές μονάδες, συγκοινωνίες, σουπερμάρκετ κλπ), μεταθέτοντας την ευθύνη στα άτομα ή σε επιλέγμενες κατηγορίες (π.χ. τους «νέους») και αντιμετωπίζοντας το ούτως ή άλλως απαραίτητο εμβόλιο ως το εξ ουρανού μάννα που θα λύσει μαγικά όλα τα προβλήματα.  

Κι αυτά ενώ η «σωστή γραμμή» είχε αναδειχθεί με πάσα σαφήνεια: πολλά τεστ με δημόσια δαπάνη (όχι διατίμηση στα 60 ευρώ, όταν μάλιστα στην Κύπρο πληρώνεις 30), προσεκτική ιχνηλάτηση και απομόνωση κρουσμάτων, ειδικά πρωτόκολλα στις κλειστές δομές και εκεί που συγκεντρώνονται πολλοί εργαζόμενοι ή μεγάλο κοινό, συστηματικά οργανωμένη και δημόσια προσβάσιμη καταγραφή κρουσμάτων ανά περιφέρεια. Και βεβαίως μαζικός εμβολιασμός από τη στιγμή που έρθει το εμβόλιο και πλήρης ενημέρωση για τη χρήση των  φαρμάκων. Με παράλληλη μόνιμη ενίσχυση του ΕΣΥ. Όχι με προσωρινές συμβάσεις εργασίας που δεν θα ανανεωθούν όταν το έδαφος θα είναι «πρόσφορο» για τη ραγδαία ιδιωτικοποίηση του κλάδου της υγείας.

Σκεφτείτε μόνον πού θα ζούσαμε αν δεν είχε ενισχυθεί το ΕΣΥ από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Άνθρωποι θα πέθαιναν στο δρόμο όπως στις ΗΠΑ, γιατί δεν θα χωρούσαν στα νοσοκομεία τύπου ΣΔΙΤ που προετοίμαζε η κυβέρνηση Σαμαρά και έχει σαφώς κατά νου η κυβέρνηση Μητσοτάκη. Η οποία, γενικότερα, εξέλαβε τις συνθήκες πανδημίας ως ευκαιρία να εγκαθιδρύσει το νομικό καθεστώς ενός ασφυκτικού αναχρονιστικού νεοφιλελευθερισμού κρατικοδίαιτης κοπής με σημαία-άλλοθι το βραβείο Νόμπελ του κ. Πισσαρίδη. Όταν ακόμη και το ΔΝΤ φαίνεται να έχει κάπως πάρει το μήνυμα και να πρεσβεύει άλλα.

 

Δύο είναι τα βασικά μαθήματα που φαίνεται να δίνει η πανδημία παγκοσμίως. Το ένα είναι το περιβάλλον και η στροφή προς τις πράσινες πολιτικές και το δεύτερο η ενίσχυση των εθνικών συστημάτων υγείας και των δημόσιων υπηρεσιών πρόνοιας. Στην Ελλάδα, αυτά τα ζητήματα δεν αναδεικνύονται στην πολιτική συζήτηση. Έχει ευθύνη και ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ;

Όντως η πανδημία ανέδειξε παντού τη διαχωριστική γραμμή μεταξύ ιδιωτικής και δημόσιας υγείας, αλλά και τα δημόσια αγαθά και «τα κοινά» ή το αίτημα ευρύτατης αλληλεγγύης, κυρίως απέναντι σε όσες ή όσους μάχονται στην πρώτη γραμμή ή βρίσκονται αποκλεισμένοι στο περιθώριο. Όπου στην Ελλάδα μόνη συμβολή του ιδιωτικού τομέα υπήρξε το παζάρι για δήθεν «επιτάξεις» κλινικών ή ΜΕΘ και η υποδοχή «πελατών» για τα τεστ. Και όντως ανέδειξε  τα επίδικα της λεγόμενης «πράσινης ανάπτυξης»: το «πρασίνισμα» ως νέο πεδίο ασύστολης κερδοφορίας του κεφαλαίου ή ως νέα μορφή οργάνωσης των ανθρώπινων κοινωνιών που θα έχει κατανοήσει εις βάθος ότι το ανθρώπινο είδος είναι μέρος, όχι κυρίαρχος, της φύσης και μάλιστα συχνά περισσότερο ευάλωτο από άλλα.

Τα ζητήματα αυτά έχουν αναδειχθεί στη δημόσια σκηνή και από τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ τουλάχιστον όσο μπορεί να το κάνει με τις δικές του δυνάμεις ή μέσα από τις ελάχιστες ρωγμές που αφήνει η φίμωση και η άτεγκτη λογοκρισία. Βεβαίως υπάρχουν κενά και ελλείμματα. Τα οποία ωστόσο προσπαθούμε να καλύψουμε ενόσω αντιπαλεύουμε την πλήρη «ορμπανοποίηση» της χώρας που επιδιώκει να επιβάλει η κυβέρνηση Μητστοτάκη. Δηλαδή τη θωράκιση του καθεστώτος που οικοδομεί προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι εκρήξεις του συσσωρευόμενου πόνου και της συσσωρευόμενης οργής. Φαίνεται πως η κυβέρνηση φοβάται μια κοινωνική συνθήκη ανάλογη εκείνης που έφερε τον ΣΥΡΙΖΑ στη διακυβέρνηση της χώρας...

 

Το 2012 αναπτύχθηκε ο ΣΥΡΙΖΑ, παρότι ήταν παρόμοιες οι συνθήκες φίμωσης και καταστολής. Τώρα γιατί δεν αξιοποιεί τις δυνατότητες να ορίσει την ατζέντα και να προτάξει ένα πρόγραμμα εν όψει της μετά την πανδημία εποχής;

Συνθήκες ωστόσο αρκετά διαφορετικές. Η ΝΔ έχει προετοιμαστεί εξαιρετικά για να αντιμετώπισει μια επερχόμενη αμφισβήτηση: πλήρης έλεγχος των ΜΜΕ με το αζημίωτο, πάταξη κάθε παρεκκλίνουσας φωνής, επίταση της καταστολής μέχρι παροξυσμού, θεσμικές και συνταγματικές εκτροπές που περνούν ασχολίαστες. Είναι σαν να έχουμε επανέλθει στη δεκαετία του 1950, στα «μιάσματα» και στην «κομμουνιστική απειλή» (σήμερα αποκαλείται «λαϊκιστική»). Πρόκειται για ιδεολογική καλλιέργεια και εν ταυτώ υλική και θεσμική θωράκιση του οικοδομούμενου καθεστώτος.

Από την άλλη πλευρά, ποτέ η ατζέντα δεν διαμορφώνεται ερήμην συσχετισμών. Λείπει ακόμη η καίρια πρωτοβουλία, αλλά αυτή προετοιμάζεται, δεν πέφτει από τον ουρανό. Προετοιμάζεται μέσω συστηματικής άμυνας και πολιτικής αντεπίθεσης, μέσω ευρείας και πειστικής απεύνθυσης, μέσω εμπεριστατωμένης μελέτης των πολλών ζητημάτων που αναδεικνύονται. Εδώ βρίσκεται σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ.

 

Από την άλλη, η κυβέρνηση λειτουργεί με όρους οδοστρωτήρα σε μια έγκλειστη κοινωνία. Η στρατηγική της δεν έχει κοντά ποδάρια;

Η κυβέρνηση περνά τα νομοσχέδια αβρόχοις ποσίν. Για τους πολλούς που δεν παρακολουθούν τα αντιπολιτευόμενα μέσα, η σκληρή και εμπεριστατωμένη κριτική μας δεν γίνεται καν στοιχειωδώς γνωστή. Αλλά ο πόνος έχει αρχίσει να ξεχειλίζει και η οργή να εντείνεται.

Βεβαίως λειτουργεί ακόμη το «αντισύριζα μέτωπο».  Ολόκληρη η δράση των ΜΜΕ συμπυκνώνεται στο στόχο να συντηρηθεί αυτό το «μέτωπο»: αφ’ υψηλού περιφρόνηση του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, σαν να μην έχει λόγο ύπαρξης, εξαφάνιση κάθε αναφοράς σε όσα η κυβέρνησή του είχε επιτύχει, δοξαστικό Μητσοτάκη μέχρι κορεσμού. Μια τέτοια πολιτική παραλείπει πολλά από όσα έχουν διαμορφώσει την ελληνική κοινωνία και την ιστορία της. Και ο κορεσμός επέρχεται τάχιστα. Να γιατί τούτη η πολιτική έχει όντως κοντά ποδάρια.

 

Πολλά από όσα νομοθετεί τώρα η κυβέρνηση, όπως η αναγνώριση των κολεγίων, δεν μπορούν να ανατραπούν εύκολα από μία επόμενη κυβέρνηση. Χρειάζεται άρα δυναμική και πολυμέτωπη αντίδραση για να μην εφαρμοστούν. Υπάρχουν και άλλα, όπως η αστυνομία στα πανεπιστήμια, τα οποία μπορεί να δεσμευτεί πως θα ανατρέψει. Πώς θα διαμορφώσει ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ το πρόγραμμά του σε τέτοιες συνθήκες;

Ας μην προτρέχουμε. Πολλά από όσα λέτε παραμένουν ακόμη ζητήματα ανοιχτά. Οι κοινωνικές δυνάμεις που εμπλέκονται δυναμώνουν τη φωνή τους και πυκνώνουν τις αντιδράσεις τους –σύνοδος Πρυτάνεων, Επιμελητήρια κ.α.–  ενώ το Συμβούλιο Επικρατείας δεν έχει αποφανθεί συναφώς. Γιατί πρόκειται για θεσμίσεις ακραίες που θίγουν καίρια τη συνταγματική τάξη.  Το πρόγραμμα της Αριστεράς διαμορφώνεται εν μέσω της κοινωνικής κίνησης και σε συναρτήση με αυτήν. Υπό τον όρο να στηρίζεται στην εμπειρία που έχει συσσωρευθεί και να βλέπει τα πράγματα από τη σκοπιά του μέλλοντος. Τούτο το τελευταίο είναι απολύτως κρίσιμο. Γιατί ο κόσμος αλλάζει ραγδαία και μετά την πανδημία θα είναι κόσμος άλλος. Ένας λόγος ελπίδας μπορεί να διαμορφωθεί μόνον από αυτή τη σκοπιά. Ελπίδας ενεργού και μαχητικής που θα αποβλέπει στη εκ βάθρων ανασυγκρότηση της κοινωνίας μας.

 

Το συνδικαλιστικό κίνημα πώς πρέπει να παρέμβει; Αναδεικνύονται νέες συνθήκες εργασίας με την τηλεργασία και οι εργαζόμενοι μένουν απροστάτευτοι.

Τούτο είναι μεγάλο ζήτημα. Όχι μόνο γιατί ο τρέχων συνδικαλισμός πάσχει από πολλές πλευρές. Αλλά και γιατί όσα σχετίζονται με την 4η Βιομηχανική Επανάσταση απαιτούν επειγόντως εμπεριστατωμένη και πολυδιάστατη μελέτη. Για παράδειγμα, τι είδους δίκαιη και αποτελεσματική Επιθεώρηση Εργασίας  απαιτεί η τηλεργασιά; Τι γίνεται με τις θέσεις εργασίας που θα χαθούν από τις εξελίξεις στη ρομποτική ή τους τρισδιάστατους εκτυπωτές;

 

Το νεολαιίστικο κίνημα έχει παίξει ρόλο στο παρελθόν. Αφύπνισε. Εξου και η επιθετικότητα της κυβέρνησης απέναντι στους νέους. Πώς θα συναντηθεί ο ΣΥΡΙΖΑ με αυτόν τον κόσμο;

Η στοχοποίηση των νέων ήταν η πρώτη πράξη της κυβέρνησης, γιατί ξέρει πως αυτοί είναι οι πρώτοι που θα πουν «Ως εδώ». Και είμαι σε θέση να γνωρίζω ότι οι νέοι σήμερα επιδεικνύουν μεγάλη ευαισθησία σε ζητήματα αλληλεγγύης, δημοκρατίας, ελευθερίας, οικολογίας, δικαιωμάτων. Και ότι διαβάζουν πολύ και σκέφτονται πολύ. Παραγωγικά και δημιουργικά. Αλλά δεν έλκονται από τα κόμματα ως μορφή οργάνωσης.  Από τη δική μας πλευρά οφείλουμε να κατανοήσουμε το γιατί, δικαιώνοντάς τους όπου έχουν δίκιο, αλλά χωρίς να τους κολακεύουμε. Άλλωστε το απεχθάνονται. Αλλά να τους πείσουμε ότι το πολιτικό συμπυκνώνει το κοινωνικό. Πάντα. Και άρα ότι ως πολίτες μετέχουμε στο πολιτικό θέλοντας και μη. Και ότι εξαρτάται αποκλειστικά από μας ποια μορφή πολιτικής οργάνωσης θέλουμε και μπορούμε να οικοδομήσουμε

 

Στις ΗΠΑ είδαμε να οργανώνονται οι νέοι, να γίνονται μέλη του Δημοκρατικού Κόμματος. Εκεί ποια ήταν η συνθήκη;

Προϋπήρχε ο τυφώνας Τραμπ. Και όλοι έβλεπαν ότι πιθανόν να ξανακέρδιζε τις εκλογές. Και ότι μόνος τρόπος –ιδού ακριβώς η λειτουργία του πολιτικού– να αλλάξει η χώρα γραμμή πλεύσης ήταν να ψηφίσουν οι ίδιοι. Έτσι το κίνημα Black  Lives Matter, εντυπωσιακά μαζικό και μαχητικό σε εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες, και παραδοσιακά εκτός «πολιτικού συστήματος» –στις ΗΠΑ ο χαρακτηρισμός politician εκλαμβάνεται πλατιά ως απαξιωτικός– γράφτηκε μαζικά στους εκλογικούς καταλόγους και ψήφισε. Το γεγονός είναι τοπικό, αλλά λόγω του μεγέθους των ΗΠΑ αποκτά μεγάλη σημασία.

 

Διανοούμενοι από όλο τον κόσμο ανακάλυψαν ξανά τα αδιέξοδα του καπιταλισμού και άρχισαν να μιλούν και πάλι για το σοσιαλισμό. Ορισμένοι δε πολιτικοί, όπως ο Σάντερς ή ο Κόρμπιν, χρησιμοποίησαν τον όρο. Στην Ελλάδα, υπάρχει φόβος να μιλήσει κανείς για καπιταλισμό και για σοσιαλισμό. Γιατί;

Βρισκόμαστε εν μέσω της ιδεολογικής και ηθικής κατάρρευσης ολόκληρου του πολιτισμού του κεφαλαίου. Και νομίζω πως συμφωνούμε επί της ουσίας όλοι. Το δίλημμα «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα» τείνει να γύρει άλλη μια φορά υπέρ της βαρβαρότητας. Οπότε όντως οφείλουμε να σηκώσουμε ξανά τη σημαία του σοσιαλισμού. Με αυτοπεποίθηση και επιθετικά. Προσδίδοντάς του τατόχρονα το συγκεκριμένο περιεχόμενο που μπορεί να έχει στις μέρες μας. Με πλήρη επίγνωση του βάρους της λέξης στη σύγχρονη ελληνική ιστορία. Είναι ίσως αυτό το βάρος που δημιουργεί δισταγμούς ως προς τη χρήση του όρου.

 

Το μείζον για τον ΣΥΡΙΖΑ ήταν πάντα η πολιτική συμμαχιών του. Τι περιθώρια υπάρχουν; Μήπως αναδεικνύονται και νέα μονοπάτια;

Η προγραμματική και έντιμη σύγκλιση των αριστερών και προοδευτικών δυνάμεων είναι απαραίτητη. Και οφείλουμε να εργαστούμε προς αυτήν την κατεύθυνση χωρίς αποκλεισμούς. Το κοινό κείμενο ΚΚΕ, ΜΕΡΑ25 και ΣΥΡΙΖΑ ανοίγει μια ελπιδοφόρο χαραμάδα...

 

Ποια είναι, λοιπόν, τα καθήκοντα της Αριστεράς του 2021;

 Η πανδημία έφερε στο προσκήνιο τις πάγιες αρχές της Αριστεράς: ψωμί, παιδεία, υγεία, ελευθερία, αλληλεγγύη, δημοκρατία, δήμοσια αγαθά, ισότητα, ειρήνη, ριζοσπαστική οικολογική πολιτική. Στη βάση αυτών των αρχών η Αριστερά καλείται να απαντήσει στα μεγάλα ερωτήματα των καιρών. Πώς υπερασπιζόμαστε τη δημοκρατία, την ισότητα, την ελευθερία, τη δημόσια υγεία και παιδεία, την εργασία, την ειρήνη. Πώς αντιμετωπίζουμε την «πράσινη ανάπτυξη» και την 4η Βιομηχανική Ανάπτυξης προς όφελος των δυνάμεων της εργασίας. Πώς διευρύνουμε κάθε φορά το εφικτό προς την κατεύθυνση του σοσιαλισμού.

 

Τα θετικά συναισθήματα της ελπίδας και της εμπιστοσύνης ανέδειξαν τον ΣΥΡΙΖΑ. Σήμερα επικρατεί κλίμα απαισιοδοξίας και έλλειψης εμπιστοσύνης. Πώς θα μπορέσει αυτός να ανατρέψει το κλίμα και να εμφυσύσει ελπίδα; Μήπως έχει ραγίσει το γυαλί;

Το γυαλί δεν ραγίζει γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ δεν πορεύεται στο κενό. Αλλά ακόμη δεν μπορούμε να απαντήσουμε μονολεκτικά. Έχει ανοίξει η συζήτηση που θα αναδείξει μία καίρια ιδέα, ένα συσπειρωτικό σύνθημα. Είναι πολλοί όσοι βλέπουν πλέον τα πράγματα υπό αυτό το πρίσμα. Δεν είναι μοίρα το να καταντήσουμε όπως μας επιφυλάσσουν. Σήμερα λείπει πρώτα απ’ όλα το να βρεθούμε έξω χωρίς να φοβόμαστε. Ήδη εδώ βρίσκεται το σπέρμα μιας μεγάλης αλλαγής. Σκεφτείτε να έχουμε τελειώσει αύριο με τον κορονοϊό. Θα γεμίσουν οι πλατείες αγκαλιασμένους ανθρώπους να χορεύουν. Και να ατενίζουν ένα μέλλον χωρίς κυβερνήσεις «επιτελικών» και «αρίστων». Ίσως είναι ασαφή αυτά, αλλά κάπως έτσι αρχίζουν όλα.

 

Για να αναπτερωθεί η ελπίδα, υπάρχει ανάγκη για διεθνείς αναφορές και στηρίγματα.

Το θεωρώ καθοριστικό. Πρέπει να κουβεντιάσουμε συστηματικά με τον Σάντερς (και τον Μπάιντεν), με το κίνημα Black Lives Matter. Να μιλήσουμε με την Βολιβία όπου ξανακερδήθηκε η δημοκρατία, με την Γαλλία, όπου αναπτύσσονται σημαντικά κινήματα, με την Γερμανία, όπου ανεβαίνουν οι Πράσινοι. Να δείξουμε παντού ότι ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ θέλει να είναι ξανά πρωταγωνιστής. Από εδώ στοιχειοθετείται μια εικόνα μέλλοντος που δεν είναι εγκλωβισμένη σε συνθήκες κυβέρνησης Μητσοτάκη.

Επιπλέον, το διαδίκτυο έχει αναδειχθεί ως εργαλείο που σπάει την απομόνωση. Είναι ήδη έτοιμο ένα μεγάλο διεθνές συνέδριο που θα γίνει τον Γενάρη. Έχουν ήδη λειτουργήσει και θα πολλαπλασιαστούν διεθνείς συζητήσεις σε συγκεκριμένα θέματα. Αιτούμενο είναι η σύγκλιση της Αριστεράς σε παγκόσμια κλίμακα. Πώς μπορεί να οργανωθεί η αντίσταση, ποιες είναι οι προοπτικές.

 

Ο Αριστείδης Μπαλτάς είναι μέλος του Πολιτικού Συμβουλίου του ΣΥΡΙΖΑ

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet